16 Φεβ. 2019

Οι διαφορές ανάμεσα στον Μάκη Βορίδη και τον Νίκο Δένδια

Τι σημαίνει πολυσυλλεκτικότητα σ’ ένα κόμμα

(και γιατί δεν υπάρχει στη Ν.Δ.)

Τις τελευταίες μέρες έχει λάβει εκτεταμένη δημοσιότητα η διαφορά απόψεων στο εσωτερικό της Ν.Δ. μεταξύ της ακροδεξιάς πτέρυγας και της παραδοσιακής δεξιάς πτέρυγας, εκπροσωπούμενων από τον Μάκη Βορίδη και τον Νίκο Δένδια, αντίστοιχα.

Σύμφωνα με μία κρατούσα εκτίμηση, που γίνεται ασμένως δεκτή και από μεριάς κυβερνητικών στελεχών, η πολιτική διαπάλη μεταξύ των δύο πτερύγων γίνεται με επίδικο αντικείμενο τον έλεγχο του κόμματος, μέσω της εκατέρωθεν προσπάθειας επιβολής της επιθυμητής γραμμής για την παράταξη στον αποδεικνυόμενο ως «αδύναμο» πρόεδρο του κόμματος, Κυριάκο Μητσοτάκη, η κάθε μία πτέρυγα για λογαριασμό της.

Από την άλλη μεριά, η ίδια η ηγεσία Μητσοτάκη ερμηνεύει το πρόβλημα των υπαρκτών διαφορών πολιτικής μεταξύ των δύο πτερύγων, αποδίδοντάς το στο παλιότερο αφήγημα περί  “πολυσυλλεκτικότητας” της Ν.Δ. ως μεγάλου κόμματος.

Σε αντίθεση και με τις δύο αυτές απόψεις, έχω την άποψη ότι υπάρχει άλλη εξήγηση για την εμφανιζόμενη εσωκομματική αυτή διαμάχη, την οποία και θα προσπαθήσω να εκθέσω στη συνέχεια.

Φρονώ ότι η ένταση του φαινομένου διαφοροποιήσεων πολιτικής μεταξύ των δύο πτερύγων, ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο, δεν αντικατοπτρίζει πραγματικές διαφορές, τουλάχιστον της έντασης και του ιδεολογικοπολιτικού περιεχομένου που προβάλλεται να έχουν. Και οι εξελίξεις στο μακεδονικό, με την συμφωνία των Πρεσπών να έχει κυριαρχήσει στην εσωτερική πολιτική σκηνή, παραμερίζοντας το άλλο μεγάλο θέμα της περιόδου, την έξοδο από τη μνημονιακή επιτήρηση, δεν πιστεύω πως είναι η θρυαλλίδα για την εμφανιζόμενη ως εσωκομματική ανατάραξη στη Ν.Δ..

Αποδίδω την εικονογραφούμενη αναμέτρηση των συγκεκριμένων πτερύγων στο εσωτερικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε προσχεδιασμένη και προσυμφωνημένη κίνηση, με κοινή συγκατάθεση των υπαρκτών κομματικών ομάδων περί τους κ.κ. Βορίδη και Δένδια, με στόχο την προσέγγιση από το κόμμα διαφορετικών μεταξύ τους πολιτικών κοινών, εν όψει ευρωεκλογών και γενικών εκλογών, ώστε να διευρυνθεί η διηνεκώς συρρικνούμενη πολιτική βάση του.

Πολιτικά, αυτή η (ευφυής) κίνηση εκτιμώ πως σχεδιάστηκε από το επιτελείο του κ. Μητσοτάκη και στόχο έχει να υπερκεράσει την επί πολύ καιρό τώρα αδυναμία του σημερινού αρχηγού να διευρύνει τα κομματικά ακροατήρια. Ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης, φέρων εξ αρχής και ένεκα πολιτικής καταγωγής περιορισμένη απήχηση στην παραδοσιακή παραταξιακή βάση του καραμανλισμού και με αποκαλυπτόμενες συν το χρόνω ολοένα και περισσότερο τις «ακαταλληλότητές» του να ηγηθεί της Ν.Δ. (και πολλώ μάλλον της χώρας), αλλά και με ανύπαρκτη απολύτως κάποια αρθρωμένη προσωπική πολιτική ταυτότητα, σε συμφωνία με τις δύο αυτές πτέρυγες, (επιχειρεί να) δομεί ένα modus vivendi ασύμβατων μεταξύ τους πολιτικών χώρων με σκόπευση κάλπης και μόνο!

Η κίνηση αυτή, με καθαρά τυχοδιωκτικό πολιτικό χαρακτήρα (που είναι και το μοναδικό ευκρινές πολιτικό στοιχείο της ηγεσίας Κυριάκου Μητσοτάκη, που εγώ συγκρατώ), προσπαθεί να συγκολλήσει σε μια ιδιότυπη νεο-κομματική τερατογένεση, πολιτικές ιδέες και αρχές, που υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα ήταν νοητό να συνυπάρξουν. Η αντίστοιχη πολιτική εμπειρία από όλες τις χώρες της Ε.Ε. άγει μετά βεβαιότητας στη διαπίστωση ότι στον σημερινό πολιτικό, κομματικό, κοινωνικό και ιδεολογικό ευρωπαϊκό σχηματισμό (για λόγους που δεν είναι της παρούσης να εκτεθούν και να εξηγηθούν) αποδεικνύει ότι από τις παραδοσιακές δεξιές δυνάμεις σ’ όλες σχεδόν τις χώρες αποχωρίζονται ακροδεξιές πτέρυγες και σχηματίζουν λαϊκίστικα, ακροδεξιά και νεο-φασιστικά σχήματα, με ιδεολογικό κοινό πρόσημο παντού τον (κατά τα άλλα εν πολλοίς ερμηνεύσιμο από την αποτυχία του κλονιζόμενου μοντέλου της σημερινής Ε.Ε.) ευρωσκεπτικισμό.

Στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Γερμανία και σε πολλές άλλες χώρες η ύπαρξη του φαινόμενου είναι αναμφισβήτητη. Την ίδια ώρα στην Ελλάδα, με τη Χρυσή Αυγή (λόγω του ξεκάθαρα παράνομου χαρακτήρα των πολιτικών θέσεων και κυρίως της πρακτικής του νεοναζιστικού μορφώματος) να μη μπορεί να απευθυνθεί σε κοινά που στην Ιταλία κέρδισε ο Σαλβίνι, στη Γαλλία η Λεπέν και στη Γερμανία το AfD, ο κ. Μητσοτάκης διεκδικεί τα κοινά αυτά, που ποτέ δεν θα μπορούσαν εκπροσωπηθούν από ένα θεσμικά δεξιό φιλο-ευρωπαϊκό κόμμα. Μ’ άλλα λόγια, διαγκωνίζεται με τους Βελόπουλους, τους Καρατζαφέρηδες, τους Μπαλτάκους και τ’ άλλα ακροδεξιά παιδιά, που έχουν σπεύσει να καλύψουν το κενό πολιτικής εκπροσώπησης του λαϊκίστικου ευρωσκεπτικισμού! Για να (καταλήξει να) είναι επιτυχής, όμως, αυτή η πολιτικά τυχοδιωκτική μητσοτακική κίνηση, η προσέγγιση των ακροδεξιών πρέπει να γίνει από τη Ν.Δ. υπό τη σημερινή ηγεσία της με τρόπο, ώστε να μη από απομακρύνονται από το κόμμα οι παραδοσιακές συντηρητικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του καραμανλισμού, που είναι η ιδεολογικοπολιτική ψυχή της παράταξης. (Οι εμπειρίες συρρίκνωσης της πολιτικής επιρροής των κομμάτων της παραδοσιακής δεξιάς υπέρ των ακροδεξιών, το γερμανικό SPD, τους Γάλλους γκωλικούς, τη Forza Italia κλπ., ασφαλώς έχουν ανησυχήσει την ελληνική δεξιά).

Σ’ αυτήν την παράλληλη απόπειρα να μην φύγουν από το κόμμα οι παραδοσιακοί συντηρητικοί ψηφοφόροι της Ν.Δ. (που φυσικά δεν μπορούν να συνυπάρξουν με την ακροδεξιά πτέρυγα Σαμαρά-Βορίδη-Γεωργιάδη), προσέρχεται συνεννοημένος αρωγός, όπως ισχυρίζομαι, ο κ. Νίκος Δένδιας.

Ο κ. Μητσοτάκης, εν είδει «τροχονόμου» ασύμβατων μεταξύ τους πολιτικών απόψεων σε συσκευασία ενός κόμματος, κατόπιν συνεννόησης αφήνει το περιθώριο στον κ. Βορίδη να κάνει λόγο στη Βουλή  για «εθνική μειοδοσία» σχετικά με το μακεδονικό (απευθυνόμενος σαφώς στα ακροδεξιά και εθνικιστικά κοινά  που επιζητεί να τον υπερψηφίσουν). Και λίγο αργότερα, πάντα σε συνεννόηση με τον έτερο Καππαδόκη, νεύει στον κ. Δένδια να καθησυχάσει τους έντρομους από την ακροδεξιά κομματική στροφή καραμανλικούς.

Και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα αφάγωτη!

Ο λόγος για τον οποίο προσφεύγει ο σημερινός αρχηγός της Ν.Δ. σε τέτοιους πολιτικούς τυχοδιωκτισμούς είναι ένας: Γνωρίζει ο κ. Μητσοτάκης, ότι χωρίς αυτή την ιδιότυπη νεο-κομματική συνυπαρκτική τερατογένεση στο εσωτερικό της Ν.Δ., δεν φτάνουν οι ψήφοι για να γίνει πρωθυπουργός. Ο ίδιος, υποστηρίζεται από δυνάμεις και κύκλους, που το μόνο που διακρίνουν σε αυτόν είναι η ακαταλληλότητά του για τον ρόλο και η αδυναμία του να γίνει ισχυρός πρωθυπουργός, προσδοκώντας ότι -εάν τον επιβάλλουν- θα είναι εύκολο σε εκείνους να τον κατευθύνουν στη συνέχεια προς όφελος των συμφερόντων τους. (Να επαναλάβουν, δηλαδή, το επιτυχημένο για τους ίδιους «κόλπο» της πρωθυπουργίας Σημίτη).     

Όμως ο έκδηλος αυτός πολιτικός τυχοδιωκτισμός του Κυριάκου Μητσοτάκη, που θα μπορούσε κανένας να θεωρήσει ακόμη και ως «επιτυχή» κομματική τακτική, είναι διπλά επικίνδυνος για τη χώρα! (…Και για την παράταξή του είναι, αλλά αυτό ας το κρίνουν και ας αντιδράσουν -αν το κάνουν- οι καραμανλικοί που ανέχονται αυτήν την κατάντια του μεγάλου πολιτικού κόμματος της ελληνικής μεταδικτατορικής δεξιάς…)

Αν αυτή η τακτική επιτύχει, η ακροδεξιά στην Ελλάδα αντικειμενικά θα έχει κερδίσει πολιτικό έδαφος και ανάμεσα στις άλλες θλιβερές συνέπειες του γεγονότος θα διαθέτει πρόσβαση και μέρισμα στην εξουσία.     

Όπως αποδεικνύεται από τις πολιτικές εξελίξεις σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, ενίσχυση της ακροδεξιάς και πολύ περισσότερο ρόλος διακυβέρνησης για εκείνην, παντού μόνο κακές συνέπειες είχε για τις χώρες όπου εκδηλώθηκε η εξέλιξη! Ιδίως στην Ελλάδα, με εξαιρετικά γονιμοποιημένο, δυστυχώς (λόγω και της δεξιάς εκτροπής του ΚΙΝ.ΑΛ. που εδώ θα μπορούσε να έχει κρίσιμο θετικά εξισορροπητικό ρόλο, αλλά δεν το έκανε), το εθνικιστικό θυμικό των Ελλήνων, το μακεδονικό θα μπορούσε να  καταστεί η πολιτική βάση απογείωσης της ακροδεξιάς, με όλες τις συνέπειες να καραδοκούν.  

Παράλληλα, ιστορικά η ακροδεξιά από την πτώση της χούντας και εντεύθεν, είτε εκπροσωπήθηκε πολιτικά ξεχωριστά από τη Ν.Δ. (π.χ. Εθνική Παράταξη στις εκλογές του 1974), είτε -όποτε αναγκάστηκε να ενσωματωθεί στο κόμμα της περιόδους παρακμής της- δεν είχε ποτέ λόγο επηρεασμού της κεντρικής γραμμής του κόμματος, όπως συμβαίνει σήμερα! Η εγκατάλειψη αυτής της θεμελιώδους ιδεολογικοπολιτικής θέσης της Ν.Δ., σήμερα επί Μητσοτάκη, γεννά μια νέα «συνθήκη» για τη Ν.Δ., εκείνην της ακροδεξιάς πτέρυγας ως επιθυμητού συνιδιοκτήτη της παράταξης και όχι ως ασυμπάθηστου πλην αναγκαίου σύνοικου.

Περισσότερο απ’ όλα, όμως, νομίζω πως η κατάσταση αυτή που διαμορφώνει συν τω χρόνω ο νεο-μητσοτακισμός στη Ν.Δ., είναι η μετάστασή της από κόμμα αρχών σε μηχανισμό «αρπαχτής στην εξουσία»! Πρόκειται για αντίτυπο της τραμπικής πολιτικής σχολής, στοιχεία της οποίας εκδηλώνονται ήδη και στην ευρωπαϊκή version τους. Μότο της νεο-πολιτικής αυτής σχολής το αφήγημα «δεν έχει σημασία, πώς και με ποιές απόψεις και αρχές θα κερδίσεις την εξουσία,  αλλά μόνο να την κερδίσεις …και μετά βλέπουμε…». Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού του εφαρμοσμένου πολιτικού τυχοδιωκτισμού είναι ο άφρων όψιμος αντι-ναοτοϊσμός και αντι-ευρωπαϊσμός της Ν.Δ., την ώρα που για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες άβολης συνύπαρξης τα στρατηγικά συμφέροντα της Ελλάδας συμπίπτουν με τα στρατηγικά συμφέροντα του δυτικού παράγοντα. Η Ν.Δ. δεν θα είναι πλέον ένα κόμμα αρχών, αλλά μια σύμπραξη προσώπων και ομάδων, με μόνη εναπομένουσα αρμοδιότητα του αρχηγού της, Κυριάκου Μητσοτάκη την κατανομή της πίτας, μέσω της παραχώρησης μεριδίων της Ελλάδας στους δικαιούχους. Το κόμμα, δεν θα είναι πια ένα πολιτικό σχήμα συνοίκησης συμφωνούντων υπέρ Ελλάδας, αλλά ένα αδειανό κομματικό πουκάμισο-όχημα διακανονισμών κορυφής, υπέρ άλλων συμφερόντων, πέραν πατρίδας.        

Αναμφίβολα, η μετάσταση, όπως ήδη είπα, από διακυβερνήσεις που υπακούουν σε ιδεολογικοπολιτικές αρχές σε τεχνικές διαχείρισης της εξουσίας (που δεν είναι φαινόμενο που αφορά μόνο στη δεξιά παράταξη), συνιστά καίρια ποιοτική μεταβολή του δημοκρατικού κεκτημένου, που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

Η προάσπιση, επομένως, της δημοκρατικής βάσης για τη συνέχεια της Ελλάδας στην πορεία της στο χρόνο, αποκτά μείζονα προτεραιότητα. Και αν υπάρχει κάποια «στρατηγική ήττα» που θα είχε νόημα, κατόπιν αυτών,  αυτή ασφαλώς δεν μπορεί να είναι για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όπως βλακωδώς και με μικροπολιτικές επιδιώξεις διακηρύσσουν ορισμένοι απελθόντες που απέτυχαν παταγωδώς, αλλά για τον νεο-μητσοτακισμό!