8 Δεκ. 2018

H τελευταία φάση του σκοπιανού

Μετά την τυχόν επικύρωση από την Ελλάδα

ουδέν λάθος θα αναγνωρίζεται... 

Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας αναθεώρησης του συντάγματος της πΓΔΜ, η επόμενη φάση -και τελευταία, πριν την ολοκλήρωση των ρυθμίσεων της συμφωνίας των Πρεσπών και την απελευθέρωση της ενταξιακής κίνησης της γειτονικής χώρας προς το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε.- η ευθύνη περνάει στην Ελλάδα.

Η διαχείριση της τελικής φάσης του ζητήματος από τη χώρα μας είναι κρίσιμη διότι μετά την ολοκλήρωσή της «ουδέν λάθος θα αναγνωρίζεται». Μ’ άλλα λόγια, δεν είναι μόνο η τυπική πτυχή κύρωσης της συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή, που είναι απαράβατος όρος για να προχωρήσει εκατέρωθεν η συμφωνία, αλλά είναι και η τελευταία εναπομένουσα ευκαιρία στα δύο μέρη να προβούν σε οριστικές διευθετήσεις ασαφειών που αναμφίβολα εμπεριέχονται σε συμφωνίες για τόσο λεπτά και σύνθετα ζητήματα. Αντίθετα, μετά την κύρωση της συμφωνίας από την ελληνική Βουλή, για τυχόν ασάφειες που μεταγενεστέρως θα προέκυπταν, αρμόδια πλέον θα είναι τα διεθνή δικαστήρια.

Η γενική στάση της σκοπιανής πλευράς ως σήμερα ήταν παραγωγική. Παρ’ ό,τι ο Ζόραν Ζάεφ πιέστηκε πολύ στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, όπως αναμενόταν, τήρησε μια στάση υπηρέτησης του γράμματος και του πνεύματος «καλής συνεννόησης» που καταγράφεται στη συμφωνία των Πρεσπών. Δεν χρειάστηκαν μέχρι πριν λίγες μέρες παρά μερικές ήπιες προειδοποιήσεις από μεριάς της Αθήνας, όποτε κινήθηκε προς εκτροχιασμό από το καλό κλίμα, για να επανέλθει  στις ράγες.

Σήμερα, που οι πολλές δυσκολίες για τον κ. Ζάεφ πέρασαν, και δεν έχει ανάγκη να προσφύγει σε ηρωικού τύπου αναφορές περί του μακεδονισμού και τα τοιαύτα,  προκαλεί εντύπωση γιατί δύο φορές έθεσε θέμα «μακεδονικής γλώσσας». Η στάση του δεν μπορεί άλλο να εξηγείται ως αποτέλεσμα λάθους ένεκα της πίεσης που δέχεται. Και τούτο, διότι επανήλθε στο θέμα, παρ’ ό,τι την αρχική αναφορά του σ’ αυτό ακολούθησαν ρητές και σκληρές προειδοποιήσεις από τον Έλληνα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο, αλλά χρειάστηκε να απευθυνθούν αυστηρές προειδοποιήσεις προς τον σκοπιανό πρωθυπουργό τόσο από μεριάς του Ο.Η.Ε. (διά του κ. Νίμιτς) αλλά και του ΝΑΤΟ (με σχετικές δηλώσεις Στόλτενμπεργκ), να είναι προσεκτικός στις αναφορές του.

Η επίσημη αντίδραση της Ελλάδας στη δεύτερη αναφορά Ζάεφ σε «μακεδονική γλώσσα», ως τώρα έχει περιοριστεί σε αοριστολογίες Τζανακόπουλου περί της γενικής ανάγκης να προχωρήσει η εφαρμογή της συμφωνίας των Πρεσπών, ως ευκαιρίας για την επίλυση ενός χρονίζοντος εθνικού προβλήματος για την Ελλάδα. Καμιά σχέση με τον αυστηρό τόνο, με τον οποίο ο Έλληνας Πρόεδρος της Δημοκρατίας, λίγες μέρες νωρίτερα είχε ξεκαθαρίσει ότι η χώρα μας δεν θα δεχτεί αυθαίρετες -και πολύ περισσότερο αλυτρωτικές- ερμηνείες της συμφωνίας των Πρεσπών, από την πλευρά της πΓΔΜ.

Ο ίδιος ο Έλληνας πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, στο πλαίσιο κοινής συνέντευξης με τον Ρώσο πρόεδρο Β. Πούτιν στο Κρεμλίνο, επίσης απέφυγε να αντιδράσει στους υψηλούς τόνους που θα δικαιολογούνταν από ελληνικής πλευράς μετά τη δεύτερη αναφορά Ζάεφ σε «μακεδονική γλώσσα».  Ο κ. Τσίπρας επί λέξει είπε: «Πιστεύω ότι η Συμφωνία των Πρεσπών θέτει σε μια δίκαιη βάση το πρόβλημα και αντιμετωπίζουμε και την ανάδυση εθνικιστικών τάσεων και διενέξεων που θα μπορούσαν να προκύψουν στην περιοχή».

Κατά τη γνώμη μου πρόκειται για πολύ εσφαλμένη διατύπωση από μεριάς Τσίπρα, αφού οι αναφορές Ζάεφ σε «μακεδονική γλώσσα» την πρώτη φορά αφορούσαν σε διδασκαλία της στην Ελλάδα, και τη δεύτερη φορά, αν και δεν επαναλήφθηκε το ίδιο, σαφώς η μικρή χρονική απόσταση των αναφορών Ζάεφ τις θέτει στο ίδιο πλαίσιο προαγωγής συμφερόντων της πΓΔΜ. Όμως, με την σαφή αναφορά Ζαέφ στο θέμα σε πλαίσιο σχετιζόμενο με δικαιώματα πολιτών του «μακεδονικού λαού» στην Ελλάδα, αναφύονται τεράστια προβλήματα σχετιζόμενα με δικαιώματα δήθεν «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα, η οποία από το διεθνές δίκαιο, εάν υφίστατο τέτοια μειονότητα, θα είχε δικαίωμα να διδάσκεται τη γλώσσα της καθώς και να προστατεύεται αναλόγως σε όλες τις δραστηριότητές της. Πρόκειται για ανοιχτά αλυτρωτική αναφορά του κ. Ζάεφ, την οποία δεν μπορεί ο κ. Τσίπρας να μην αντιλαμβάνεται, όταν κάνει λόγο από το Κρεμλίνο σε «…ανάδυση εθνικιστικών τάσεων…», από τις οποίες προστατεύει η συμφωνία των Πρεσπών!

Κατανοώ ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν ήθελε ενδεχομένως να σκιάσει την προσπάθεια του στη Μόσχα για επανόρθωση του κλονισμού στις ελληνο-ρωσικές σχέσεις, αναφερόμενος σε άλλα θέματα. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να προάγεται παραβλέποντας τις απαράδεκτες αναφορές Ζάεφ!

Για τον σχηματισμό πλήρους εικόνας των πραγμάτων, να θυμίσω ότι η συμφωνία των Πρεσπών αναφέρει:

- Άρθρο 1 εδ 3γ: «Η επίσημη γλώσσα (της πΓΔΜ) θα είναι η «μακεδονική γλώσσα» όπως αναγνωρίστηκε από την Τρίτη Συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την τυποποίηση των γεωγραφικών ονομάτων που διεξήχθη στην Αθήνα το 1977, και περιγράφεται στο άρθρο 7 (3) και (4) της παρούσας συμφωνίας»,

- Άρθρο 1 εδ 3δ: «Οι όροι «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» έχουν την έννοια που αποδίδεται στο άρθρο 7 της συμφωνίας», και

- Άρθρο 7: «1.Τα μέρη αναγνωρίζουν ότι η εκατέρωθεν αντίληψή τους ως προς τους όρους «Μακεδονία» και «Μακεδόνας» αναφέρεται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και ιστορική κληρονομιά.

2.Αναφορικά με την Ελλάδα, με αυτούς τους όρους νοούνται όχι μόνο η περιοχή και ο πληθυσμός της βόρειας Ελλάδας αλλά και τα χαρακτηριστικά τους, καθώς και ο ελληνικός πολιτισμός, η ιστορία, η κουλτούρα και η κληρονομιά αυτής της περιοχής από την αρχαιότητα έως σήμερα.

3.Αναφορικά με την πΓΔΜ, με αυτούς τους όρους νοούνται η επικράτεια, η γλώσσα, ο πληθυσμός και τα χαρακτηριστικά τους, με τη δική τους ιστορία, πολιτισμό και κληρονομιά, διακριτώς διαφορετικά από αυτά που αναφέρονται στο παραπάνω εδάφιο (άρθρο 7.2)

4.Η πΓΔΜ σημειώνει ότι η επίσημη γλώσσα της, η Μακεδονική γλώσσα ανήκει στην ομάδα των νότιων σλαβικών γλωσσών. Επίσης, τα δύο μέρη σημειώνουν ότι η επίσημη γλώσσα και τα άλλα χαρακτηριστικά της πΓΔΜ δεν έχουν σχέση με τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, την ιστορία, την κουλτούρα και την κληρονομιά της βόρειας περιοχής της Ελλάδας».

Η έγερση ζητήματος «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα από τον Ζάεφ αιφνιδίως, και μάλιστα αφού από μεριάς του έχει περίπου ολοκληρωθεί η διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης, δεν μπορεί να είναι μια αστοχία διατύπωσης. Είναι σκόπιμη (πολύ περισσότερο εφ’ όσον επανήλθε) και αποσαφηνίζει τον τρόπο με τον οποίο οι γείτονές μας  συνεχίζουν να αντιλαμβάνονται τη βόρεια Ελλάδα, ως περιοχή δυνάμει δικού τους ενδιαφέροντος, ακόμη κι αν το ενδιαφέρον αυτό περιοριζόταν σε θέματα σχετικά με την ανύπαρκτη «μακεδονική μειονότητα».

Οι αναφορές Ζάεφ, επίσης, παραβιάζουν σαφώς άλλες ρυθμίσεις της συμφωνίας των Πρεσπών. Μεταξύ άλλων, παραβιάζουν προβλέψεις του προοιμίου της συμφωνίας, όπου τα δύο μέρη δεσμεύονται να απέχουν από αλυτρωτικές και αναθεωρητικές συμπεριφορές καθώς και να μην επεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις η μία της άλλης.      

Τέλος, αν δεν γίνει τώρα και εξ αφορμής των αναφορών Ζάεφ χρήση πρόβλεψης της συμφωνίας των Πρεσπών, η οποία ορίζει ότι όποιο από τα μέρη, η Ελλάδα ή η πΓΔΜ, κρίνουν ότι το άλλο μέρος παραβίασε τη συμφωνία οφείλει να το γνωστοποιήσει και να επιδιώξει λύση με διαπραγματεύσεις, τότε πότε θα γίνει; Επαναλαμβάνω κάτι που ανέφερα στην αρχή: Αν κυρωθεί από την Ελλάδα η συμφωνία, μετά λόγο έχουν μόνον τα διεθνή δικαστήρια!

Πριν μήνες (τον περασμένο Ιούνιο, συγκεκριμένα, όταν έγινε γνωστή η συμφωνία) σε μια ανάλυσή μου σημείωνα: «…ανεξαρτήτως των μεγάλων υποχωρήσεων της γειτονικής χώρας (θα ήταν βραδύνους ή θεόστραβος όποιος δεν τις βλέπει), η πΓΔΜ δεν αίρει τη στρατηγική επιδίωξή της να υποβλέπει ελληνικά συμφέροντα, με επίκεντρο την Μακεδονία. Δεν πιστεύω κι εγώ πως οι γείτονές μας θα το κάνουν ποτέ αυτό. Ούτε ο αδύναμος χαρακτήρας του κράτους τους, συνιστά λόγο να το παραβλέπουμε αυτό. Η συνεκτική και συγκροτητική αφετηρία της δημιουργίας του κράτους αυτού με τη Μακεδονία είναι αυταπόδεικτη. Και σε κάθε περίπτωση προσωπικά αδυνατώ να αντιληφθώ πως η ηγεσία και οι πολίτες της πΓΔΜ, εις αναζήτηση ταυτοτικών αυτοπροσδιορισμών, εθνικών, ιστορικών και πολιτισμικών, παραμερίζουν την αναμφίβολη και κυριαρχούσα εδώ σλαβική προέλευσή τους, για μια ιστορικά και επιστημονικά τόσο αμφιλεγόμενη εθνική και πολιτισμική οντότητα, όπως ο «μακεδονισμός», χωρίς άλλα κίνητρα. Άλλωστε, αν υπάρχουν άλλα τέτοια αγαθά κίνητρα, ας τα εξηγήσουν!...»

Μόνος τρόπος να αποτραπεί  αυτή η δυσμενής για την Ελλάδα εξέλιξη, είναι άμεσα να διαμηνυθεί τυπικά στην πΓΔΜ, και πριν έρθει η συμφωνία στην ελληνική Βουλή για κύρωση, ότι οι αναφορές Ζάεφ σε «μακεδονική γλώσσα» για Έλληνες πολίτες, συνιστούν ρητή παραβίαση της συμφωνίας των Πρεσπών και είτε μονομερώς θα πρέπει να παρθούν πίσω, είτε θα πρέπει πριν την κύρωση από την ελληνική Βουλή να ρυθμιστεί με πρόσθετη ερμηνευτική δήλωση η διαφορά. Αν δεν το δεχτεί η σκοπιανή πλευρά, τότε δεν μπορεί  να προχωρήσει παραγωγικά η συμφωνία των Πρεσπών.