3 Φεβ. 2019

Η Ευρωπαϊκή Ένωση σε δίνη

Ώρα να κουβεντιάσουμε πολιτικά

για το Brexit

Το Brexit, που εδώ και καιρό έχει μπει στη ζωή μας ως προσδιοριστικό στοιχείο εξελίξεων που αποδεικνύεται ότι τελικά αφορούν πολύ περισσότερους από τους Βρετανούς και μόνο, βρίσκεται στην κρισιμότερη φάση του! Κρισιμότητα, όμως, που σε καμιά περίπτωση δεν εξαντλείται στην επικρατούσα σήμερα συζήτηση  σχετικά με το εάν το «διαζύγιο» θα είναι συναινετικό ή «σκληρό».

Από την έκβαση του τυχοδιωκτικού δημοψηφίσματος που προκήρυξε η βρετανική δεξιά των Τόρις, ως σήμερα, και με δεδομένες πια ως παγιωμένης αντίληψης και ενδεικτικές ως προς την αποτελεσματικότητα τους στον χειρισμό της εν λόγω  κρίσης τις αντιδράσεις των Βρυξελλών, αναδύεται μια ανεπάρκεια, απαράδεκτη για θεσμό του βάρους και των φιλοδοξιών της Ε.Ε.. Ενδεχομένως, μάλιστα, παρά την κρατούσα άποψη ότι συμφωνημένο Brexit Βρυξελλών-Λονδίνου είναι προτιμητέο, η έκδηλη αδυναμία σοβαρής αντιμετώπισης ενός τόσο καίριου ζητήματος για την ευρωπαϊκή συνοχή στον 21ο αιώνα, να υποδεικνύει με τον τρόπο της ότι μόνο με σκληρό Brexit και τις με αυτοματισμό ενεργοποιούμενες επιβιωτικές δυνάμεις αυτορρύθμισης  εκατέρωθεν προς εξισορρόπηση των διαφορών, να διαφαίνονται καλύτερα αποτελέσματα στη διαχείριση αυτής της περιπέτειας.

Το σημερινό αδιέξοδο σχετικά με το Brexit είναι ώρα να εξεταστεί και  να προσεγγιστεί ως αμιγώς πολιτικό ζήτημα, πέραν του πρακτικού αντικειμένου του κόστους του διαζυγίου και ποιος θα καταβάλλει και πόσο απ’ αυτό! Ζήτημα, που αφορά άμεσα στην πρόδηλη ανάγκη (ανα)συγκρότησης της οπτικής των ίδιων των ευρωπαίων για την Ευρώπη του 21ου αιώνα και πάνω και από την ενοποιητική μονομέρεια της θέασης των εξελίξεων στην ήπειρό μας με πολιτικά μέσα που εξαντλούνται στο πολιτικό και θεσμικό δεδομένο «Ευρωπαϊκή Ένωση».

Ενδεχομένως, μάλιστα, αυτή ακριβώς η μονομέρεια να συνιστά πρόσθετο αίτιο της αποτυχίας ακριβώς να συνυπάρξουν σε μια ενωμένη Ευρώπη διαφορετικότητες όπως η βρετανική και γαλλο-γερμανική, με τη δεύτερη να επικυριαρχεί με μάλλον άγονο εξελικτικά τρόπο στη Γηραιά ήπειρο. Το σημείο αυτό, μαζί με την πολιτική ενδυνάμωση της πολιτικής ακροδεξιάς, την αμηχανία υποκατάστασης της πολιτικής των διευρύνσεων από βιώσιμη εναλλακτική πολιτική διεθνούς αναφοράς και το προσφυγικό, είναι άλλωστε τα μεγάλα ζητήματα τα οποία καλείται να χειριστεί η Ε.Ε. την προσεχή περίοδο, από την έκβαση των οποίων μάλιστα πιθανώς να κριθεί η συνοχή της.          

Από την οπτική αυτή το Brexit θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως «ευκαιρία» ανατοποθέτησης των ευρωπαϊκών πραγμάτων που το προκάλεσαν (ανεξαρτήτως των πολιτικών ευθυνών της τυχοδιωκτικής βρετανικής δεξιάς, στην οποία ήδη αναφέρθηκα). Η οπτική αυτή είναι αναγκαίο να ενεργοποιηθεί, για να περισταλεί η αποκλειστική ματιά μόνο μέσα από όρους «κόστους της εξέλιξης», που έχουν επιβάλλει οι Βρυξέλλες.           

Σε  μια πολύ γενική και αρχική αναφορά του ζητήματος θα ήταν ίσως χρήσιμο να επανελεγχθεί  εάν και κατά πόσον η πολιτική και οικονομική επικυριαρχία του γαλλο-γερμανικού άξονα στην Ε.Ε., νομιμοποιούμενη μέχρι σήμερα ως αποτρεπτικός παράγων εμπόλεμων εκτροπών ανάλογων με εκείνες του περασμένου αιώνα, μπορεί να (συνεχίζει να) επιστρατεύεται στις μέρες μας ως επαρκές στοιχείο αιτιολόγησης της ίδιας της επιλογής για ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Σπεύδω να υπογραμμίσω την προσωπική γνώμη μου ότι δεν αρκεί! Και, επίσης, να αναφερθώ στη διάχυτη εντύπωση ξεπερασμένων αντιλαμβανόμενων κινήτρων από μεριάς μεγάλου μέρους των ευρωπαίων πολιτών, σε ό,τι αφορά τη σκοπιμότητα και τη χρησιμότητα συμμετοχής της χώρας τους στην Ε.Ε.. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η Ε.Ε., από πολιτικός σκοπός υψηλού περιεχομένου, ως φιλειρηνικό και συνυπαρκτικό υπερεθνικό πρόταγμα, έχει μεταπέσει σε προσδοκία πρόσβασης σε περισσότερο πλούτο και σε μέσο εξυπηρέτησης άλλων προτεραιοτήτων χωρών-μελών ή υποψήφιων προς ένταξη.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των χωρών του Βίζεγκραντ, οι οποίες απροσχημάτιστα χρησιμοποίησαν την Ε.Ε. (εκμεταλλευόμενες φυσικά αντιδράσεις στο εσωτερικό άλλων χωρών-μελών), για να «περάσουν» (ή για να γίνει ανεκτή) η απόκλισή τους από τις συλλογικές αποφάσεις της Ε.Ε. για το προσφυγικό. Εξ ίσου ενδεικτική της γκάμας κινήτρων που σήμερα ωθούν χώρες στην ένταξη, η περίπτωση του κρατικού σχήματος του νεο-μακεδονισμού στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, όπου δεν φαίνεται να ανιχνεύονται εκεί άλλα κίνητρα, πέραν του ζητήματος οριστικής συμπερίληψης της μέχρι πρότινος πΓΔΜ και ήδη Βόρειας Μακεδονίας στη σφαίρα επιρροής της Δύσης. Εξ αντιθέτου, αν αποτιμήσει κανένας τη στάση της Αθήνας  έναντι των Σκοπίων σε συνάρτηση με την Ε.Ε. θα διαπιστώσει ότι η ελληνική αρνησικυρία για την ένταξη των γειτόνων μας, απλά χρησιμοποίησε την Ένωση ως εργαλείο προαγωγής άλλων σκοπών της, προφανώς αντίθετων με τη συνυπαρκτική ενοποιητική πρόθεση των ιδρυτικών σκοπών της Ε.Ε.. Και τούτο ισχύει ανεξάρτητα από το εάν η Ελλάδα δικαίως ή αδίκως απέτρεψε την αναγνώριση της γειτονικής χώρας υπό την αλυτρωτική μετα-τιτοϊκή ατζέντα.

Εμμένοντας στην αντιμετώπιση τoυ Brexit υπό την αποκλειστική οπτική του «κόστους της εξέλιξης», που κυρίως έχει θέσει ως πλαίσιο η νομενκλατούρα των Βρυξελλών, υποτιμώνται ζητήματα πρώτης και μεγάλης αξιακής προτεραιότητας για πολλές άλλες χώρες-μέλη, όπως η Ισπανία και το καθεστώς του Γιβραλτάρ (θέμα, για το οποίο η λύση βρέθηκε επειδή ακριβώς η διευθέτησή του αφαιρέθηκε από τη διαπραγματευτική αρμοδιότητα της Ε.Ε.) ή η Κύπρος (που δεν αντιμετωπίζει αναταράξεις, επειδή η συμβατικά ρυθμισμένη παρουσία των βρετανικών βάσεων στο νησί εξαρτάται από συμβάσεις στο πλαίσιο της βρετανικής κοινοπολιτείας και των συνθηκών Λονδίνου και Ζυρίχης για το Κυπριακό και εκτός ρυθμιστικής αρμοδιότητας της Ε.Ε.)

Ασφαλώς, η ανωτέρω διαπίστωση ισχύει για θεματικά αντικείμενα σχετιζόμενα με το Brexit, όπως η Σκωτία και η Βόρεια Ιρλανδία, και φυσικά το πλαίσιο σχέσεων της Βρετανίας με την Ιρλανδία, που είναι προφανές ότι δεν μπορούν να υπόκεινται στην οικονομίστικη διαχείριση που προκρίνουν οι Βρυξέλλες, ενώ την ουσία του περιεχομένου αυτών των αντιφάσεων είναι σαφές ότι επικαθορίζουν πολύ περισσότερο πολιτισμικά και ιστορικά δεδομένα.

Για να γίνει απολύτως κατανοητό τί λέγω, επιτρέψτε μου έναν παραλληλισμό: Αν υποθέσουμε -τηρουμένων φυσικά των αναλογιών- ότι κάποια στιγμή η Γερμανία αποφάσιζε να αποχωρήσει από την Ε.Ε. αλλά οι ομόσπονδες δημοκρατίες της πρώην ανατολικής Γερμανίας προτιμούσαν  να μείνουν ως μέλη, θα έδειχναν οι Βρυξέλλες την ίδια αδιαλλαξία με εκείνη που δείχνουν σήμερα απέναντι σε διεκδικήσεις των Βρετανών;