27 Ιαν. 2019

Το πολιτικό σκηνικό μετά τις Πρέσπες

Η εκλογική αμφιθυμία

απέναντι στο μεγάλο βήμα

Οι τίτλοι των εφημερίδων, τα αποφθέγματα των αναλυτών, οι αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, οι διάλογοι μεταξύ μας, όλα κατατείνουν στην παγίωση της εκτίμησης ότι η επώδυνη πολιτική διεργασία που προηγήθηκε αυτές τις εβδομάδες με κατάληξη την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή, έχει  οδηγήσει σε αλλαγή των συσχετισμών δυνάμεων μεταξύ των κομμάτων.

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι οι ακραίοι τόνοι που χρησιμοποιήθηκαν και η συγκρουσιακή και διχαστική λεκτική της πολιτικής αντιπαράθεσης με την επίκληση όρων περί εθνικής μειοδοσίας και τα τοιαύτα, έστρεψε τις αέναες πολιτικές κινήσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας περισσότερο στα επιφαινόμενα, παρά σε ουσιαστικές αποτιμήσεις των εξελίξεων εν όψει των επερχόμενων πολλαπλών εκλογών.

Δεν μπορώ, δηλαδή, τόσο πρωτογενώς και άνευ αναγκαίων εμβαθύνσεων να συναινέσω σε εκτιμήσεις περί «ρεύματος απωλειών» για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλ’ ούτε και να ενστερνιστώ με ευκολία τον κατά τη γνώμη μου πολιτικώς «αφελή» λόγο του κυβερνώντος κόμματος περί αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού προς ενίσχυση του πολιτικού χώρου που ό ίδιος προνομιακά εκπροσωπεί.

Αντί, λοιπόν, να προσφύγουμε στην παραδοσιακή μέθοδο αναλυτικής προσέγγισης του τι κέρδισε η κάθε πλευρά, που κατά κόρον έχει εκτεθεί με τον άγονο τρόπο που το αποπειρώνται οι επίσημες πρακτικές των κομμάτων, θα προσπαθήσω να το δω από μια άλλη πλευρά: Ποιές έχασε τις «ευκαιρίες» να ωφεληθεί ως κόμμα απ’ αυτήν την εξ ορισμού πολιτικά κρίσιμη υπόθεση, και ποιές ήταν αυτές οι «ευκαιρίες»; 

Έχω την εντύπωση ότι τέτοια προσέγγιση οδηγεί στην ανάγκη να προσδιοριστούν και οι χώροι δυνητικών αμφιταλαντεύσεων των ψηφοφόρων. Διακρίνω 4 απ’ αυτούς:

- Την πολιτική περιοχή μεταξύ της σημερινής Νέας Δημοκρατίας και της ακροδεξιάς, συμπεριλαμβανομένων και τυχόν νέων σχημάτων αλλά και του χρυσαυγητισμού,

- Τον χώρο ανάμεσα στο πολιτικό κέντρο και τη δεξιά,

- Την διεκδίκηση από τα κόμματα δυνάμεων στην κεντρο-αριστερά, και

- Την αναβίωση της διένεξης μεταξύ Κ.Κ.Ε. και της λεγόμενης «ανανεωτικής αριστεράς».

Σε κάθε μία απ’ αυτές τις περιοχές, από τον συντεταγμένο εντοπισμό τους και μόνον αναδύονται οι ευκαιρίες που χάθηκαν και όσες αξιοποιήθηκαν.

Ας τις δούμε με τη σειρά!

1. Η υπαρκτή και ολοένα και πιο εμφανής εσωτερική διένεξη στη Ν.Δ. για τον έλεγχο του κόμματος (ή εν πάση περιπτώσει, δεδομένης και της αδύναμης ηγεσίας Μητσοτάκη, η προσπάθεια να επικαθοριστεί η κεντρική κομματική γραμμή από ακροδεξιές αναφορές και προτάγματα), εντάθηκε αυτές τις μέρες, όπως ήταν αναμενόμενο! Βορίδης και Σαμαράς (από διαφορετικές αφετηρίες ο καθένας) εκπροσώπησαν  κυρίως αυτή τη νεοδημοκρατική ομάδα, που απέδειξε ότι παραμένει ισχυρή, αλλά φυσικά ανήμπορη να επικρατήσει των άλλων, λόγω του δεδομένου δημοκρατικού χαρακτήρα του μεταδικτατορικού καραμανλισμού (που υπερασπίστηκε με επιτυχία ο Δένδιας). Παρά ταύτα, δεν βλέπω σοβαρές αλλαγές στην έως τώρα διάταξη δυνάμεων μεταξύ Ν.Δ.-ακροδεξιάς λόγω των εξελίξεων στο μακεδονικό. Η προσπάθεια Μητσοτάκη να ισορροπήσει σε θέση που δεν θα τον απομάκρυνε από τους ακροδεξιούς, ει δυνατόν και να τους προσείλκυε, έχω την αίσθηση ότι αυτό που πέτυχε περισσότερο ήταν να νομιμοποιήσει αντιδημοκρατικές πρακτικές, που μάλλον ενόχλησαν πολιτικά κοινά. Δεν βλέπω, δηλαδή, ότι ο Μητσοτάκης απέτυχε από τη μία στην προσπάθειά του να διατηρήσει την επαφή της Ν.Δ. με την ακροδεξιά, αλλά, από την άλλη, αναμφίβολα ρεύμα εισροών από ακροδεξιούς προς το κόμμα του επίσης δεν ανιχνεύεται, ενώ, πιθανώς, απώλειες προς κεντρώους είναι υπαρκτές. Κρατείται εδώ η «χαμένη ευκαιρία» (που, ενώ την δρομολόγησε ο Δένδιας και δευτερευόντως ο έμπειρος Νικήτας Κακλαμάνης δεν αξιοποιήθηκε, αν δεν «ενόχλησε» κιόλας…) πειστικότερης απεύθυνσης σε κεντρώους. Θεωρώ ένδειξη της αποτυχίας του κ. Μητσοτάκη να καταστήσει διά του μακεδονικού τη Ν.Δ. βασικό εκφραστή της εγχώριας ακροδεξιάς, το γεγονός ότι μετά την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών, επιχειρεί τώρα να κάνει κεντρικό θέμα της πολιτικής της το βέτο για την ένταξη της γειτονικής χώρας στην Ε.Ε.. Η στάση αυτή απευθύνεται ταυτόχρονα και στα αντι-ευρωπαϊκά ανακλαστικά μερίδας των συντηρητικών ψηφοφόρων, με τα οποία ολοένα και περισσότερο φλερτάρει ο κ. Μητσοτάκης μετά την έξοδο από το μνημόνιο και την κατάρρευση της αντιπολιτευτικής γραμμής περί «4ου μνημονίου». Ωστόσο, δεν διαβλέπω ότι αυτό θα ωφελήσει πολύ τη Ν.Δ., διότι η εμπειρία στην Ε.Ε. από τις ανάλογες ανοχές δεξιών κομμάτων στις αντι-ευρωπαϊκές κινήσεις, συστηματικά έχουν ευνοήσει ως τώρα ενίσχυση της ακροδεξιάς.      

2. Η περιοχή της κεντροδεξιάς, την οποία διεκδικούν Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛ., εν προκειμένω εικονογραφείται κατά τη γνώμη μου απολύτως από τη μεγάλη χαμένη ευκαιρία του ΚΙΝ.ΑΛ. να προσελκύσει κεντροδεξιούς, μέσω μιας (μάλλον εύκολης, αλλά μηδέποτε αναληφθείσας) αντίστιξης με τη Ν.Δ. στο θέμα ουσιαστικής καταδίκης των αντιδημοκρατικών πρακτικών κατά των υποστηρικτών της συμφωνίας των Πρεσπών. Στο καθ’ αυτό κομματικό περιεχόμενο, οι αποχωρήσεις μέσω της ΔΗΜ.ΑΡ. υπάρχουν μεν, δεν είναι δε αξιόλογες. Στο καθαρά εσωκομματικό σκηνικό, επίσης, το ΚΙΝ.ΑΛ. δεν μπορεί  να είναι ικανοποιημένο από το πως στάθηκε στο μακεδονικό, διότι περισσότερο συμβολικά -δηλαδή, με μεσοπρόθεσμες συνέπειες- παρά αμέσως πολιτικά, δυσαρέστησε σαφώς εκλογείς που εγκρίνουν τη συμφωνία των Πρεσπών  (ανεξάρτητα του πόσο το δηλώνουν ανοιχτά). Εκτιμώ ότι οι απώλειες του ΚΙΝ.ΑΛ. εδώ, ιδίως εν όψει ευρωεκλογών, ίσως αποδειχτούν σημαντικές.

3. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α έχασε δυνάμεις που τον στήριζαν, λόγω του μακεδονικού! Οι απώλειες δεν έχουν προσλάβει χαρακτήρα ρεύματος. Το αν η αποστασιοποίηση αυτών των εκλογέων θα παγιωθεί σε στάση οριστικής καταψήφισής του θα φανεί στη συνέχεια και ενδεχομένως -παρά τον ιδιότυπο εκλογικό χαρακτήρα της ευρωκάλπης- εκεί θα μπορούσαν να εξαχθούν ασφαλέστερα συμπεράσματα. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι τα κοινά που ως τώρα στις δημοσκοπήσεις όριζαν τη χαμηλή συσπείρωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην πρόθεση ψήφου, δεν συμπίπτουν με τα κοινά που ενοχλήθηκαν από τη στάση του κυβερνώντος κόμματος στο μακεδονικό. Και τούτο, διότι η δημοσκοπική χαμηλή συσπείρωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πολιτικά περισσότερο αποδίδεται σε δυσαρέσκεια πολιτών με αριστερόστροφες προτιμήσεις, ενώ οι αποστασιοποιήσεις λόγω μακεδονικού σε πολύ πιο συντηρητικά κοινά. Είναι πολύ πιθανό (θα το δούμε στη συνέχεια) το μακεδονικό και η στάση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να ενεργοποιήσει κίνηση επιστροφής προοδευτικών εκλογέων προς το κόμμα. Ιδίως δεδομένης της πολιτικά ανόητης στάσης Λαφαζάνη και Ζωής Κωνσταντοπούλου στο μακεδονικό. Το πεδίο αυτό θα κριθεί επίσης σε σημαντικό βαθμό από την έκβαση στην αναβίωση της διένεξης ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Κ.Κ.Ε., στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ωστόσο, η μεγάλη χαμένη ευκαιρία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να απευθυνθεί πειστικά στα κεντρο-αριστερά κοινά στο πλαίσιο της πολιτικής του για το μακεδονικό, είναι η εμμονή του να συνδέει το εθνικό θέμα με τις εξελίξεις στο εσωτερικό των άλλων κομμάτων,  συνδέοντας βλακωδώς -αν και κυβερνών κόμμα- εθνική υπόθεση με παραταξιακές ατζέντες.

4. Ο χώρος μεταξύ ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Κ.Κ.Ε. θα είναι ένα από τα ενδιαφέροντα πεδία την επόμενη περίοδο. Ήδη διαφαίνεται ότι η ιδιότυπη ασυλία σε κριτική εξ αριστερών που απολαμβάνει το Κ.Κ.Ε. (με την ανοχή της δεξιάς και του ΚΙΝ.ΑΛ.) δεν θα συνεχιστεί άλλο. Για δύο λόγους: α. διότι αποδεικνύεται ότι ένα μέρος της καταγραφόμενης προς τα αριστερά φθοράς του ΚΙΝ.ΑΛ. κατευθύνεται στο Κ.Κ.Ε. (ως λύση εκλογικής διαφυγής σε μια συνεπή στάση, αλλά άνευ  άλλων πολιτικών εμβαθύνσεων  του χαρακτήρα αυτής της συνέπειας), και β. διότι η προβλεπόμενη πλήρης αποσάθρωση σχηματισμών όπως η «Λαϊκή Ενότητα» και η «Πλεύση Ελευθερίας» προκαλεί το ενδιαφέρον τόσο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. όσο και του Κ.Κ.Ε.. Στο σημείο αυτό, θα ενταθεί η πίεση προς το Κ.Κ.Ε., το οποίο παρά την επί της ουσίας ελάχιστα πειστική πολιτική στάση του στο μακεδονικό, εμφανίζεται πιθανότερος διεκδικητής αυτού του δημοσκοπικού περίπου 3% του εκλογικού σώματος στον πέραν του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. χώρο της πολιτικής αριστεράς.    

Όλ’ αυτά, κατατείνουν στο να προσδίδεται στις επερχόμενες εκλογές -όποτε κι αν γίνουν- ένας διλημματικός χαρακτήρας, σε μια διαφορετική ατζέντα, όμως, από εκείνην που διακινούν τα εκατέρωθεν κομματικά επιτελεία. Δεν θα είναι εκλογές πόλωσης, μεταξύ ΣΥ.ΡΙΖ.Α και Ν.Δ.. Αντίθετα, θα είναι εκλογές στις οποίες οι πολίτες θα κληθούν να αποφασίσουν ανάμεσα στη μετακίνηση στην επόμενη φάση για την Ελλάδα και την παραμονή στο ίδιο και σήμερα απολύτως ξεπερασμένο πλέον πολιτικό σκηνικό της διαμάχης.

Η στάση των εκλογέων απέναντι σ’ αυτό των ερώτημα, είναι που ορίζει, θαρρώ, το σκηνικό ευκαιριών, χαμένων ή κερδισμένων, για την Ελλάδα  του αιώνα μας.  Κι αυτό είναι υπόθεση των πολιτών και της ψήφου των, και όχι των κομμάτων!