28 Οκτ. 2018

Τι σημαίνει η ενεργοποίηση της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης

Τα διατάγματα, οι νόμοι

και τα 12 μίλια…

Η συζήτηση που έχει ανοίξει σχετικά με την επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια (από τα 6 που είναι σήμερα), σε εφαρμογή ρητής πρόβλεψης του διεθνούς δικαίου, επικαιροποιεί τις εξελίξεις, μετά τη μακρά σιωπή της Ελλάδας έναντι της ενάσκησης του εν λόγω δικαιώματός της.

Αντιπαρερχόμενος τις «ελαφρές» απόψεις Βενιζέλου -και ελάχιστων ακόμη με ανάλογες προσεγγίσεις- ότι τυχόν μερική ενάσκηση του εν λόγω ελληνικού δικαιώματος αποτελεί δήλωση εθελούσιας εξαίρεσης από τη γενικευμένη επέκτασή του μεταγενέστερα, διακρίνω ορισμένες ασάφειες, που στη συνέχεια θα επιχειρήσω να ξεδιαλύνω. (Στο σημείο αυτό μόνο μία ακόμη υπογράμμιση: Η επέκταση των χωρικών υδάτων μιας χώρας, βεβαίως, είναι αποκλειστικά δική της υπόθεση, υπό την έννοια ότι το δικαίωμα ασκείται και αρχίζει να παράγει διεθνή αποτελέσματα μονομερώς! Τυχόν περαιτέρω διαιώνιση αποχής μιας χώρας από την αξιοποίησή του είναι που θα μπορούσε να γεννά αμφιβολία ως προς την ισχύ του, και όχι, φυσικά, η ενεργοποίησή του -έστω και μερική).              

Έχω την εντύπωση ότι η για πολλοστή φορά μικροκομματικών κινήτρων αναφορά της αντιπολίτευσης σε εθνικό θέμα, έχει ως συνέπεια να εκφεύγει της σημερινής δημόσιας συζήτησης (ή εν πάση περιπτώσει να υποτιμάται) ότι η επέλευσή του στις προτεραιότητες της Ελλάδας δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία, αλλ’ ως συντεταγμένη προσπάθεια αποκατάστασης της σοβαρά θιγείσας διεθνούς εικόνας της χώρας, για λόγους που δεν είναι του παρόντος. Πολύ περισσότερο η ανακίνησή του δεν προέρχεται από μια ανερμάτιστη εξωτερική πολιτική, αλλ’ -αντιθέτως- είναι απόρροια μακράς και επίμονης προσπάθειας, ιδίως σε ό,τι αφορά την προσπάθεια ρύθμισης διμερών διαφορών στις ελληνο-αλβανικές σχέσεις, στο ευρύτερο πλαίσιο των Βαλκανίων.

Ανάλογη επιταχυντική επίδραση στην απόφαση της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια άσκησαν και οι επισπευδόμενες εξελίξεις στις διαδικασίες εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων στην ελληνική ΑΟΖ σ’ όλο το φάσμα της, αρχής γενομένης και εδώ από το νότιο Ιόνιο και τη δυτική Κρήτη. Επισπευδόμενες εξελίξεις, μάλιστα, οι οποίες δεν αφορούν μόνο στην Ελλάδα αλλά επεκτείνονται και σ’ όλη την ανατολική Μεσόγειο Θάλασσα.

Στην περίπτωση των ελληνο-αλβανικών σχέσεων, η ευρισκόμενη σε πλήρη  εξέλιξη (και όπως διαφαίνεται πολύ κοντά σε οριστικές διευθετήσεις κοινής αποδοχής) προσπάθεια  διμερούς συμφωνίας για την οριοθέτηση των ΑΟΖ, καθώς και η αναγκαία για να τεθεί σε ισχύ η συμφωνία αυτή έγκρισή της από τα Τίρανα, εξηγεί πρωτίστως γιατί «θυμήθηκε» τώρα η Αθήνα τα 12 μίλια, ενώ τόσον καιρό τα είχε «ξεχάσει». (Υπενθυμίζεται, μάλιστα, ότι είναι η 2η φορά που επιχειρείται τα τελευταία χρόνια συνεννόηση Ελλάδας-Αλβανίας για το ίδιο θέμα. Την προηγούμενη φορά, παρ’ ό,τι υπήρξε διμερής συμφωνία και εγκρίθηκε αρχικά από την αλβανική Βουλή, στη συνέχεια με παρασκηνιακές παρεμβάσεις της Τουρκίας -που ενέτεινε τα προηγούμενα χρόνια τον παρεμβατισμό της στα Βαλκάνια με «όχημα» τον ισλαμισμό-  και με νεώτερη παρέμβαση της αλβανικής Βουλής, ήρθη η έγκριση).

Ωστόσο, η διμερής συμφωνία (ή και πολυμερής, αν είναι αναγκαίο, εν προκειμένω με την εμπλοκή και της Ιταλίας) για το θέμα οριοθέτησης της ΑΟΖ είναι θέμα τυπικά άσχετο και ασύνδετο με τα 12 μίλια. Η πολιτική αλληλεπίδραση του ενός στο άλλο είναι αυτονόητη, αλλά δεν συνιστά το ένα τυπικό παρακολούθημα ή συνέπεια του άλλου και τανάπαλιν. Κάλλιστα, δηλαδή, θα μπορούσε να έχει υπάρξει συμφωνία για την ΑΟΖ με την Αλβανία και να μην έχουν επεκταθεί τα ελληνικά χωρικά ύδατα στα 12 μίλια.

Όμως, η διεύρυνση των αποτελεσμάτων που παράγει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας μέσω των 12 μιλίων, από το συμβολικό αρχικά επίπεδο στο άμεσα πρακτικό, τα τελευταία χρόνια, λόγω της εντατικοποίησης εκμεταλλευτικών οικονομικών δραστηριοτήτων (π.χ. υδρογονάνθρακες), δημιουργεί νέες σχέσεις μεταξύ των δύο ζητημάτων. Επί παραδείγματι, με διακανονισμένες ΑΟΖ μεταξύ όμορων χωρών (οικονομική δραστηριότητα) αλλά χωρίς διευθέτηση ζητημάτων κυριαρχίας (πολιτική εκκρεμότητα) θα μπορούσαν να παραχθούν σοβαρά προβλήματα. Παρόμοια γκάμα ενδεχόμενων συνεπειών θα μπορούσε να αναζητήσει κανένας στο περιστατικό απόσυρσης της ιταλικής Eni από συμφωνημένες ερευνητικές γεωτρητικές δραστηριότητες στην κυπριακή ΑΟΖ, πριν μερικούς μήνες. Διότι, ανεξαρτήτως του εάν οι αυθαιρεσίες της Τουρκίας σε βάρος της κυπριακής ΑΟΖ έχουν οιαδήποτε βάση νομιμότητας, ή όχι, ο φορέας στον οποίο έχει παραχωρηθεί το δικαίωμα εκμετάλλευσης δεν αναζητά την επιζήτηση του κέρδους που προσδοκά να αποκομίσει στα διεθνή δικαστήρια, αλλά στη δεδομένη και αναγνωρισμένη  πανταχόθεν κυριαρχία που θα πρέπει να εγγυάται η χώρα που έκανε την παραχώρηση. (Κατά ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, μάλιστα, το περιστατικό απόσυρσης της ιταλικής Eni από την κυπριακή ΑΟΖ  -έστω και προσωρινά, όπως στη συνέχεια ανέφερε η ιταλική εταιρεία- έπαιξε σημαντικό ρόλο στην απόφαση Ελλάδας-Κοτζιά-Τσίπρα να επισπεύσουν την επέκταση των χωρικών υδάτων μας στα Ιόνιο στα 12 μίλια, ώστε να μην απομένουν αμφιβολίες για την ελληνική κυριαρχία στη θάλασσα του νοτίου Ιονίου Πελάγους).   

Κι όλ’ αυτά λαμβανομένου υπόψη ότι η Ελλάδα προχώρησε από το 2014 στον επίσημο καθορισμό των ορίων θαλάσσιων οικοπέδων προς εκμετάλλευση στη Δυτική Ελλάδα και νότια της Κρήτης, χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία με τις όμορες χώρες για τον ορισμό των ΑΟΖ. Αντ’ αυτού, εκκρεμούσης της ελληνο-αλβανικής διαφοράς στο Ιόνιο και με τα Τίρανα να καθυστερούν, η Ελλάδα κατέθεσε στον Ο.Η.Ε. τις γεωγραφικές συντεταγμένες των περιοχών των οικοπέδων προς παραχώρηση. Έτσι, η επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12μίλια είναι μια επιλογή που διασφαλίζει περαιτέρω τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας στα υπό εκμετάλλευση οικόπεδα στο Ιόνιο και αποσυνδέει, παράλληλα, την αξιοποίησή τους από τις διαδικασίες επιζήτησης συμφωνίας με την Αλβανία για την ΑΟΖ.

Την ίδια ώρα, η γενίκευση της γεωπολιτικής ρευστότητας στην ανατολική Μεσόγειο, ως μέρους της ευρύτερης μεσανατολικής αποσταθεροποίησης με επίκεντρο τη Συρία, είναι το άλλο βασικό αίτιο που έκανε την Αθήνα να αρχίσει να «βιάζεται» για την επέκτασή των χωρικών  υδάτων της στα 12 μίλια. Τούτη την ώρα, προχωρούν με ταχείς ρυθμούς οι συμφωνίες με Κύπρο και Αίγυπτο για τις εκμεταλλεύσεις στην ανατολική Μεσόγειο. Η ολοκλήρωση των συμφωνιών αυτών θα φέρει πολύ κοντά σε τελικούς διακανονισμούς το συμφωνημένο με βάση το διεθνές δίκαιο καθεστώς εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων στην περιοχή. Ωστόσο, πρόκειται για περιοχές που δεν καλύπτονται από τα 12 μίλια. Δηλαδή, είτε η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια, είτε όχι, οι συνθήκες εκμετάλλευσης στην περιοχή αυτή θα εξαρτηθούν από τις συμφωνίες μεταξύ των χωρών της περιοχής -διμερείς ή πολυμερείς- και όχι από τις εκεί επεκτάσεις χωρικών υδάτων των ενδιαφερόμενων χωρών στα 12 μίλια.

Η προαγωγή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο θέμα αυτό, δηλαδή η επέκταση των χωρικών υδάτων μας στο Ιόνιο με μονομερή ελληνική ενέργεια, εναλλακτικά έχει τεθεί στη δημόσια συζήτηση είτε με έκδοση Προεδρικών Διαταγμάτων, είτε με νομοθετικές ρυθμίσεις που θα ψηφιστούν από την ελληνική Βουλή.

Παρ’ ό,τι από κυβερνητικής πλευράς ακούγεται το μάλλον ήσσονος βάρους επιχείρημα ότι με νομοθετικές ρυθμίσεις κερδίζεται χρόνος (διότι η κοινοβουλευτική διαδικασία δεν υπόκειται -όπως τα Προεδρικά Διατάγματα- στην υποχρέωση έκδοσης απόφασης του ΣτΕ περί νομιμότητας της ρύθμισης που θα κατατεθεί τη Βουλή για ψήφιση), εδώ ο χρόνος έχει δευτερεύουσα σημασία. Η διαφορά έγκειται στο ότι με νομοθετική ρύθμιση η διασφάλιση της σύμφωνης γνώμης της αντιπολίτευσης πολιτικά θα διαπιστωθεί ευθέως, ή όχι, στη Βουλή. Έτσι, παρακάμπτεται η διαδικασία πολιτικής επιζήτησης ευρύτερης συναίνεσης για να προχωρήσει η επέκταση των 12 μιλίων, που εφ’ όσον η ευρύτερη συναίνεση θα είχε εξασφαλιστεί θα μπορούσε να προχωρήσει με Προεδρικά Διατάγματα. Παρ’ ό,τι δε σε πρώτη φάση κερδίζεται πράγματι χρόνος, τυχόν έγερση νομικών αμφισβητήσεων μεταγενέστερα και αφού η Βουλή θα έχει με την πλειοψηφία της σημερινής κυβέρνησης «περάσει» την απόφαση επέκτασης στα 12 μίλια, θα περιέπλεκε πολύ τα πράγματα. Και τούτο, διότι νόμοι που έχουν ψηφιστεί από την ελληνική Βουλή μπορεί  να αμφισβητηθούν με προσφυγές στα ελληνικά δικαστήρια. Έτσι, στο ενδεχόμενο τυχόν προσφυγής στα ελληνικά δικαστήρια κατά του νόμου επέκτασης των χωρικών υδάτων μας στα 12 μίλια (ας πούμε επειδή μια εταιρεία θα αντιδρούσε σε παραχώρηση εκμετάλλευσης σε ανταγωνίστριά της), θα προκαλούσε πολύ μεγαλύτερες καθυστερήσεις. Γι’ αυτό η κυβέρνηση (και ο πρωθυπουργός, ως αρμόδιος πλέον υπουργός) πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί και να επανεξετάσουν το ζήτημα, πριν οριστικά καταλήξουν στον χειρισμό του με ανάλογα μικροκομματικά ανακλαστικά, με τα οποία προσέρχεται στη συζήτηση η αντιπολίτευση.