5 Δεκ. 2018

Άγονη η αντιπολιτευτική γραμμή του ΚΙΝΑΛ

Η τελευταία ελπίδα

της κυρίας Γεννηματά

Με τον τελευταίο κύκλο δημοσκοπήσεων, νομίζω δεν θα απέμειναν πολλοί να θεωρούν βιώσιμη την προσδοκία το ΚΙΝ.ΑΛ. να ξεπεράσει τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στις επόμενες εκλογές (όποτε κι αν γίνουν) και να καταστεί κόμμα της κεντρικής πολιτικής σκηνής.

Όλα τα δεδομένα πιστοποιούν όχι μόνο την διατήρηση της πρόθεσης ψήφου για το ΚΙΝ.ΑΛ. σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, αλλά και τη σταθεροποίησή του σ’ έναν περιθωριακό πολιτικό ρόλο. Πολύ περισσότερο, την εικόνα αδιεξόδου για τη γραμμή  που ακολουθεί η παράταξη υπό την ηγεσία της κυρίας Γεννηματά, επιβεβαιώνει το πόσο ανεδαφικές φαίνονται στα μάτια του μέσου πολίτη, οι μικρο-μεγαλίστικες διακηρύξεις των στελεχών του ΚΙΝ.ΑΛ. ότι το κόμμα είναι η ουσιαστική αντιπολίτευση στη διακυβέρνηση Τσίπρα (και όχι η Ν.Δ.) και ότι το ίδιο είναι η βιώσιμη «τρίτη λύση», στον νεο-δικομματισμό της εποχής.

Μπορεί από μεριάς ΚΙΝ. ΑΛ. πολλά να λέγονται και να καταλογίζονται στην σχεδιασμένη πόλωση που επιβάλλουν ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Ν.Δ., σε μια προσπάθεια να δικαιολογηθεί η χρεοκοπία της αντιπολιτευτικής γραμμής Γεννηματά. Και, φυσικά, είναι αλήθεια ότι η πόλωση ευνοεί τα δύο μεγάλα κόμματα. Δεν αρκεί, όμως, να το διαπιστώνεις, για να το ανατρέψεις αυτό! Αναγκαία είναι μια αντιπολίτευση εναλλακτικού πολιτικού λόγου, απαλλαγμένη από τη βάσανο να πρέπει κάθε φορά να διευκρινίζει με ποιον θα συνεργαστεί μετεκλογικά και με σαφή πολιτικό προσανατολισμό, ώστε να διαφανεί η «διαφορετικότητα» (αν υφίσταται) που θα γινόταν κίνητρο υπερψήφισης του ΚΙΝ.ΑΛ.  στις επόμενες κάλπες.

Από το 2015, ήδη, σε αναλύσεις μου είχα υποστηρίξει ότι απαράβατος όρος πολιτικής ανάνηψης των υπολειμμάτων του πρώην ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν η καθαρή δήλωση ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί με κανέναν μεταξύ των ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Ν.Δ., ώστε σε μια πραγματική (και όχι virtual, όπως μέχρι σήμερα) πορεία εσωτερικής αυτοκριτικής καθαρτήριας διαδικασίας, να επιχειρηθεί (όσο γίνεται) να δομηθούν θεμέλια αποκατάστασης μιας πειστικής παραταξιακής σχέσης με τους πολίτες εν τη ρύμη του πολιτικού χρόνου. Αντ’ αυτού, το ΚΙΝ.ΑΛ. δεν καταφέρνει σε καμιά περίπτωση να πείσει ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί μετεκλογικά με κάποιο εκ των δύο κομμάτων εξουσίας. Ή, μάλλον, για να είμαι ακριβής, πείθει μόνον ως προς το ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., με το ενδεχόμενο σύμπραξης με τον μητστοτακισμό (και δη και σύμπραξης ρεβανσιστικού πολιτικού τύπου) να μένει διάπλατα ανοιχτό!

Οι πολίτες ακούνε τα στελέχη του ΚΙΝ.ΑΛ. να μιλούν δημόσια (π.χ. εγώ προ ημερών άκουσα τον κ. Μαλέλη) και ήδη προετοιμάζονται για την «ώρα της κωλοτούμπας», όπου η κυρία Γεννηματά, θα διαπιστώσει ότι «οι ανάγκες της χώρας επιβάλλουν συνεργασία» …με τον μητσοτακισμό και την ακροδεξιά. Το έζησαν επί προεδρίας Βενιζέλου στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., με τις γνωστές ολέθριες συνέπειες για τη χώρα και την παράταξη, και αναμένουν με μοιραίο τρόπο την επανάληψή του!  Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μολονότι τελευταία η κυρία Γεννηματά έχει ψελλίσει ότι δεν θα συνεργαστεί μετεκλογικά με τον κ. Μητσοτάκη, δεν πείθει κανέναν! Άρα, είτε η διαβεβαίωση  της επικεφαλής του ΚΙΝ.ΑΛ. ότι δεν θα συνεργαστεί με τον νεο- μητσοτακισμό δεν δηλώνεται στους δεσμευτικούς τόνους που απαιτούνται, είτε αμφισβητούνται ευθέως οι προθέσεις και η ειλικρίνειά της! Και σε τέτοιες συνθήκες η πολιτική ανάνηψη είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Χρειάζεται, δηλαδή, αλλαγή γραμμής, για να υπάρξει κάποια βελτίωση (αν δεν είναι ήδη πολύ αργά, όπως πολλοί άλλοι διατείνονται -κι εγώ δεν συμφωνώ μ’ αυτό).

Η παραταξιακή ανάνηψη μπορεί να έλθει, κατά τη γνώμη μου, αν το ΚΙΝ.ΑΛ. αντιμετωπίσει το project ενός come back στα πολιτικά μας πράγματα με καίριο λόγο, ως έναν εσωτερικό επώδυνο πολιτικό μαραθώνιο ανάκτησης αξιοπιστίας έναντι των πολιτών. Αντίθετα, αν το κόμμα εμμείνει στην κοντοπρόθεσμη διαχείριση των υπολειμμάτων του χώρου με κίνητρα δικαίωσης μιας ηγεσίας, της οποιασδήποτε ηγεσίας, εν προκειμένω της ηγεσίας Γεννηματά, δεν έχει τύχη. Αυτό που απώλεσε η ίδια η κυρία Γεννηματά -διαρκούσης της ηγεσίας της στο ΚΙΝ.ΑΛ.- είναι ακριβώς εκείνο που ήταν και το δυνατό στοιχείο της, ως προσδιοριστικό σημείο μιας τίμιας παραταξιακής αυτοκριτικής ενώπιον των πολιτών: Ότι θα μπορούσε να ήταν ένα πρόσωπο που θα αποφόρτιζε τον χώρο από τις δουλείες πρόσληψής του ως εξάρτημα κυβερνήσεων άλλων κομμάτων -και μάλιστα αντίπαλου ιδεολογικοπολιτικού προσήμου. Ότι θα επέβαλε στα αχόρταγα για τη νομή της εξουσίας στελέχη του ΚΙΝ.ΑΛ, που εξακολουθούν να κυριαρχούν στο κόμμα, την «πολιτική έρημο» της αντιπολίτευσης. Ότι, τέλος, δεν θα ήταν μια ακόμη μετα-παπανδρεϊκή ηγεσία διαμοιρασμού των παραταξιακών ιματίων μεταξύ φατριών νομής της κρατικής εξουσίας.

Σε τι συνίσταται η αλλαγή γραμμής, που θα μπορούσε να δώσει μια ευκαιρία -την τελευταία- για έξοδο από το πολιτικό περιθώριο;

Νομίζω, πως είναι 3 σημεία:

-Η πειστική, επιτέλους, και δεσμευτική ανάληψη της ευθύνης ενώπιον των πολιτών, ότι το ΚΙΝ.ΑΛ. θα αποτρέψει την παλινόρθωση  δεξιών (και πολύ περισσότερο ακροδεξιών) κυβερνήσεων, για τη διαχείριση της μετα-μνημονιακής Ελλάδας.

-Η γενναία πολιτική στροφή σε πολιτικές αριστερού πολιτικού προσήμου. (Σε δύο τελευταίες αναλύσεις μου προσπάθησα να εξηγήσω γιατί το ΚΙΝ.ΑΛ. με τις σημερινές θέσεις του ορίζεται ως νεο-φιλελεύθερη άποψη για την οικονομία αλλά και να δείξω ότι με τις ίδιες θέσεις το ΚΙΝ.ΑΛ. ούτε μία πολιτική αναδιανομής εισοδημάτων  υπέρ των ασθενέστερων, δεν μπορεί να αρθρώσει…)

-Η εν όψει ευρωεκλογών προσχώρηση σε μια ευρύτερη ατζέντα προοδευτικής ανασυγκρότησης της Ε.Ε., για την οποία δεν αρκεί κανένας να καταγγέλλει την ακροδεξιά ή τον λαϊκισμό, αλλά οφείλει να το υποστηρίζει εμπράκτως.

Εκτός από την αλλαγή γραμμής και την εγκατάλειψη της άγονης πρακτικής ανάληψης ενώπιον των πολιτών μη πειστικών δεσμεύσεων από το ΚΙΝ.ΑΛ., επίσης, χρειάζεται πλήρης αλλαγή στάσης έναντι εκείνων που εγκατέλειψαν τον ιστορικό μεταπολιτευτικό πολιτικό εκπρόσωπό τους, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., και εστράφησαν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Δεν μπορεί οι πολίτες αυτοί να αντιμετωπίζονται από το ΚΙΝ.ΑΛ., ως προδότες, αγράμματοι και πλέμπα, σανοφάγοι, λαθρεπιβάτες της συριζικής εξουσίας, και άλλα τοιαύτα. Η στάση αυτή, που -αρέσει δεν αρέσει- κυριαρχεί στην κοινή γνώμη για το πως αντιλαμβάνεται και μεταχειρίζεται το ΚΙΝ.ΑΛ. πρώην πασοκικούς ψηφοφόρους που πολιτικά μετοίκησαν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δεν είναι άλλο από αντίδραση αδίστακτων επί πολλά χρόνια νομέων της εξουσίας, που τους πήραν το φαΐ απ’ το στόμα.

Επειδή εγώ  μπορώ και συνομιλώ και με ΚΙΝΑΛίτες και με συριζαίους, σας μεταφέρω ότι εκείνο που περισσότερο απ’ όλα εξοργίζει πρώην ψηφοφόρους του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που στις περασμένες εκλογές ψήφισαν ΣΥ.ΡΙΖ.Α., και σήμερα επανεξετάζουν τη στάση τους, είναι ότι από το ΚΙΝ.ΑΛ. αισθάνονται πως αντιμετωπίστηκαν ως «πολιτική ιδιοκτησία» ενός σκληρού συστήματος εξουσίας για πολλά χρόνια. Δεν μπορεί, δηλαδή, να παραβλέπεται ότι το τεράστιο μέρος αυτών των πολιτών δεν ενήργησαν εκλογικά με κίνητρα υποκατάστασης ενός μηχανισμού πρόσβασης στην εξουσία μ’ έναν άλλο μηχανισμό (όπως το βλέπουν οι ΚΙΝΑΛίτες), αλλά τοποθετήθηκαν πολιτικά στο πλαίσιο εξελίξεων της περασμένης 8ετίας.

ε την ευκαιρία, να πω πως αυτό το τελευταίο πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με ελαφρές δημόσιες δηλώσεις στελεχών του ΚΙΝ.ΑΛ., «για ξεκάρφωμα», ότι τέτοιες προσβλητικές προσεγγίσεις δεν αφορούν στον απλό ψηφοφόρο που προτίμησε ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στις τελευταίες εκλογές. Δεν είμαι σε θέση να ξέρω αν στο ΚΙΝ.ΑΛ. έχουν επαφή με το πραγματικό πολιτικό κλίμα σ’ αυτά τα πολιτικά κοινά, αλλά το βέβαιο είναι ότι τον τόνο στα social media σε ό,τι αφορά αυτό το θέμα τον δίνουν οι «σημιτικοί» κύκλοι του κόμματος. Και η στάση αυτών των κύκλων απέναντι σε πολίτες, προς τους οποίους κατά δήλωσή του το ΚΙΝ.ΑΛ. απευθύνεται και φιλοδοξεί να τους εκφράσει, μόνον ατελείωτο πολιτικό ρεβανσισμό δείχνει, με συνέπεια να μην υπάρχει ούτε ένας εξ αυτών των προβληματιζόμενων ψηφοφόρων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στις τελευταίες εκλογές, που να σκέπτεται σήμερα ψήφο στο ΚΙΝ.ΑΛ..     

Εξ ίσου -και παράλληλα- απομακρύνει από το ΚΙΝ.ΑΛ. πολίτες που θα μπορούσαν να σκεφτούν την ψήφιση του κόμματος στις επόμενες εκλογές, και η αντίστοιχη εντυπωσιακή ανοχή του ΚΙΝ.ΑΛ. σε στελέχη του και κοινά που την ίδια ώρα στρέφονται προς τον μητσοτακισμό.  

Σε τέτοιες συνθήκες, το ΚΙΝ.ΑΛ. όχι μόνο δεν θα «πάρει» τίποτα από δυσαρεστημένους ψηφοφόρους του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αλλά όσο περνάει ο καιρός και συνεχίζεται η ίδια ρεβανσιστική στάση προς ταλανευόμενους  ψηφοφόρους του κυβερνώντος κόμματος, η πολιτική απόσταση θα μεγαλώνει και θα αποκτά δομικά χαρακτηριστικά αντιπαλότητας.

Διερωτώμαι, από ποιά δεξαμενή ψηφοφόρων θα μπορούσε να αντλήσει στήριξη το ΚΙΝ.ΑΛ. και δεν βρίσκω καμιά διαθέσιμη).  

Το ΚΙΝ.ΑΛ. όντας σε μια εξαιρετικά δυσχερή θέση και ταυτόχρονα πάσχοντας από το ολοφάνερο σύμπλεγμα ανωτερότητας που το χαρακτηρίζει, όταν ακούει κάποιος πολίτης τις βαρύγδουπες και σοβαροφανείς αναφορές των στελεχών και της επικεφαλής του, μοιάζει πλέον να βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτο-γελοιοποίηση του πολιτικού λόγου του. Επιτέλους, ας συνειδητοποιήσει ότι με τη θέση που κατέχει στον πολιτικό χάρτη, δεν δικαιούται να ομιλεί ως η αυριανή κυβέρνηση της χώρας. Προτάσεις δικαιούται κάνει και ως εκεί…  

Εκτός κι αν έχει ήδη κλείσει θέση στο κυβερνητικό αερόστατο του νεο-μητσοτακισμού, οπότε…