27 Δεκ. 2018

Τι δείχνουν οι δημόσιες αναφορές του Κυριάκου Μητσοτάκη

Ο ακατάλληλος αρχηγός

απειλεί την Ελλάδα

(Μέρος Γ΄- τελευταίο)

(...συνέχεια από το προηγούμενο...)

Σταματώ τη λεπτομερή παρουσίαση του έπους ψευδών του Κυριάκου Μητσοτάκη εδώ, διότι θεωρώ επαρκή την «απόδειξη» της ποιότητας του δημόσιου λόγου, της επαγγελτικής ειλικρίνειας του «αυριανού πρωθυπουργού» καθώς και της εν γένει δημόσιας παρουσίας του. Άλλωστε, όποιος θέλει να τα δει θα τα έχει ήδη επισημάνει και όποιος επιλέγει να εθελοτυφλεί με οποιοδήποτε κίνητρο, ας απολογηθεί στη συνείδησή του. Απλά έκρινα -και γι’ αυτό τα γράφω όλ’ αυτά- ότι η οργανωμένη παρουσίαση εδώ μέρους των αηθειών Μητσοτάκη είναι χρήσιμη ως καταγραφή.

Από τις πολιτικές συνέπειες όλων των ανωτέρω, όμως, αναδύεται ένας πολιτικός ζόφος, που συνιστά πραγματική απειλή ως δυνητικό μέλλον της χώρας.

Ακούω κυβερνητικά στελέχη καθώς και στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να πλατειάζουν στην τρέχουσα διακομματική αντιπαράθεση, επιχειρηματολογώντας ότι ΣΥ.ΡΙΖΑ. και Ν.Δ. είναι «δύο διαφορετικοί κόσμοι»  και άλλα τοιαύτα. Και για να το τεκμηριώσουν αυτό οι συριζαίοι έχουν αποδυθεί στην προσπάθεια να πείσουν περί της νεο-φιλελεύθερης πολιτικής Μητσοτάκη καθώς και περί της ακροδεξιάς πολιτικής που του αποδίδουν.

Φοβάμαι πως αυτά που λένε οι συριζαίοι είναι ανοησίες: Γιατί; Διότι τόσο ο νεοφιλελευθερισμός όσο και η ακροδεξιά είναι πολιτικές θέσεις. Θέσεις, με τις οποίες μπορεί κανένας να συμφωνεί ή να αντιπαρατίθεται μαζί τους μέχρις εσχάτων, αλλά το κάνει με ιδεολογικοπολιτικά κριτήρια και ανατρέχοντας σε πολιτικές αρχές.

Υπάρχουν τέτοια σημεία στον κ. Μητσοτάκη; Υπάρχουν, βεβαίως, αλλά έχω την εντύπωση πως δεν είναι αυτά που κυριαρχούν σε μια ατζέντα ουσιαστικής σκιαγράφησης των χαρακτηριστικών του σημερινού αρχηγού της Ν.Δ..

Εγώ, αντιθέτως, όσο καιρό είναι στην ηγεσία της Ν.Δ. ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης (στον οποίο κι εγώ στην αρχή πολιτικά επιχείρησα να αντιπαρατεθώ επειδή αυτοαναγορεύομαι ως αριστερών πολιτικών  προτιμήσεων), διακρίνω ότι αυτό που θα κυριαρχούσε σε μια καλή περιγραφή του είναι φυσικά από τη μία πλευρά η δεξιά ταυτότητά του (και με έντονες ακροδεξιές αναμφίβολα τάσεις), αλλά από την άλλη μια «ψεκασμένη» προσέγγιση στην πολιτική. Περισσότερο «ψεκασμένη», μάλιστα, από την αποδιδόμενη στον κ. Π. Καμμένο! Και οπωσδήποτε και πιο δεξιά από τον κ. Καμμένο, αν συνεκτιμηθούν σ’ αυτή τη σύγκριση το σκοπιανό και το προσφυγικό και οι εκατέρωθεν θέσεις Ν.Δ. και ΑΝ.ΕΛ..  …Και στην περίπτωση Καμμένου εκπροσωπήθηκε πολιτικά στην Ελλάδα η παράφρων και απελπισμένη μεταβλητή της μνημονιακής εκτροπής! Εδώ, ποιά πολιτική μεταβλητή είναι εκείνη που άγει τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη σ’ αυτήν την κατηφόρα;    

Διότι, τί άλλο εκτός από «ψεκασμένος» είναι εκείνος που δηλώνει επισήμως ενώπιον του κοινοβουλίου ότι διετέλεσε πολιτικός κρατούμενος σε παιδική ηλικία; Τί άλλο εκτός από κλονισμένη κρίση είναι εκείνη, που οδηγεί στην επιλογή να επιβάλλεται σε κομματικούς οπαδούς να κάθονται πάνω σε δεμάτια σανό για τους απευθύνει πολιτική ομιλία ο αρχηγός τους; Τί άλλο εκτός από ανεπάρκεια είναι να μέμφεται ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης την κυβέρνηση για παροχολογία, αλλά οι δικές του προτάσεις να κοστολογούνται με μεγαλύτερο δημοσιονομικό κόστος από εκείνο που ο ίδιος ορίζει ως απαγορευτικό. Τί άλλο εκτός από αδιανόητη ανικανότητα είναι να εξαγγέλλεις μέτρα μεγάλου θεσμικού και πρακτικού εκτοπίσματος, όπως η μεταβίβαση του ΕΝΦΙΑ στους Δήμους, χωρίς καμιά αίσθηση συνεπειών των λεγομένων σου; Τί άλλο εξόν από εκτός τόπου και χρόνου είναι εκείνος ο οποίος τόσο ανεύθυνα υιοθετεί την αφήγηση ότι η ελληνική κυβέρνηση αντάλλαξε την ακύρωση συμφωνημένων περικοπών στις συντάξεις με ολέθριες παραχωρήσεις σε μείζονα εθνική υπόθεση –και να το εννοεί, όχι να «παίζει» στα κοινωνικά δίκτυα; Τί άλλο εκτός από άγνοια είναι να θεωρεί ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης ως ένα σύνηθες πολιτικό «πάρε-δώσε» μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης και να έχει το θράσος να θέτει όρους για να συναινέσει στην αναθεωρητική διαδικασία; Τί άλλο εκτός από δημοκρατικά ασύμβατος είναι όποιος σε κρεσέντο θρασύτητας κατά των θεσμών διακηρύσσει στη Βουλή υπό την ιδιότητα αρχηγού κόμματος ότι εκείνος «θα επιβάλλει την τάξη» και όχι ο Πρόεδρος της Βουλής;

Κι αφήνω τις εξωγήινες αναφορές, ως ακραία εκδοχή ψεκάσματος…

Το χειρότερο χαρακτηριστικό για τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, όμως, και η πιο επικίνδυνη πτυχή της τυχόν ανάθεσης της τύχης της χώρας στα χέρια του είναι ότι ακριβώς αυτές οι φανερές ακαταλληλότητές του καθώς και η πρόδηλη ανεπάρκειά του, όπως αναδύεται από την «ψεκασμένη» αίσθηση κατανόησης των πολιτικών πραγμάτων από μεριάς του, φαίνεται να είναι εκείνα τα στοιχεία τα οποία τον καθιστούν προτιμητέο υιοθετηθέντα πολιτικό παράγοντα από μηχανισμούς πολιτικούς, οικονομικούς επιχειρηματικούς και μιντιακούς, που για την προαγωγή των συμφερόντων τους στέργουν και όχι βέβαια για τα συμφέροντα της χώρας, δηλαδή όλων μας!     

Διότι πίσω από την ασυλία οργανωμένης διά των φιλικών του μέσων ενημέρωσης συσκότισης των λεγόμενων και πεπραγμένων Μητσοτάκη, δεν μπορεί να ανιχνεύεται μια δημοσιογραφική αμέλεια. Τέτοιες αμέλειες στη δουλειά μας βεβαίως προκύπτουν, αλλά δεν αντέχουν στον χρόνο!

Πίσω από τη σιωπή αυτή, για το τί κάνει, τί λέει και τί κομίζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον δημόσιο βίο μας, υπάρχει ισχυρό πλέγμα σκοπιμοτήτων, μη πολιτικών, που είναι εκείνο που έχει τα μέσα να επιβάλλει τη φιλοτέχνηση αυτού του μεγάλου καμβά ψευδολογίας μπροστά στα μάτια των πολιτών. 

Κλείνω δανειζόμενος ένα απόσπασμα κειμένου του Διονύση Χαριτόπουλου από το βιβλίο του «Εγχειρίδιο βλακείας», Εκδόσεις Τόπος, 2008: «…Το υστερικά τυπικό και λιγόλογο ανθρωπάκι οχυρώνεται καχύποπτο προς όλους πίσω από ένα προσωπείο σοβαρότητας και σπουδαιότητας. Αυτή η μάρκα πονηρών βουλώνει τρύπες: πάντα κάπου θα διοριστούν πρόεδροι, διοικητές, βιτρίνα για να κάνουν από πίσω τα τσακάλια τη δουλειά τους. Ένας τέτοιος έφτασε να γίνει και πρωθυπουργός, δεν διέθετε καμία έμφυτη κοινωνική επιρροή (λάμψη, ευφυΐα, παράστημα, γοητεία, ευφράδεια), σιχαινόταν τη συνάφεια με τον κόσμο (μετά τις αναγκαστικές χειραψίες είχε στο αυτοκίνητο ένα μπουκαλάκι οινόπνευμα για να απολυμαίνει τα χέρια του) και ήταν τόσο σοβαρός που γινόταν αστείος. Όμως δεν χρειαζόταν να πείσει ο ίδιος για τίποτα, τη δουλειά είχαν αναλάβει εργολαβία τα κανάλια και οι εφημερίδες -και όποτε το επιχειρούσε, το σαθρό και ολίγιστο μέσα του τον εξέθεταν…»