22 Οκτ. 2018

Σκοπιανό σύνταγμα-Οι τυπικές και οι πολιτικές προεκτάσεις αλλαγής του

Τι αλλάζει με την αναθεώρηση

του σκοπιανού συντάγματος

(Μέρος Β΄)

(Οι γεωπολιτικές συνέπειες)

Η προαγωγή επίλυσης της διαφοράς Αθήνας-Σκοπίων στα Βαλκάνια, που κάθε άλλο παρά εξαντλείται στο θέμα του ονόματος και επεκτείνεται σε ζέοντα ζητήματα ιστορικά, πολιτικά, οικονομικά και πολιτισμικά, ακόμη και θρησκευτικού ενδιαφέροντος, φέρνει στο επίκεντρο του διεθνούς σκηνικού την νέα προσπάθεια αποκατάστασης της σταθερότητας στη χερσόνησο –φυσικά σύμφωνα με την οπτική της Δύσης. 

Κατ’ αρχάς πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα Βαλκάνια, μετά από 25 χρόνια μάλλον αδιάφορης στάσης του δυτικού παράγοντα απέναντί τους, επιστρέφουν στις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής των Η.Π.Α. και της Ε.Ε.. (Βεβαίως, ήταν μια αδιαφορία εκπηγάζουσα από την αφελή και ανιστόρητη (για μια φορά ακόμη) δυτική ελπίδα ότι επεμβαίνοντας στρατιωτικά, προκαλώντας έναν πόλεμο στη χερσόνησο και εξουδετερώνοντας τη δαιμονοποιημένη ηγεσία Μιλόσεβιτς στην πρώην ενιαία Γιουγκοσλαβία, θα μπορούσε εξ επιβολής η περιοχή να ισορροπήσει σε μια κατάσταση σχετικής έστω γεωπολιτικής ισορροπίας. Διατείνονταν, μάλιστα, οι δυτικοί αναλυτές στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ότι -πέραν της προαγωγής των δυτικών συμφερόντων- οι ρυθμίσεις εκείνης της εποχής θα μπορούσαν να είναι αποδεκτές και μεταξύ των λαών και των κρατών της Βαλκανικής, που συνθέτουν ένα από τα πλέον δυσεπίλυτα παζλ περιφερειακής αστάθειας, με ευρύτερες ενδεχομένως συνέπειες για την παγκόσμια κοινότητα. Και φυσικά εκείνες οι προβλέψεις απέτυχαν παταγωδέστατα!)

Η δυτική αδιαφορία για τα Βαλκάνια, από τη συνθήκη του Ντέιτον (1995) και εντεύθεν, ενισχύθηκε και από δύο ακόμη στοιχεία:

- Τον βαθμιαίο περιορισμό (και με κορύφωση την προεδρία Ομπάμα) του βαθμού αμερικανικής ανάμιξης στις ευρωπαϊκές υποθέσεις (αφού για τις Η.Π.Α. η στρατηγική ήττα της Ε.Σ.Σ.Δ. επείχε θέση εκπλήρωσης του διεθνούς σχεδιασμού της πολιτικής τους από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και μετά), και

- Την ανόητη και ανώριμη μεταπήδηση της Ε.Ε. από τα προβλήματα εσωτερικής συνοχής της στα ολισθηρά μονοπάτια της λεγόμενης «αραβικής άνοιξης» (με άτσαλο, απροετοίμαστο και «εξυπνακίστικο» τρόπο), με την αθεμελίωτη βεβαιότητα ότι στα Βαλκάνια τα συμφέροντά της προάγονταν από την πολιτική διευρύνσεων και μόνη!

Ο πλήρης εκτροχιασμός της «αραβικής άνοιξης», τόσο σε επίπεδο εκπλήρωσης των ευρωπαϊκών σχεδίων όσο και ως προς τα πρακτικά αποτελέσματά της για τη σταθερότητα της ευρω-αφρο-ασιατικής μεθορίου, το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη, η αδόκητη προεδρία Τραμπ στις Η.Π.Α., η συριακή έκρηξη, η σημαντική διεύρυνση της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια, ο αντικειμενικά αποσταθεροποιητικός ρόλος της ερντογανικής Τουρκίας στη Μέση Ανατολή και -κυρίως- το προσφυγικό, έχουν συντείνει στην επαναφορά της περιοχής μας στην προτεραιότητα ενδιαφερόντων του δυτικού κόσμου. H «επιστροφή της Δύσης» στα Βαλκάνια εκδηλώνεται στις μέρες μας, ενώ συντρέχει μία σημαντική τροποποίηση στα πράγματα, όπως τα γνωρίζαμε ως σήμερα: Πρόκειται για την -σκληρότερη του εικαζομένου- αμερικανο-ευρωπαϊκή (ή καλύτερα αμερικανο-γερμανική) διένεξη, για την οικονομία και τον ρόλο του ΝΑΤΟ στην περιοχή μας.

Η διαφορά μεταξύ των δυο εκατέρωθεν πλευρών του Ατλαντικού Ωκεανού πολιτικών προσεγγίσεων σχετικά με τα Βαλκάνια έγκειται στο ότι η αμερικανική προσέγγιση δίνει προτεραιότητα στην προσπάθεια μετατροπής της χερσονήσου σε εναλλακτικό χώρο εγκατάστασης στρατιωτικών δυνάμεων που απέρχονται από τον γεωπολιτικά υπό ρευστοποίηση χώρο της Μέσης Ανατολής, ενώ η ευρωπαϊκή ανάγκη καθιστά την μετατροπή των Βαλκανίων σε ζώνη κύριας αποτροπής του προσφυγικού ρεύματος ως  πρωταρχικό μέλημα της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, ώστε να εκτονωθεί η υπαρκτή απειλή αποδιάρθρωσης της Ε.Ε. ένεκα τούτου.                          

Υπ’ αυτόν τον περιορισμό οι σημερινές προσπάθειες της Δύσης να «επανέλθει» στα Βαλκάνια, αφορούν σε 3 μείζονες σκοπούς:

1. Την αποτροπή και ανάσχεση της ρωσικής επιρροής στην περιοχή, σε άμεση συσχέτιση με την ανάγκη ασφαλούς περιέλευσης των ενεργειακών διαύλων σε δυτικά χέρια 

2. Την εμπέδωση μιας έστω οιονεί σταθερότητας στις σήμερα τεταμένες σχέσεις μεταξύ των χωρών της χερσονήσου, αναγκαίας για να ευδοκιμήσει τόσο το ανομολόγητο ευρωπαϊκό σχέδιο για στρατόπεδα μαζικής φιλοξενίας προσφύγων σε ευρωπαϊκό έδαφος και τις παρυφές της Ε.Ε., όσο και η αμερικανική προτεραιότητα εγκατάστασης εδώ στρατιωτικών βάσεων υπερτοπικού χαρακτήρα, και

3. Την εκρίζωση του ιδιότυπου τουρκικού επεκτατισμού στη χερσόνησο, που επιχειρήθηκε από την Άγκυρα για να ασκήσει πίεση στην Ε.Ε., με «όχημα» το ισλαμικό στοιχείο.

Με το προχώρημα της συμφωνίας των Πρεσπών και την ουσιαστική πρόοδο στο σκοπιανό, οι πιο πάνω στόχοι έρχονται πολύ πιο κοντά!

Ταυτόχρονα, όμως, με την ευρύτερη καταγραφόμενη κινητικότητα προς ρύθμιση του συνόλου σχεδόν των σημερινών εκκρεμοτήτων  στα Βαλκάνια (μια εξέλιξη που ολοένα και περισσότερο κάνει την τελική εδαφική διαρρύθμιση των υπολειμμάτων της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας να προσομοιάζει μ’ ένα «όψιμο ανατολικό ζήτημα»), με την τυχόν επίλυση του σκοπιανού, επίσης (και πάντα προς όφελος των  δυτικών γεωπολιτικών προταγμάτων) εξασφαλίζονται:

- Η διαλειτουργική ενεργοποίηση των μεταξύ τους κάθετων και επί δεκαετίες επιζητούμενων -και ως σήμερα ανεπιτυχώς- «διαδρόμων» σύνδεσης της Μαύρης Θάλασσας με την Αδριατική (βαλκανικός άξονας ανατολής-δύσης) και του Αιγαίου Πελάγους με την κεντρική Ευρώπη (βαλκανικός άξονας βορρά-νότου),

- Η διευκόλυνση να προχωρήσουν και τα άλλα ως τώρα ανεπίλυτα ζητήματα διμερών διαφορών στα Βαλκάνια (ελληνο-αλβανικές σχέσεις, θέμα Κοσσυφοπεδίου κ.λπ.), και

- Η ομογενοποίηση του εξαρτησιακού κλοιού για όλες τις βαλκανικές χώρες από τον παγκόσμιο άξονα της Δύσης, και δη και με «ένα χτύπημα», δηλαδή με μία κατά βάση ενιαία παρεμβατική ανάμιξη στο σύνολο των θεμάτων της περιοχής μας.

Οι ασφυκτικές πιέσεις που εκδηλώνονται από μεριάς της Δύσης για να προχωρήσει η συμφωνία των Πρεσπών και με άξονα αυτήν να κλείσουν τα εκκρεμούντα ζητήματα του Κοσσυφοπεδίου, της ελληνο-αλβανικής διαφοράς, της οριστικής δυτικής στροφής της Σερβίας, της σταθεροποίησης του Μαυροβουνίου, της τελικής εκδυτικοποίησης της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης καθώς και της τελικής επίλυσης της διαφοράς Σλοβενίας-Κροατίας για τα χωρικά ύδατα και τα δικαιώματα αλιείας των δύο χωρών στην Αδριατική, εξηγούν το μεγάλο διεθνές ενδιαφέρον και το πόσο εκτεταμένο είναι το πεδίο συνεπειών της συμφωνίας των Πρεσπών για την ευρύτερη βαλκανική, αφού χωρίς πειστική επίλυση της ελληνο-σκοπιανής διαφοράς δύσκολα θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν λύσεις και σε κάποια από τα προβλήματα των Βαλκανίων που ανέφερα πιο πάνω.

Τέλος, αν προαχθεί η συμφωνία των Πρεσπών, δεν χρειάζεται να υπάρξει περαιτέρω τεκμηρίωση της σημασίας που έχει για τις παγκόσμιες ισορροπίες η -ιστορικού βάρους, εφ’ όσον επιτευχθεί- αποβολή της Ρωσίας από τα Βαλκάνια και ο ευρωπαϊκός αποκλεισμός της στη ζώνη του Ουραλίων, με μόνους πλέον εναπομένοντες θύλακες υπό τον έλεγχο της Μόσχας πρόσβασης προς τη δυτική Ευρώπη, τη Λευκορωσία και την Κριμαία.

ρος επίρρωση του τελευταίου σημείου να σημειωθεί ότι -πάντα εάν και εφ’ όσον προαχθούν μέχρι τέλους- οι σκοποί που αποτελούν τα δυτικά κίνητρα για τη συμφωνία των Πρεσπών και δι’ αυτής για τον ευρύτερο διακανονισμό των εκκρεμοτήτων στα Βαλκάνια, θα είναι η πρώτη φορά που οι Ρώσοι θα έχουν απολέσει τον ισχυρό λόγο τους στη χερσόνησο, που διατηρούν επί αιώνες από την εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τον εκχριστιανισμό τους. Γι’ αυτό και είναι μάλλον αφελές να εικάζεται από πολλούς αναλυτές ότι η Μόσχα θα εγκατέλειπε τόσο εύκολα ζώνες πρωταρχικής γεωπολιτικής σημασίας για τα συμφέροντά της. Μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση θα μας έδειχνε ίσως ότι η αναμέτρηση μεταξύ Δύσης-Ρωσίας, που θα λάβει χώρα ένεκα όλων αυτών στα Βαλκάνια την προσεχή περίοδο θα μπορούσε να αποδειχτεί πολύ πιο αργόσυρτη, κοστοβόρα και ατελέσφορη, απ’ όσο εκτιμούν τα συνήθως υπεραισιόδοξα δυτικά επιτελεία)

(Στο επόμενο Γ΄ και τελευταίο μέρος οι πολιτικές συνέπειες στο εσωτερικό της Ελλάδας)