16 Δεκ. 2018

Ώρα για αλλαγές στην οικονομική πολιτική

Πλεονάσματα και υπανάπτυξη

Η συζήτηση στη Βουλή για τον κρατικό προϋπολογισμό -αρέσει δεν αρέσει, τον πρώτο μετα-μνημονιακό εδώ και 8 έτη- θα ήταν μια θαυμάσια ευκαιρία να τεθεί επί τάπητος το περίφημο «στρατηγικό σχέδιο για την ελληνική οικονομία», που πομπωδέστατα εντοπίζει εδώ και καιρό η αντιπολίτευση -και δικαίως- ως έλλειμμα πολιτικής της κυβέρνησης για τη χώρα από ‘δω και πέρα.

Για να είμαι ειλικρινής δεν έτρεφα ελπίδες ότι θα γινόταν τέτοια συζήτηση!

Διότι, από τη μία υπάρχει μια πολιτική παράταξη που διαχειρίζεται τα δημόσια οικονομικά υπό τις δουλείες 2 περιορισμών:

1. Τις δεσμεύσεις έναντι των δανειστών (που όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά ακόμη και για τις δικές τους οικονομίες επιδεικνύουν ειδεχθή εμμονή σε αντι-αναπτυξιακές δημοσιονομικές πολιτικές, παρά τα τεράστια προβλήματα που γεννούν), και

2. Τον προεκλογικό χαρακτήρα του προϋπολογισμού.

Από την άλλη υπάρχει μια αντιπολίτευση, η μείζων αλλά και η ελάσσων,  αυτο-παγιδευθείσα στην αφηγηματική απεικόνιση της αναλήθειας, δηλαδή στον μύθο ότι παραμένουμε υπό μνημονιακή επιτήρηση:

- Στη Νέα Δημοκρατία υπό τη χειρότερη ηγεσία παρά ποτέ στην παραταξιακή ιστορία, αντί να ακούγονται θέσεις από μια υποτίθεται «κυβέρνηση εν αναμονή», όλα αρχίζουν και τελειώνουν στην αυτο-εξευτελιστική και κωμικοτραγική εικόνα βουλευτών (υποτίθεται «εν αναμονή υπουργών») που προσπαθούν να αποδείξουν το ψεύδος: ότι βρισκόμαστε στο 4ο μνημόνιο!

- Στο ΚΙΝ.ΑΛ. χάνεται μια ακόμη μεγάλη ευκαιρία ορθολογιστικής απεύθυνσης σε χαμένα εκλογικά κοινά, με αναφορές οικονομικής πολιτικής νεο-φιλελεύθερου προσήμου, για την κατά την εκτίμηση της παράταξης ακολουθητέα οικονομική πολιτική.

Ωστόσο, στο σκηνικό του προϋπολογισμού δεσπόζει το μεγαλύτερο ζήτημα προσανατολισμού της ελληνικής οικονομίας για τα επόμενα χρόνια, που θα μπορούσε να ορίσει πολιτικές στις οποίες από τις αναφορές όλων των κομμάτων προκύπτει ότι όλα συμφωνούν: Χρειάζεται απεμπλοκή από την παγίδα των υψηλών πλεονασμάτων, διότι η υπέρμετρη συσσώρευσή τους αποκόπτει πόρους που θα μπορούσαν έχουν  διατεθεί για αναπτυξιακούς σκοπούς!

Από καιρό, σε αναλύσεις μου έχω επισημάνει ότι η συμπίεση έως εξαφάνισης του προγράμματος δημόσιων επενδύσεων είναι αντι-αναπτυξιακή δημοσιονομική πρακτική, ιδίως σε περιόδους, όπως σήμερα, κατά τις οποίες συντρέχει η έλλειψη διαθεσιμότητας κεφαλαίων για επένδυση σε παραγωγικές δραστηριότητες. Η επιμονή της κυβέρνησης στην πολιτική των  υπερ-πλεονασμάτων κατά την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού, μπορεί να λειτουργεί κατευναστικά για τους δανειστές και τις αγορές ως διασφάλιση πρόθεσης της ελληνικής οικονομίας να μην κινηθεί προς μια «νέα γενιά ελλειμμάτων», από την άλλη, όμως, αποστερεί από τον δημόσιο τομέα τον ρόλο του ως καίριο υποκατάστατο στις ελλείπουσες  ιδιωτικές επενδύσεις, για την ενεργοποίηση των αναπτυξιακών ανακλαστικών της οικονομίας.

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ότι η πολιτική αυτή είναι καθαρά προοδευτικού προσανατολισμού και σε αντίστιξη με τη νεο-φιλελεύθερη αυτοαπαγόρευση οιασδήποτε επενδυτικής κίνησης από μεριάς του κράτους, ως δήθεν αντι-αναπτυξιακής.

Από την άλλη πλευρά,  το γεγονός ότι η απελθούσα καταστροφική διακυβέρνηση Σαμαρά είχε συναινέσει σε πλεονάσματα του αστρονομικού επιπέδου του 4,5%, δεν συγχωρεί ότι κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. διαπράττει το ίδιο λάθος σε χαμηλότερο βαθμό σφάλματος.

Ποιά είναι, λοιπόν, η πολιτική βάση εμμονής της σημερινής κυβέρνησης στη λάθος πολιτική, που φυσικά δεν θεραπεύεται από το γεγονός ότι τα συμφωνημένα με τους δανειστές πλεονάσματα του 3,5% κινούνται σε χαμηλότερα επίπεδα από όσο είχε συμφωνήσει ο μοιραίος Σαμαράς;

Η απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα ανευρίσκεται στο πώς η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. διαχειρίζεται και πώς διαθέτει τα ποσά που εξασφαλίζονται από τα υπερ-πλεονάσματα, μεταξύ των άλλων προερχόμενα και από τις περικοπές δημόσιων δαπανών και ανάμεσά τους μειώνοντας τους πόρους από τα προγράμματα δημόσιων επενδύσεων!

Η σημερινή κυβέρνηση, δηλαδή, διαθέτει ό,τι υπερβαίνει τον συμφωνημένο με τους δανειστές στόχο πλεονάσματος 3,5% σε κοινωνική πολιτική, «αποκατάστασης των αδικιών», όπως την έχει βαφτίσει. Αναμφίβολα, αποκατάσταση αδικιών έχει εδραία πολιτική νομιμοποίηση να επιχειρείται! Όμως, η ανάνηψη της ελληνικής οικονομίας, στον βαθμό και το μέτρο που αυτή είναι ο σκοπός στην παρούσα φάση και υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι η άλλη μεγάλη ευθύνη της κυβέρνησης Τσίπρα. Η οποία εξαϋλώνοντας τις δημόσιες επενδύσεις που είχαν προγραμματιστεί και οι σχετικές πιστώσεις ήταν διαθέσιμες, χάνει μια σπάνια ευκαιρία αναβάθμισης του κρίσιμου παρεμβατικού λόγου του δημόσιου τομέα στην ανάπτυξη, αφήνοντας χώρο στην ιδελογικο-πολιτικά αντίπαλη με τη δική της νεο-φιλελεύθερη οπτική της ηγεμονίας του ιδιωτικού τομέα στις επενδύσεις, να φαίνεται πως είναι η μόνη λύση –ενώ δεν είναι!   

Το σημείο τριβής μεταξύ της ευρωπαϊκής δεξιάς και αριστεράς σχετικά με το αναπτυξιακό λόγο του δημόσιου τομέα στο καθόλου ελπιδοφόρο σκηνικό που αφήνουν οι σκληρές περιοριστικές πολιτικές διαχείρισης της κρίσης στην ευρωζώνη από το 2010 ως σήμερα, δεσπόζει εκ των πραγμάτων στον πολιτικό διάλογο εν όψει ευρωεκλογών. Το ζήτημα αυτό, ως θέμα εσωτερικής πολιτικής ανά χώρα, σε συνδυασμό με το προσφυγικό και τις συνέπειες αντιμετώπισής του με ακροδεξιά ανακλαστικά από την Ε.Ε., θα επηρεάσουν καίρια τα ευρωπαϊκά εκλογικά κοινά.

Τις θλιβερές συνέπειες του προσφυγικού, με τους χιλιάδες πνιγμούς κατατρεγμένων στη Μεσόγειο και την πολιτική ενδυνάμωση της ακροδεξιάς τις ζούμε εδώ και καιρό.

Τις νεο-μονεταριστικές εμμονές, όμως, της γερμανικής ευρωζώνη μόλις αρχίσαμε να τις βλέπουμε! «Πρεμιέρα» έγινε στην τελευταία σύνοδο κορυφής της Ε.Ε., όπου ως «λύση» για τον επιμερισμό ανά χώρα του κόστους του Brexit, προωθείται η εξασφάλιση πόρων με μεγαλύτερες περικοπές σε βάρος των ασθενέστερων χωρών της ευρωζώνης (που έχουν και τη μεγαλύτερη ανάγκη στήριξης), αντί σε βάρος των ισχυρότερων χωρών-μελών.                                          

Άκουσα τις σκληρές δηλώσεις Τσίπρα από τη σύνοδο κορυφής απέναντι σ’ αυτό το ενδεχόμενο, οι αποφάσεις για οποίο θα οριστικοποιηθούν εντός του 2019.

Ο κ. Τσίπρας οφείλει, όμως, να γνωρίζει ότι μια χώρα με μηδενικές δημόσιες επενδύσεις, δηλαδή με προσλαμβανόμενη ως εικόνα άρνησης από τους εταίρους μας να χρησιμοποιήσει τον δημόσιο τομέα, ως κέντρο στρατηγικού προσανατολισμού των αυριανών επενδυτικών δραστηριοτήτων της οικονομίας της, χάνει το δικαίωμα διαμαρτυρίας για πόρους που της αφαιρούνται. Άλλωστε, μεγάλο μέρος αυτών που προωθείται να περικοπούν από την Ελλάδα, στην ΚΑΠ, την ενεργειακή πολιτική και την ενίσχυση της τεχνολογίας, θα πέρναγε από το πρόγραμμα δημόσιων επενδύσεων!    

Υπάρχει χρόνος αυτή η λάθος πολιτική να διορθωθεί! Με δύο τρόπους: Τη δέσμευση πλήρους αξιοποίησης των πιστώσεων για δημόσιες επενδύσεις το 2019 και την ενεργοποίηση επιλεγμένων συμπράξεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, στους 3 ανωτέρω τομείς.

Μετά την Τρίτη, οπότε και ψηφίζεται ο κρατικός προϋπολογισμός, ανοίγεται πεδίο δόξης λαμπρό! Αρκεί να μην κυριαρχήσει η προεκλογική ταυτότητα της οικονομικής πολιτικής του επόμενου έτους.