8 Ιαν. 2019

Ασυγκράτητος ο νεο-φιλελευθερισμός σε πολιτικές εκτροπές

Οι πιέσεις για οικονομικούς καταναγκασμούς 

στη συνταγματική αναθεώρηση

Η διαδικασία αναθεώρησης του συντάγματος συνιστά κορυφαία λειτουργία της πολιτικής οργάνωσης της χώρας και απ’ αυτή την οπτική ο ίδιος ο δημόσιος διάλογος για την αναθεώρηση είναι η πιστότερη απεικόνιση του πολιτικού σκηνικού μας.

O διάλογος είναι ανοιχτός και δημόσιος και επομένως κάθε πολίτης μπορεί να πάρει μέρος σ’ αυτόν. Όμως, αυτονόητο είναι πως ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν απόψεις που κατατίθενται από μεριάς παραγόντων με αυξημένο δημόσιο λόγο (κόμματα, οργανώσεις και φορείς, οικονομικοί οργανισμοί, μέσα ενημέρωσης, δημοσιογράφοι κ.λπ.). Και ξεχωριστή σημασία, ως ενδεικτικό στοιχείο αντιλήψεων για τη λειτουργία των θεσμών αλλά και του βαθμού κατανόησης του κεντρικού ρόλου που έχει το σύνταγμα για τις θεσμικές λειτουργίες του πολιτεύματος –άρα και συναίσθησης των ίδιων των αρχών συγκρότησης της Δημοκρατίας, είναι οι απόψεις εκείνες, οι οποίες αντί να υπηρετούν τον πολιτικά «ουδέτερο» ρόλο της συνταγματικής αναθεώρησης (αλλά και του ίδιου του Συντάγματος, σε τελευταία ανάλυση), αξιοποιούν την αναθεώρηση για την προαγωγή των συμφερόντων τους, εν τη στενή και εν τη ευρεία εννοία.

Βαρύ πολιτικά είναι το ατόπημα αυτό, όταν διαπράττεται από κόμματα, ιδίως εκείνα με αυξημένο λόγο! (Και το ατόπημα αφορά στη στάση τους, είτε με τις θέσεις τους προάγουν στενά παραταξιακά συμφέροντα, είτε προωθούν συμφέροντα πολιτικών κοινών τους. Και είναι προβληματισμού άξιο ότι τόσο ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. όσο και η Ν.Δ. -αλλά και το ΚΙΝ.ΑΛ.- δεν έχουν αποφύγει τέτοιες αναφορές!

- Ο κ. Τσίπρας στη σχετική συζήτηση στη Βουλή διατύπωσε ευθέως τη γνώμη ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να είναι πολιτικά ουδέτερη. Πιθανότατα  μπέρδεψε τη μη καμπτόμενη καθ’ οιονδήποτε τρόπο αρχή της πλειοψηφίας, που εφαρμόζεται φυσικά και στις ψηφοφορίες στη Βουλή για τις αναθεωρητέες διατάξεις και την τροποποίηση του περιεχομένου τους, με το περιεχόμενο της αναθεώρησης. Η νομιμοποίηση του περιεχομένου της οποίας, αλίμονο αν εξαντλείται αποκλειστικά στο τυπικό της ψηφοφορίας ως αποτύπωση συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων και δεν εκτείνεται στην τροφοδότηση των πολιτών με την πεποίθηση ότι προάγεται το δημόσιο συμφέρον, ως συλλογική υπόθεση μη επιδεχόμενη διάφορες ερμηνείες ανάλογα με την κομματική καταγωγή εκάστης.

- Ο κ. Μητσοτάκης, κι αυτό είναι πολύ χειρότερο, προδήλως εκτός τόπου και χρόνου έναντι του μεγάλου ζητήματος της αναθεώρησης, κινήθηκε μεταξύ της θεσμικής αήθειας να προτείνει αναβολή εκκίνησης της διαδικασίας αναθεώρησης (με την ανοιχτή αρχική αναφορά «να περιμένει η πατρίδα για να γίνω πρώτα εγώ κυβέρνηση και μετά να κάνουμε την αναθεώρηση» -όπου και πάλι λάθος έκανε αγνοώντας ότι αν δεν δρομολογείτο η αναθεώρηση από τη σημερινή Βουλή η αναθεώρηση θα παραπεμπόταν στη μεθεπόμενη), από τη μία μεριά! …κι από την άλλη -αφού πρώτα τον συμμάζεψαν οι εμπειρότεροι του κόμματός του- σε μια μεγαλειώδη επίδειξη «συνταγματικής μπακαλικής», μιλώντας από το βήμα της ΔΕΘ είπε το αμίμητο «…Για τη συνταγματική αναθεώρηση είχα προτείνει στον Τσίπρα να ψηφίσουμε εμείς τις αλλαγές που εκείνος ήθελε και να ψηφίσουν εκείνοι τις αλλαγές που θέλουμε εμείς...». Λες και η συνταγματική αναθεώρηση είναι παζάρι κομμάτων «για να τα βρούνε»! …Από τις πιο προσβλητικές αναφορές για τον θεσμικό τύπο της αναθεωρητικής διαδικασίας του Συντάγματος! Από το στόμα του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης!…      

Όμως κίνητρο της σημερινής αναφοράς μου στο θέμα δεν είναι αυτά!    

Ομολογώ πως εκείνο που περισσότερο απ’ όλα με τρομάζει και με παρακινεί να μιλήσουμε γι’ αυτά, είναι η κατά την γνώμη μου ευθεία θεσμική επίθεση νεο-φιλελεύθερων κύκλων  στη μείζονα υπόθεση της αναθεώρησης. Επίθεση η οποία εκφράζεται με την αδιανόητη για δημοκρατικά οργανωμένο κράτος άσκηση πίεσης στους πολιτικούς οργανισμούς να εντάξουν στις αναθεωρητέες διατάξεις προκαταβολικούς δημοσιονομικούς περιορισμούς, δεσμευτικούς για τις επόμενες περιόδους διακυβέρνησης της Ελλάδας και μέχρι την οψέποτε επόμενη συνταγματική αναθεώρηση, ανεξαρτήτως του ποια παράταξη θα αναδεικνύεται από τις κάλπες.

Η απερίφραστη επέλαση της καταστροφικότατης πολιτικής της ομάδας των «παιδιών του Σόιμπλε» στην ελληνική συνταγματική τάξη, συνιστά απαράδεκτη θεσμική υποχώρηση από θεμελιωδέστατες δημοκρατικές αρχές της χώρας μας, οι οποίες ορίζουν ρητά και κατηγορηματικά ότι την οικονομική πολιτική ασκεί η εκάστοτε εκλεγόμενη κυβέρνηση. Την ασκεί, φυσικά, με διατάξεις που νομιμοποιεί το κοινοβούλιο. Και, μάλιστα, το κάνει με αυτονομία επιλογών έναντι της ευρωζώνης, ως προς τα μέσα είσπραξης των δημόσιων εσόδων αλλά και ως προς την εφαρμοζόμενη  εισοδηματική πολιτική, δηλαδή το πώς θα κατανεμηθεί ο παραγόμενος πλούτος. (Η ad hoc μνημονιακή εκτροπή της τελευταίας 8ετίας, με εκχωρήσεις αυτής της κεντρικής πολιτικής αρμοδιότητας στην ευρωζώνη, με τα γνωστά τουλάχιστον αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, ουδέποτε αφορούσαν σε συνταγματικές λειτουργίες και όρους και γι’ αυτό άλλωστε πάντα χρειαζόταν η έγκριση των μνημονίων από τη Βουλή για να συντρέχει βασική νομιμοποίηση της εν λόγω εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής. Η όποια αρμοδιότητα με αποφάσεις της ελληνικής Βουλής έχει παραχωρηθεί σε ευρωπαϊκά όργανα αφορά στη νομισματική πολιτική της Ελλάδας, ως χώρας-μέλους της ζώνης του ενιαίου νομίσματος, και ποτέ δεν ανατέθηκε ανάμεσα στα άλλα με αποφάσεις της ελληνικής Βουλής στις ευρωπαϊκές λειτουργίες -και δεν λέω όργανα, γιατί ουδέ καν περί οργάνων πρόκειται (eurogroup, ESM κ.λπ.)- η παραχώρηση της δημοσιονομικής ευθύνης).

ημ.: Δύο διευκρινίσεις για την ανωτέρω παρένθεση και προς αποφυγή άσκοπων συγχύσεων: 1. Η σε πολλές περιπτώσεις ως σήμερα κρίση ελληνικών δικαστηρίων σχετικά με τη συνταγματικότητα, ή μη, μνημονιακών ρυθμίσεων, ποτέ δεν αφορούσε σε συζήτηση σχετικά με την άσκηση της γενικής αρμοδιότητας για την οικονομική πολιτική, αλλά περιοριζόταν σε άλλες συνταγματικές αρχές και διατάξεις, π.χ. την ισότητα όλων των πολιτών έναντι του νόμου, την αρχή της αναλογικότητας, το δικαίωμα στο κοινωνικό κράτος, ή τις διεθνείς γενικές αρχές των δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που συμπεριλαμβάνονται και στο ελληνικό Σύνταγμα. 2. Στις ευρωπαϊκές συνθήκες ορίζονται περιορισμοί δημοσιονομικού χαρακτήρα που αφορούν και στην Ελλάδα ως χώρα-μέλος της Ε.Ε. και της ευρωζώνης. Πρόκειται, όμως ακριβώς για τον θρίαμβο του νεο-φιλευθερισμού στην ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική στην ευρωζώνη, επιλογή η οποία έχει καταλήξει εκ του αποδεδειγμένου πλέον αποτελέσματος προς όφελος ορισμένων χωρών και προς βλάβη άλλων και ήδη ελέγχεται ως αποτυχημένη, ενώ σ’ αυτήν αποδίδεται σε σημαντικό μέρος η μεγάλη διεύρυνση των φαινομένων της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην Ευρώπη, γενεσιουργών αιτίων κατά γενική ομολογία, για την έκρηξη των πολιτικών συμπτωμάτων του ευρωσκεπτικισμού και της ανάδυσης ακροδεξιών και νεο-ναζιστικών και νεο-φασιστικών μορφωμάτων. Μάλιστα, ακριβώς η επιμονή του θεωρούμενου πλέον ως επικίνδυνου ευρωπαϊκού νεο-φιλελευθερισμού να τεθούν τέτοιοι δημοσιονομικοί περιορισμοί στις ευρωπαϊκές συνθήκες συνιστά και τον καλύτερο αντίλογο του γιατί η εκάστοτε οικονομική πολιτική δεν πρέπει να περικλείεται σε δύσκαμπτες θεσμοθετήσεις, όπως οι ευρωπαϊκές συνθήκες ή το Σύνταγμα μιας χώρας, που αλλάζουν δύσκολα και με χρονοβόρες διαδικασίες. Και τούτο, διότι έτσι η οικονομία παγιδεύεται σε δεσμεύσεις που μπορεί στην πράξη να αποδειχθούν λανθασμένες, αλλά μένει η υποχρέωση εφαρμογής τους και η δυσκολία άρσης τους.

Φυσικά, από την άλλη πλευρά, χώρες που ευνοούνται από άκαμπτες και δύσκολα ακυρωτέες ρυθμίσεις για την οικονομία, έχουν κάθε λόγο να πλειοδοτούν για την υιοθέτηση τέτοιων πρακτικών και την επέκτασή τους και σε άλλες χώρες. Παρά ταύτα, σήμερα στην Ευρώπη ακόμη και σε τέτοιες χώρες (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η Γερμανία στην ευρωζώνη) έχουν αρχίσει να διαφαίνονται οι αρνητικές συνέπειες των περιοριστικών δημοσιονομικών πολιτικών, όπως αναγνώρισε προ ημερών ο διάδοχος του Βόφγκανγκ Σόιμπλε σημερινός Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Όλαφ Σολτς...

Κατανοητό, λοιπόν, γιατί η πολιτική Σόιμπλε παγίδευσε ενσυνειδήτως ακόμη και τη Bundestag στον κορσέ της συνταγματικής δημοσιονομικής πειθαρχίας (που σήμερα «στενεύει» τον διάδοχό του, Όλαφ Σολτς). Κατανοητό, ιδίως αφού η γερμανική Βουλή μέσω αυτού του ελέγχου ενέκρινε με σκληρούς όρους και παραχώρηση εξωτερικού δανεισμού προς χώρες υπό «διάσωση», προσφέροντας στα χέρια του μακρόβιου Γερμανού υπουργού Οικονομικών εξουσία πανευρωπαϊκής εμβέλειας και καθιστώντας τον ισότιμο «συμπαίκτη» με την Άγγελα Μέρκελ. (Σήμερα, είμαστε πια γνώστες του ιστορικού γεγονότος ότι -με αφορμή την ελληνική κρίση- η λήψη της απόφασης για τη διατήρηση της ευρωζώνης στη σημερινή μορφή της, αντί της επιλογής συρρίκνωσης της, κρίθηκε πρωτίστως πολιτικά στο εσωτερικό της Γερμανίας, με την καγκελάριο να  αναμετράται σκληρά με τον υπουργό Οικονομικών της και τελικά την κυρία Μέρκελ να υπερισχύει. Γι’ αυτό και είναι -εκτός από ανόητο- πολιτικά οπαδικού τύπου η εμμονή-μύθευμα της ελληνικής νεο-φιλελεύθερης ομάδας εγχώριων «παιδιών του Σόιμπλε» ότι το θέμα του Grexit και συρρίκνωσης της ευρωζώνης δημιούργησε δήθεν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με τη διακυβέρνησή του, ενώ είναι πασίγνωστο ότι στην υπόθεση αυτή κρίθηκε είτε η οριστική παγίδευση της ευρωζώνης  στην ακροδεξιά και νεο-φιλελεύθερη οικονομική πολιτική Σόιμπλε, είτε η μετάβαση στην κεντροδεξιά δημοσιονομική χαλάρωση που κομίζουν οι Μέρκελ-Μακρόν, η οποία μόλις αρχίζει να σχηματοποιείται.

Όπως, επίσης, είναι αντιληπτό γιατί όλ’ αυτά ευνοούν τη Γερμανία και στο γενικότερο πολιτικό επίπεδο, όσο τις δικές της δημοσιονομικές υποχρεώσεις στο πλαίσιο της ευρωζώνης (π.χ. το ανεπίτρεπτα αυξημένο πλεόνασμά της) απλά η ίδια αποφασίζει να παραβεί χωρίς συνέπειες, την ίδια ώρα που επί μακρόν επέβαλε σκληρές τιμωρητικές συνέπειες για άλλες χώρες της ευρωζώνης, που παραβίαζαν τις δικές τους υποχρεώσεις.       

Στην Ελλάδα, όμως, γιατί να αυτο-παγιδευτούμε σε τέτοιες πολιτικές επιλογές; Οι παραχωρήσεις εθνικού «πολιτικού χώρου» προς την ευρωζώνη στον τομέα της οικονομίας, που ήδη έχουμε κάνει στο πλαίσιο της κοινής νομισματικής πολιτικής, υπερεπαρκούν! Τυχόν επέκταση δημοσιονομικών περιορισμών στο Σύνταγμά μας θα ισοδυναμεί με προσχώρηση της Ελλάδας στην πολιτική των «παιδιών του Σόιμπλε», με πρακτική συνέπεια ζημίες ανάλογες με εκείνες που προκάλεσε στη χώρα η πολιτική του πρώην υπουργού Οικονομικών και σήμερα προέδρου της Bundestag, την εποχή της παντοδυναμίας του. Με παράλληλη, βεβαίως, ωφέλεια για τους ισχυρότερους στην Ελλάδα ταξικούς, επιχειρηματικούς και πολιτικούς σχηματισμούς, που ευνοούνται από τον νεο-φιλελευθερισμό.        

Με ανησυχεί ιδιαίτερα ότι μαζί μ’ αυτές τις απαράδεκτες απόψεις για αντιδημοκρατικές παγιδεύσεις του Συντάγματος της Ελλάδας μέσω ακροδεξιών προτάσεων οικονομικής πολιτικής, έχουν αποθρασυνθεί και άλλες ανάλογες αντιλήψεις. Για παράδειγμα, προ ημερών διάβαζα πρόταση που χωρίς ντροπή εισηγείτο την αντικατάσταση της προοδευτικής φορολογίας (απαραβίαστης βάσης του κεϋνσιανισμού) στην Ελλάδα, από οριζόντια φορολογία!

Όπως, επίσης,  ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι πόσο πειθήνια αποδέχτηκαν πολλοί συμπατριώτες μου τον κανόνα του «ό,τι πληρώσεις παίρνεις», στο τελευταίο περιστατικό με τη Ryanair. Στάση που δικαιώνει τη «μανία» μυωπικής υποστήριξης του ιδιωτικού τομέα, ακόμη κι αν αυτός δεν ανταποκρίνεται σε στοιχειώδεις υποχρεώσεις του έναντι του κοινωνικού συνόλου (εν προκειμένω την υποχρέωση στοιχειώδους υποκατάστασης της υπηρεσίας που για λόγους ανωτέρας βίας δεν κατέστη δυνατό να προσφερθεί, με όρους που να εξυπηρετούν τις βασικές ανάγκες των επιβατών).    

Πρόκειται δηλαδή για μια ολομέτωπη ιδεολογική επίθεση του νεο-φιλελευθερισμού σε πολιτικές διαδικασίες στην Ελλάδα, που πρέπει όλοι να συμβάλλουν στην εξουδετέρωση των συνεπειών της, απλούστατα διότι το κόστος τους είναι πια μεγάλο για όλους μας.   

Έως ότου -και εάν αυτό συμβεί-  ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και ΚΙΝ .ΑΛ. καταφέρουν να συνεννοηθούν για να αντιμετωπίσουν αυτήν την ιδεολογικο-πολιτική επίθεση (εφ’ όσον, βεβαίως, αυτές οι αρχές διέπουν την πολιτική τους), ας έχουμε κατά νου ότι τα ζητήματα πολιτικών αρχών προηγούνται των αναγκών υπηρέτησης σχεδίων οποιασδήποτε πολιτικής ηγεσίας. Η Ελλάδα υποφέρει από την ισχύ της νεο-φιλελεύθερης πολιτικής «στρατιάς» των εγχώριων «παιδιών του Σόιμπλε», κι αυτό είναι το πρώτιστο χρέος των δυο κομμάτων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα μια προοδευτικής πολιτικής στροφής στη χώρα.