7 Δεκ. 2018

Η εκλογή ηγεσίας στο CDU

Όταν ένα διχασμένο κόμμα

ηγείται της ΕΕ…

Οι εσωκομματικές εκλογές για την ανάδειξη νέας ηγεσίας στο γερμανικό χριστιανοδημοκρατικό κόμμα, σε αντικατάσταση της καγκελαρίου Μέρκελ, φέρνουν εκούσες-άκουσες στην επιφάνεια τον βαθύτατο πολιτικό διχασμό μέσα στο CDU. Αποκαλύπτουν, επίσης, ότι ο διχασμός αυτός, που επιβεβαιώνεται πως υπάρχει εδώ και αρκετά χρόνια, επηρέασε καίρια τις αποφάσεις που ελήφθησαν για το σύνολο της ευρωζώνης, δεδομένου του κυρίαρχου πολιτικού λόγου της Γερμανίας, διά της κυβέρνησής της, στην Ε.Ε..

Το απολύτως αρνητικό και συγκλονιστικά ενδεικτικό αυτό γεγονός για τις διαδικασίες δημοκρατικής λειτουργικότητας στην Ε.Ε., προσλαμβάνει ακόμη πιο δραματικό τόνο, αφού από τις αναφορές και των 3 υποψήφιων για τη διαδοχή της κυρίας Μέρκελ στην ηγεσία του CDU, επιβεβαιώνεται ότι με τα ίδια ανακλαστικά θα διαχειριστεί όποιος επικρατήσει τη μελλοντική στάση του κόμματος στις ευρωπαϊκές κοινές υποθέσεις. Θα πρέπει, δηλαδή, οι πολίτες όλων των χωρών-μελών της Ε.Ε. να θεωρήσουν ως δεδομένο ότι το κριτήριο εκείνο που θα συνεχίσει  να επικαθορίζει το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον, δεν είναι πρωτίστως η προαγωγή των προταγμάτων της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας, αλλά η διατήρηση της συνοχής του CDU, όπου και θα λαμβάνονται πρώτα οι αποφάσεις, ώστε εν συνεχεία να επιβάλλονται και ως κοινοτικές επιλογές.  

Η ελληνική περίπτωση αποκαλύπτει με έντονα συμβολικό τρόπο, πόσο κακό έκανε αυτή η κατάσταση στην Ελλάδα, ως χώρας-μέλους της Ε.Ε., αλλά και συνολικά στην ευρωζώνη και την Ένωση. Ερωτήθηκαν οι 3 υποψήφιοι για την ηγεσία του CDU, τι θα έκαναν αν ήταν εκείνοι στην ηγεσία το 2015, οπότε και κλιμακώθηκε το ελληνικό ζήτημα. Η μία εκ των υποψηφίων δήλωσε πως θα έκανε ό,τι έκανε και η κυρία Μέρκελ, ο δεύτερος είπε πως θα έκανε ό,τι προσπάθησε  να κάνει (χωρίς επιτυχία, ως γνωστόν) ο κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, αποδιώχνοντας τη χώρα μας από την ευρωζώνη, και ο τρίτος συμφώνησε με τον δεύτερο. 

Ούτε ένας από τους 3 επίδοξους διαδόχους της κυρίας Μέρκελ δεν βρήκε τίποτα το προβληματικό στη διαδικασία με την οποία ελήφθησαν και επιβλήθηκαν εκείνες οι αποφάσεις.  Αν τυχόν επαναληφθεί τέτοια περιπέτεια (με την Ιταλία φερ’ ειπείν, αφού η Ελλάδα απομακρύνεται αυτήν την περίοδο από την επικίνδυνη ζώνη) και οι τρεις με τον ίδιο τρόπο θα ενεργούσαν. Θα προέβαιναν σ’ ένα ενδοπαραταξιακό bras de fer και όποιος επικρατούσε, η άποψή του θα εφαρμοζόταν και στην Ε.Ε..  

Κανένας από τους 3 δεν έκανε προσπάθεια να πείσει τους Γερμανούς να αρχίσουν να βλέπουν τη Γερμανία με ευρωπαϊκά μάτια, ενώ όλοι τους αρκέστηκαν στο δεδομένο ότι οι πολίτες τους βλέπουν την Ευρώπη ως γερμανική υπόθεση.    

Συγκαλύπτεται έτσι, και μάλιστα προκαταβολικά, το μεγάλο έλλειμμα δημοκρατίας που μαστίζει την Ε.Ε. στη σκιά της γερμανικού τύπου ενοποίησης υπό το ενιαίο νόμισμα και με πλήρη απουσία πολιτικών ενοποιητικών προταγμάτων, όπου ασφαλώς πρωτεύουσα θέση θα είχε ο σεβασμός στις δημοκρατικές διαδικασίες και στην πολιτική ισοτιμία των χωρών-μελών, όλων ανεξαιρέτως, και χωρίς μόνες αναγωγές στην οικονομική ισχύ εκάστης εξ αυτών. 

Πέραν αυτών, όμως, η διαδικασία εκλογής κομματικού διαδόχου στο CDU, αποκαλύπτει τη ρηχότητα ιδεολογικο-πολιτικών αναφορών του ισχυρότερου δεξιού κόμματος στην Ευρώπη, με τις οποίες καλείται να αντιμετωπίσει και να παράγει τρέχουσα και αποτελεσματική πολιτική έναντι των συγκλονιστικών γεγονότων που αλλάζουν τον κόσμο μας απ’ άκρου σ’ άκρη και φυσικά επηρεάζουν και την Ε.Ε...

Στο προσφυγικό, και οι 3 υποψήφιοι για την ηγεσία του CDU που ρωτήθηκαν τί θα έκαναν εάν εκλεγούν, διχάστηκαν σε υποστηρικτές της ανεκτικής πολιτικής Μέρκελ και σε αντιπάλους της. Ούτε ένας από τους τρεις δεν θεώρησε αναγκαίο να αναφερθεί στα παγκόσμιας εμβέλειας γενεσιουργά αίτια της προσφυγικής κρίσης, ως απόρροιας της  παραλόγως ανισομερούς κατανομής του πλούτου μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών, που συνιστά το υπαρξιακό αίτιο του προβλήματος. Ούτε ένας δεν θεώρησε αναγκαίο να προσεγγίσει το ζήτημα μέσω της πρόδηλης ανάγκης να επιβληθεί ειρήνευση σε ευρείες γεωγραφικές ζώνες όπου επικρατεί άδηλος αιματηρότατος πόλεμος, ωθώντας  εκατομμύρια αμάχων σε υποχρεωτικό εκτοπισμό από τις εστίες τους, ως όρου επιβίωσης τους. Το μέγα για την Ευρώπη κι ολόκληρο τον κόσμο προσφυγικό ζήτημα, έγινε έτσι γερμανική εσωτερική υπόθεση μικρομματικών σκοπιμοτήτων, με άξονα αν συμφωνούν οι επίδοξοι διάδοχοι Μέρκελ με την ακροδεξιά προσφυγική πολιτική Ζεεχόφερ, ή όχι. 

Στην οικονομία και τον δεύτερο γύρο της κρίσης που απειλεί να ξεσπάσει, τα ίδια!

Είναι αδιανόητο ότι τόσο μεγάλη και ισχυρή χώρα, που φιλοδοξεί, μάλιστα, να διευρύνει τον διεθνή ρόλο της, βλέπει με εσωτερικούς πολιτικούς όρους ολόκληρο τον κόσμο. Κι αν αυτό ισχύει για την παγκόσμια οπτική του Βερολίνου, πολύ περισσότερο για την Ευρώπη και την Ε.Ε..

Η εντυπωσιακή απουσία αναφορών σε πολιτικές για την Ευρώπη από τα 3 επίλεκτα πολιτικά στελέχη του γερμανικού πολιτικού προσωπικού, καθώς και η εξάντληση του προγραμματικού λόγου τους σε θεματολογία απευθυνόμενη σε εσωτερικά κοινά, θα μπορούσε να ήταν μια ακόμη δυσανεξία των Γερμανών να αντιμετωπίσουν τον εαυτό τους  μέσα στον κόσμο ως ισότιμο μέλος, και όχι ως προνομιούχο παίκτη. Θα ήταν κάτι τέτοιο, δηλαδή θα ήταν η εσωτερική πολιτική υπόθεση μιας χώρας, …αν δεν είχαν προηγηθεί ένεκα τέτοιας στάσης  όσα συνέβησαν τα προηγούμενα 100 χρόνια στην Ευρώπη. …αλλά κι αυτά θα ήταν κανένας έτοιμος να τα δει ως «ιστορία» (δηλαδή ως συμβολική επιρροή στα σημερινά), αν δεν «έτρεχαν» ήδη βαρύτατες συνέπειες για την ήπειρό μας.   

(Για να είμαι ειλικρινής, οφείλω να αναφέρω πως σ’ ένα μόνο θέμα πανευρωπαϊκής εμβέλειας περιορίστηκαν και οι 3 να αναφερθούν: Συμφώνησαν όλοι στην πρόταση Μακρόν για την ανάγκη δημιουργίας ευρωπαϊκού στρατού! Ωστόσο, περισσότερο με ανακλαστικά διαχείρισης του κόστους της πρότασης αυτής και με μια «νευρικού τύπου» θετική αντίδραση στο σκηνικό αυξημένης ισχύος διά των όπλων έχω την αίσθηση πως προσέτρεξαν άπαντες, αντί ουσιαστικής προσέγγισης στον στρατηγικό χαρακτήρα της πρότασης…)

Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, πρακτικό και σημειολογικό -αν κανένας προσέξει τις καθ’ αυτό πολιτικές διαφορές μεταξύ των 3 υποψηφίων για την ηγεσία του CDU- πόσο διχασμένο είναι στο εσωτερικό του σήμερα το κόμμα. Τα δύο ρεύματα που συγκρούονται, είναι απαράλλαχτα με εκείνα τα οποία υπήρχαν ως σήμερα. Η μία πλευρά  (ως σήμερα υπό την Άγγελα Μέρκελ), συνεχιστής της κεντροδεξιάς πολιτικής παράδοσης του Χέλμουτ Κολ, και από την άλλη η υπό τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε κληρονόμος της πούρας μεταπολεμικής δεξιάς του Αντενάουερ.

Με σημερινούς όρους και δεδομένης της έλλειψης πλεονασμάτων προς κατανομή στο ευρωπαϊκό πόπολο, η συνύπαρξη αυτή είναι πολιτικά αδύνατη, αν θα θέλαμε να είμαστε ρεαλιστές. Και τούτο, διότι ασφαλώς δεν μπορεί  να συμβιώνει σε ένα και το αυτό πολιτικό σαρκίο ο μετα-νεο-φιλελευθερισμός του Σόιμπλε, με την παραδοσιακή αντίληψη που έχει η Γερμανίδα καγκελάριος για τον καπιταλισμό στην Ε.Ε.. Αν, όμως, αυτό αφορά στη διατήρηση του CDU σε κατάσταση ανομολόγητης πολιτικής σχιζοφρένειας για να αποφευχθούν διαρροές του εκατέρωθεν προς το SPD και τους Πράσινους, από τη μία, και το FDP και την AfD (τη δεύτερη βοηθούντος και του προσφυγικού) από την άλλη, πώς θα μπορούσε να τύχει αποτελεσματικής διαχείρισης το αιτούμενο οριστικής υπέρβασης της οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη, υπό γερμανική πρωτοκαθεδρία; Ένα στοιχείο της σχιζοφρένειας αυτής ήδη ταλανίζει τη διευρωπαϊκή οικονομική συνεννόηση: Ενώ η Γερμανία (αν και με δυσκολία) έχει συμφωνήσει στην επιτάχυνση της τραπεζικής ενοποίησης που προώθησε ο Μακρόν, αρνείται να καταβάλλει το κόστος της επιλογής, με αποτέλεσμα το ενιαίο εγγυητικό απόθεμα για το σύνολο των ευρωπαϊκών τραπεζών να μένει στο αστείο ποσό των 75 δισ. ευρώ, περίπου, από τα 200-250 που ζητούσε η Γαλλία (κι αυτά λίγα ήταν…)

Παράλληλα, κι ίσως εδώ είναι το μεγάλο ζήτημα του διχασμού στο CDU ως επίπτωση για την κοινή μοίρα μας στην Ε.Ε., υπάρχει η μείζων πολιτική διαφορά σχετικά με το πώς θα αντιπαρατεθεί ο ευρωπαϊκός πολιτικός κόσμος του 21ου αιώνα στα ανερχόμενα νεο-φασιστικά ρεύματα και την ακροδεξιά που ενισχύεται στην ήπειρο. Μέσα στο CDU (εκτός από την αναμενόμενη ρητορική κατά των ακροδεξιών γερμανικών κομμάτων) συγκρούονται η πολιτική της υιοθέτησης μέρους της ακροδεξιάς πολιτικής ατζέντας, από τη μία, και ο καθαρός αποχωρισμός της απ’ αυτήν, από την άλλη. Η διαφορά αυτή φάνηκε ανάγλυφα όταν Μέρκελ και Ζεεχόφερ συγκρούστηκαν προσφάτως για το προσφυγικό. Ανάλογα ενδεικτικό (αν και λιγότερα γνωστό) είναι το επίσης πρόσφατο περιστατικό με τις κινητοποιήσεις ακροδεξιών σε γερμανικές πόλεις.

Οι υποστηρικτές υιοθέτησης μέρους της ακροδεξιάς ατζέντας από το  CDU, διατείνονται ότι έτσι συγκρατούνται πολιτικά κοινά που ρέπουν στην ακροδεξιά. Η άλλη πλευρά,  προφανώς έχει άλλη οπτική. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πανευρωπαϊκά πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα; Ήδη, το φλερτάρισμα δεξιών ευρωπαϊκών κομμάτων με ακροδεξιούς σχηματισμούς, ακόμη και σε συγκυβερνήσεις, δεν φαίνεται να εκτονώνει το φαινόμενο, αλλά, αντίθετα, να το ενδυναμώνει. Πέραν αυτού, η ανοχή στους κόλπους της ευρωπαϊκής δεξιάς πολιτικών σχηματισμών, όπως του κ. Όρμπαν στην Ουγγαρία, με σαφή τάση σε εθνικιστικές θεάσεις των πραγμάτων, σηματοδοτεί το υπαρξιακό ιδεολογικο-πολιτικό αδιέξοδο του χώρου. Αντί για παραγωγή νέας συντηρητικής πολιτικής για την Ευρώπη, γιατί αυτή είναι η «δουλειά» των δεξιών κομμάτων στην Ε.Ε. -του CDU συμπεριλαβανομένου- ασκήσεις τακτικής προσέγγισης ακροδεξιών κοινών, που τελικά εκείνα δίνουν τον τόνο. Ειδικά η Γερμανία υπό το CDU ευθύνεται πολύ για την προσφορά πολιτικής κάλυψης σε αμιγώς φιλο-ναζιστικά σχήματα στην Ουκρανία (υπό το πρόσχημα ανακοπής της ρωσικής διείσδυσης), τις βαλτικές χώρες και την ανατολική Ευρώπη γενικότερα. Αυτή είναι η πολιτική ματιά, υπό την οποία ο αυριανός αρχηγός του CDU θα προσεγγίσει το σημερινό ακροδεξιό φαινόμενο στην Ε.Ε.; Αν ναι, ας ανησυχούμε και ας είμαστε έτοιμοι για τα χειρότερα!                      

Εν κατακλείδι, επειδή αδυνατώ (ή, ψυχολογικά, επειδή το απεύχομαι και γι’ αυτό το ξορκίζω) να δω το ευρωπαϊκό μέλλον ως ακροδεξιά συνέχεια, καταλήγω να αποδίδω το άγονο του εσωκομματικού σκηνικού στο CDU σε χρεοκοπία ιδεολογικού αυτοπροσδιορισμού και νομίζω πως θα ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός ενστίκτων πολιτικής αυτοσυντήρησης της κοινής ευρωπαϊκής υπόθεσης. Αυτό, μόνο με αντιδεξιές πολιτικές αναφορές θα μπορούσε να προκύψει.

Εξειδικεύοντας τη συζήτηση στο CDU, διότι περί αυτού ο λόγος, είτε θα επικρατήσει η κεντρώα μερκελική εκδοχή -και μάλιστα χωρίς τα σοϊμπλικά βαρίδια- και το κόμμα θα ενισχυθεί, είτε θα παραταθεί η πολιτική ξηρασία μεταξύ δεξιών και ακροδεξιών, όπως σήμερα, και η συνέχεια θα είναι δύσκολη. Αν οι 3 επίδοξοι διάδοχοι δεν το βλέπουν αυτό το δίλημμα και το αναγάγουν σε τρέχουσα διένεξη εσωκομματικών μηχανισμών, δεν βλέπω πώς το CDU θα μπορούσε να ανακόψει την πορεία φθοράς. Ίσως η απόφαση της Άγγελα Μέρκελ να εγκαταλείψει ένα τόσο ρηχό πολιτικά κόμμα, αποδειχτεί ότι δεν ήταν προϊόν της επιθυμίας της να διευκολύνει την παράταξή της, αλλά προσπάθεια μίας «αλά Μακρόν» κίνησης να γίνει ηγέτιδα της Γερμανίας (και της Ευρώπης) χωρίς εξαρτήσεις και δουλείες από εξουσίες ξεπερασμένων και γερασμένων κομμάτων.