28 Δεκ. 2018

Οι πληγές που άνοιξε ο νεο-φιλελευθερισμός

H απαξίωση του δημόσιου τομέα

στον καπιταλισμό

- Επιλογή η φυσική συνέπεια;

Με την για πολλοστή φορά αναστολή λειτουργίας σημαντικών τμημάτων του αμερικανικού δημοσίου λόγω έλλειψης χρηματοδότησης τεχνητώς προκληθείσας, αναφύεται εκ των πραγμάτων ένα ζήτημα σχετικά με τον ρόλο και την αναγκαιότητα του δημόσιου τομέα στον σημερινό καπιταλισμό. Σε ποιό βαθμό είναι νοητή στην εποχή μας η λειτουργία δημοκρατικά οργανωμένων πολιτικών συστημάτων χωρίς την παρουσία του δημόσιου τομέα; Και ποιές θα είναι οι συνέπειες από την τυχόν εμβάθυνση του φαινόμενου απαξίωσης των λειτουργιών του κρατικού μηχανισμού, με μονιμότερη διάρκεια -όπως απειλεί να πράξει ο Ντόναλντ Τραμπ; Και, τέλος, σε βάρος ποιανών θα επισωρευτούν αυτές οι συνέπειες;

Τέτοια ερωτήματα έχω την εντύπωση πως μόνον επιφανειακά αγγίζουν το πρόβλημα, καθώς βρισκόμαστε μόλις στην αρχή αυτού του φαινομένου. Νομίζω, όμως, πως φωτίζουν ήδη την κρισιμότητά του και την μεγάλη σημασία που θα αποκτήσει συν τω χρόνω στη διαμόρφωση των ταξικών συσχετισμών δύναμης μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες, δηλαδή θα καταστεί καθοριστικό στο πλαίσιο του ρέοντος πολιτικού ανταγωνισμού μιας δημοκρατίας.

Φυσικά θα πρέπει να θέσουμε ως βάση της συζήτησής μας επί του συγκεκριμένου αντικειμένου την παραδοχή ότι ο κρατικός μηχανισμός με την ευρεία γκάμα αρμοδιοτήτων και υπηρεσιών που σήμερα παράγει για τις ανάγκες μιας κοινωνίας οργανωμένης ως «χώρας», είναι προϊόν μακράς διεργασίας. Εξειδικεύοντας, ωστόσο, το σημερινό πλαίσιο κρατικών αρμοδιοτήτων (πέραν των παμπάλαιων εργασιών, της είσπραξης των δημοσίων εσόδων και της στρατιωτικής οργάνωσης), σε πεδία όπως η εκπαίδευση, η Υγεία, η κοινωνική μέριμνα κ.α., έχω την εντύπωση ότι η ουσιαστική δομή του άρχισε να συγκροτείται στη μετα-μεσαιωνική Ευρώπη, αν και με δανεισμό πολλών στοιχείων από το Βυζάντιο.

Επίσης, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η άνθιση της έννοιας του «κοινωνικού κράτους» σε στενή σχέση με τη δημοκρατία, αφορά στην ιστορικά σχετικά πρόσφατη πρόσληψη της λειτουργίας του κράτους ως μηχανισμού ανακατανομής πλούτου υπέρ των αδυνάμων, ώστε να εκτονώνονται οι κοινωνικές αντιθέσεις. Η συλλογική συναίσθηση ότι ο κρατικός μηχανισμός εκτός από μέσο ευθείας ενάσκησης πολιτικής εξουσίας έχει καταστεί και μέσο εξάρτησης (άρα και ευκαιρία άσκησης επιρροής) πολιτών από δημόσια προσφερόμενες υπηρεσίες, είναι ένα από πιο τελευταία στοιχεία των κρατών του σήμερα. Και, ασφαλώς, η επιστράτευση τέτοιων μέσων με μάλλον μαζικό τρόπο από πολιτικούς οργανισμούς και πρόσωπα για την προσέλκυση υποστήριξης στις μέρες μας, είναι ένα από τα σημεία που αναμφίβολα έχει συμβάλλει στην απαξίωση του συστήματος της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. (…και δεν είναι ελληνικό το ζήτημα αυτό! Στις Η.Π.Α. η δημόσια Υγεία παραμένει ένα από τα 2-3 βασικά σημεία της διαπάλης Τραμπ-Δημοκρατικών…) 

Παράλληλα με τη συγκρότηση του σύγχρονου κοινωνικού κράτους, τέθηκε στη δημόσια ατζέντα και το θέμα του κόστους λειτουργίας του. Ταυτόχρονα, με την ταχύτατη μετεξέλιξη τις τελευταίες δεκαετίες του καπιταλισμού από οικονομικό σύστημα εδραζόμενο σε νομισματικές σταθερές, σε πολιτικο-οικονομικό σύστημα όπου κυριαρχούν οι πιστωτικές λειτουργίες, γενικεύτηκε η τάση επέκτασης του ιδιωτικού τομέα σε κλάδους, που ως τότε διαχειριζόταν αποκλειστικά το δημόσιο. (Διότι, φυσικά, είναι τελείως διαφορετική υπόθεση -για παράδειγμα- η λειτουργία ιδιωτικής εκπαίδευσης ως ιδρυτικού ιδεολογικού-πολιτικού μηχανισμού σε χώρες καπιταλιστικές μητροπόλεις, όπου κίνητρο για την εκπαίδευση τέτοιου τύπου είναι η αναπαραγωγή στελεχών διαιώνισης του ελέγχου των πολιτών από μια ελίτ (κίνητρο που ιδίως ανιχνεύεται όταν πρόκειται για χώρες με αποικιοκρατικό ιστορικό), και άλλο ανάλογη απαίτηση σε χώρες χωρίς τέτοια χαρακτηριστικά, όπου δεν υπάρχει κάτι άλλο από τα απροσχημάτιστα ταξικά ελατήρια, όποτε αναδύεται αίτημα για ιδιωτική εκπαίδευση. Επί του συγκεκριμένου, στην πρώτη περίπτωση, ομιλούμε για την έννοια «εκπαίδευση», ενώ στη δεύτερη για την έννοια «παιδεία», ως συλλογική υποχρέωση διασφάλισης ελάχιστου εγγυημένου επιπέδου μόρφωσης προς όλους τους πολίτες -όρου για την ποιότητα της δημοκρατίας).      

Σε κάθε περίπτωση, η αναστολή λειτουργίας τμημάτων του αμερικανικού κρατικού μηχανισμού, επιβεβαιώνει τον θρίαμβο του δημοσιονομικού κριτηρίου, επί του κοινωνικού κριτηρίου, το οποίο ελήφθη υπόψη όταν συγκροτήθηκαν στις Η.Π.Α. οι δημόσιες υπηρεσίες, των οποίων η λειτουργία έχει ανασταλεί. Φοβάμαι, μάλιστα, πως είναι ακόμη χειρότερο! Διότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν επικαλείται εδώ ότι το κόστος λειτουργίας αυτών των δημόσιων υπηρεσιών είναι υψηλό, αλλά απλά διαπραγματεύεται την επαναλειτουργία τους (κι ας πλήττονται όσοι Αμερικανοί πολίτες δεν λαμβάνουν πλέον υπηρεσίες που τους προσφέρονταν), με αντάλλαγμα τη συναίνεση νομοθετικών σωμάτων για χρηματοδότηση άλλων επιλογών του, του τείχους στα σύνορα με το Μεξικό, εν προκειμένω. Μ’ άλλα λόγια, εργαλειοποιείται με στυγνό πολιτικό τρόπο η λειτουργία του δημόσιου τομέα, κι έτσι η λειτουργία του κράτους και των υπηρεσιών που προσφέρει ως μηχανισμός, από απαράβατη λειτουργική σταθερά μιας δημοκρατικής χώρας, μετατρέπεται σε τρέχον πολιτικό επιχείρημα του εξελισσόμενου διακομματικού ανταγωνισμού.

Αν νομίζουμε ότι το πρόβλημα υπάρχει μόνο στις Η.Π.Α. κι εμείς είμαστε μακριά του, κάνουμε λάθος! Γιατί; Διότι, στην Ε.Ε. εδώ και πολλά χρόνια, με σχετικές ρυθμίσεις στις ευρωπαϊκές συνθήκες έχουν θεσμοθετηθεί περιορισμοί στις δημόσιες δαπάνες με κίνητρα επιβολής δημοσιονομικής πειθαρχίας. Ωστόσο, η επιλεκτική και μερική και μόνον εφαρμογή αυτών των περιορισμών υπέρ των ισχυρότερων (είτε ο εν λόγω συσχετισμός ισχύος αφορά στο εσωτερικό κάθε χώρας-μέλους, είτε αφορά σε διακρατικές σχέσεις), επιβεβαιώνει 2 πράγματα: α. ότι και εδώ, στην Ε.Ε., εργαλειοποιείται πολιτικά η λειτουργία του δημόσιου τομέα με επίκληση του δημοσιονομικού στοιχείου, είτε προσχηματικά είτε άμεσα, και β. ότι ένεκα της ιστορικής φύσης των ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών ως αποικιοκρατικών, (χωρών, που πρωτίστως ωφελούνται, όπως είπαμε, από αυτήν την πολιτική-οικονομική εργαλειοποίηση του δημοσιονομικού κριτηρίου), οι περιορισμοί στις δημόσιες δαπάνες που έχουν  θεσμοθετηθεί συνιστούν εν πολλοίς εκδήλωση της ισχύος του συντηρητικού ιδεολογικού-πολιτικού μηχανισμού που κυριαρχεί στην Ε.Ε..

(Δυο λόγια για την Ελλάδα: Στον δημόσιο βίο μας, εδώ στη χώρα μας, η αίσθηση απαξίωσης του δημόσιου τομέα εκδηλώνεται τελευταία με δύο βασικές συμπεριφορές: Η πρώτη είναι η απαίτηση για ιδιωτικά πανεπιστήμια και η δεύτερη είναι η -έσχατη, από ορισμένες πλευρές- προκαταβολική εισαγωγή παγίων δημοσιονομικών περιορισμών στη λειτουργία του ελληνικού κράτους. Και τα δύο εκφέρονται στο πλαίσιο της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος! Η επιχειρηματολογία πού συνοδεύει αυτές τις προτάσεις από μεριάς όσων τις υποστηρίζουν, επί της ουσίας είναι αστεία (φληναφήματα περί αριστείας και αυτοπεριοριστική λογική «κοπής Σόιμπλε», κ.λπ.). Αν, όμως, κανένας προσέξει το υπόστρωμα της θεματολογίας αυτής και τα μέσα προαγωγής της, θα διαγνώσει με σχετικά ευκολία τον επαρχιώτικο τόνο των Ελλήνων οπαδών του «σοϊμπλισμού» και την σκληρή ταξική βάση της εκφοράς της. Κι ως εδώ, δεν θα είχε νόημα σοβαρή αντιπαράθεση σ’ αυτές τις απόψεις, αν -ιδίως με το δεύτερο- δεν επαπειλείται ο πλήρης αφοπλισμός της μόνης άμυνας που διαθέτει η Ελλάδα, δηλαδή το Σύνταγμά της, απέναντι στην οργανωμένη απόπειρα να αφαιρεθούν από τις ασθενέστερες χώρες της Ε.Ε. τα οποιαδήποτε μέσα αντίδρασης στις περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές, που ευνοούν τους ισχυρότερους).

(Σημ.: Στην απαίτηση πολιτικών και οικονομικών κύκλων την Ελλάδα να συμπεριληφθούν δημοσιονομικοί περιορισμοί στην λειτουργία του ελληνικού κράτους μέσω της αναθεώρηση του Συντάγματος θα αναφερθώ μελλοντικά σε ξεχωριστή ειδική ανάλυσή μου, διότι θεωρώ το θέμα ως μεγάλου πολιτικού ενδιαφέροντος, αφού μέσω αυτού επιχειρείται πάγια δέσμευση των μελλοντικών κυβερνήσεων της χώρας, σε επιλογές δημοκρατικά προβληματικές, ασφυκτικά ταξικά και πολιτικά μονοσήμαντες αλλά και επικίνδυνες, ως αφορώσες  σε σημερινά δεδομένα και μη αντιστρέψιμες ακόμη και σε περίπτωση που τα οικονομικά δεδομένα θα άλλαζαν…)       

Καταλήγοντας, και ανιχνεύοντας την αιτιολογική βάση του γιατί το δημόσιο έχει καταστεί προνομιακός πολιτικός στόχος του συντηρητικού πολιτικού και οικονομικού συστήματος στον σύγχρονο καπιταλισμό, θα αναζητούμε και θα ανευρίσκουμε σταθερά ως γενεσιουργό παράγοντα τον νεο-φιλελευθερισμό. Η αλαζονεία να θεωρείται αχρείαστος ο δημόσιος τομέας έχει σαφή προέλευση και ιδεολογική καταγωγή και παρά τη χρεοκοπία αξιοπιστίας  του νεο-φιλελευθερισμού, με συνέπειες που ήδη συγκλονίζουν τον ίδιον τον διεθνή καπιταλισμό, εξακολουθεί να συγκινεί  παγκοσμίως την πολιτική δεξιά.  

Άρα, θα συνεχίσουμε να συναντάμε το φαινόμενο μπροστά μας, ενδεχομένως, μάλιστα,  σε ακόμη εντονότερες μορφές. Και πάντα προνομιακά θύματά του θα είναι οι πλέον αδύναμοι συμπολίτες μας.