25 Οκτ. 2018

Σκοπιανό σύνταγμα-Οι τυπικές και οι πολιτικές προεκτάσεις αλλαγής του

Τι αλλάζει με την αναθεώρηση

του σκοπιανού συντάγματος

(Μέρος Γ΄ - Οι πολιτικές συνέπειες στην Ελλάδα)

Η προαγωγή επίλυσης της διαφοράς Αθήνας-Σκοπίων στα Βαλκάνια, ασφαλώς επηρεάζει σημαντικά το ελληνικό πολιτικό σκηνικό.

Οι επιδράσεις του γεγονότος ασκούνται σε 3 πεδία:

- Την κυβερνητική σταθερότητα, αφού ο ένας εκ των δύο εταίρων και απαραίτητος αριθμητικά για τη διασφάλιση της δεδηλωμένης, δηλαδή οι ΑΝ.ΕΛ., αντιμάχεται τη συμφωνία των Πρεσπών και  έχει μάλιστα προαναγγείλει ότι όταν αυτή έρθει στην ελληνική Βουλή προς κύρωση, εξ αφορμής αυτής θα αποσύρει τη στήριξή του προς τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση.

- Τη διαφαινόμενη ως βέβαια εντατικοποίηση μέχρις ασφυξίας από μεριάς του διεθνούς παράγοντα (και εν προκειμένω των Η.Π.Α. και της Ε.Ε.)  προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης να συναινέσουν ή να ανεχτούν τη ρύθμιση της διμερούς διαφοράς Ελλάδας-πΓΔΜ -εν πάση περιπτώσει, να μην καταστήσουν το θέμα κεντρικό στην τρέχουσα πολιτική αντιπαράθεση- εν όψει εκλογών και ευρωεκλογών.  

- Την ουσιαστική μετάβαση του ελληνικού δημόσιου βίου -ιδίως εάν οι προβλέψεις της  συμφωνίας των Πρεσπών προχωρήσουν και τελειωθούν- στην ανάγκη ανατοποθέτησης από μεριάς του συνόλου των ελληνικών πολιτικών οργανισμών επί του γενικού πλαισίου ζητημάτων εθνικής πολιτικής της χώρας, στο νέο πεδίο των δραστηρίως αναπροσαρμοζόμενων διεθνών γεωπολιτικών πραγματικοτήτων.

Και στα τρία αυτά πεδία, η έγκριση από τη Βουλή της γειτονικής χώρας αλλαγής του συντάγματος, παράγει ήδη αποτελέσματα.

α. Σε 3 τουλάχιστον κόμματα, τους ΑΝ.ΕΛ., το ΚΙΝ.ΑΛ. και το «Ποτάμι»,  εκφράζονται ανοιχτά εσωκομματικές διαφωνίες σε ό,τι αφορά τον δέοντα χειρισμό της υπόθεσης,

β. Τόσο από μεριάς του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (EPP) όσο και από μεριάς του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (PES) εκφράζονται έντονες προτροπές προς τη Ν.Δ. και τον ΚΙΝ.Α. αντίστοιχα, να υποστηρίξουν τη συμφωνία των Πρέσπών,

γ. Η προοπτική επίλυσης του σκοπιανού ήδη κινητοποιεί αναφορές των κομμάτων στην επόμενη φάση. Για παράδειγμα,  από μεριάς του κ. Μητσοτάκη ήδη διευκρινίζεται ότι εάν η παρούσα Βουλή κυρώσει τη συμφωνία των Πρεσπών, ο ίδιος -εάν το κόμμα του κερδίσει τις επόμενες εκλογές- δεσμεύεται για την τήρηση των υποχρεώσεων της. Ταυτόχρονα από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης διαμηνύεται με κάθε ευκαιρία (και παρ’ ό,τι για την τιμή των όπλων ο κ. Μητσοτάκης ζητεί εκλογές για το σκοπιανό πριν έρθει στη Βουλή προς κύρωση η συμφωνία) ότι σε τυχόν αυριανή πρωθυπουργία του, θα προτιμούσε να μην είχε να χειριστεί εκείνος το θέμα,

Στο παρόν εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο η συμφωνία των Πρεσπών τείνει να καταστεί καταλύτης για την αναδιάταξη του κομματικού σκηνικού, στην μετα-μνημονιακή εποχή στην οποία έχει εισέλθει η χώρα. Η άρθρωση των σημερινών πολιτικών δυνάμεων σε εκατέρωθεν τοποθετήσεις αποδοχής της συμφωνίας ή απόρριψής της, δρομολογεί ένα σκηνικό, στο οποίο ενώ μέχρι σήμερα βασικό στοιχείο παραταξιακού αυτοπροδιορισμού ήταν η στάση απέναντι στο μνημόνιο, αύριο το «ναι» ή το «όχι» στη συμφωνία των Πρεσπών θα έχει καθορίσει εν πολλοίς τις εντάξεις σε συσχετισμούς δυνάμεων νέας κοπής.   

Υπ’ αυτήν την οπτική είναι φρούδα η ελπίδα ελληνικών κομμάτων ότι θα αποφύγουν με προσχηματικές απόψεις να λάβουν καθαρή στάση απέναντι στο σκοπιανό. Εξ ίσου φρούδα είναι η ελπίδα του δυτικού διεθνούς παράγοντα ότι το θέμα θα μπορούσε να «περάσει» στο περιθώριο του ενδιαφέροντος της ελληνικής κοινής γνώμης.

To σκοπιανό, ήταν ένα ζήτημα που εξ αρχής και εκ γενέσεως προσπαθήθηκε να περάσει στα «ψιλά» με τη σύμπραξη όλων των παραγόντων -χωρών, διεθνών οργανισμών και προσώπων-  που ενεπλάκησαν και ακόμη εμπλέκονται την δρομολόγησή του -αν και κατά βάση χωρίς εδραίο λόγο έγερσης, ιστορικό και γεωπολιτικό.

Ο Τίτο το διατήρησε σ’ όλη τη ζωή του, και οι διάδοχοί του το ίδιο, μέχρι του τελικού κατακερματισμού της πρώην ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, ως εσωτερική υπόθεση ομοσπονδιακού κράτους.

Η αιματηρή ανάμιξη της Δύσης στα Βαλκάνια, τη δεκαετία του 1990, το συντήρησε ως δήθεν υπόθεση αυτοπροσδιορισμού ενός μικρού πληθυσμού, ενώ ήταν θέμα παρεμβατικών πρακτικών για τη διαφύλαξη του ρόλου των Η.Π.Α. στα νότια Βαλκάνια, μετά την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Ακόμη και η ελληνική πολιτική ηγεσία, διά της αλησμόνητης δήλωσης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη «ποιός θα θυμάται το μακεδονικό σε λίγα χρόνια», εξεδήλωσε την ανομολόγητη επιθυμία να είχε το ζήτημα δευτερεύουσα σημασία.

Η πολιτική ηγεσία της πΓΔΜ, από την άλλη, όλ’ αυτά τα χρόνια -από την ενδιάμεση συμφωνία του Ανδρέα Παπανδρέου και μετά- «σιωπηρά» αποπειράθηκε να δημιουργήσει το τετελεσμένο αναγνώρισης της ως «Μακεδονίας», μέσω διμερών διακρατικών συμφωνιών.

Παρ’ όλες αυτές τις προσπάθειες, λοιπόν, να υποτιμηθεί το θέμα, ώστε να καταστεί εύπεπτο σε πληθυσμούς βαρύτατα ταλαιπωρημένους από διχασμούς ιστορικού βάρους, το μακεδονικό δεν μπορεί να προχωρήσει  και να ευδοκιμήσει ως συμβιβασμός σε διμερή διαφορά, χωρίς να υπάρξουν συνέπειες, σ’ όλα τα πεδία επέκτασης των  συνισταμένων του. Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο εικάζω ότι τα ελληνικά κόμματα δεν θα αποφύγουν εν όψει εκλογών να ξεκαθαρίσουν τη στάση τους.

Και, ενδεχομένως, μεγάλο μέρος της πειθούς που θα μπορούσε να ασκηθεί ενώπιον της κάλπης, ώστε να επιλέξει ο εκλογέας ένα κόμμα, θα ήταν η αξιολόγηση της θέσης του κόμματος αυτού στο εθνικό θέμα.