22 Φεβ. 2019

Mια άλλη αφήγηση για τη διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Τί πραγματικά συνέβη το 2015

(Μέρος Α΄ - Η αποτυχία

της «αριστερής παρένθεσης»)

Η ανάγκη μιας νέας αφήγησης για την παρουσίαση των γεγονότων του 2015 προβάλλει επιτακτική, με σκοπό την ανασκευή μεγάλου μέρους των εκατέρωθεν ανακριβειών, που επικαθόρισαν το πολιτικό κλίμα στη χώρα, εκείνην την κρίσιμη περίοδο.

 

Η επιδίωξη μιας περισσότερο πραγματικής παρουσίασης όσων έγιναν, σε αντίστιξη με την ακραίων μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων εικόνα που έχουν φιλοτεχνήσει οι πολιτικοί, επιχειρηματικοί και μιντιακοί κύκλοι που ηττήθηκαν το 2015, είναι, φρονώ, απολύτως αναγκαία μετά την έξοδο της Ελλάδας από το μνημόνιο, ώστε σε πραγματικές και όχι σε πλασματικές βάσεις να επιχειρηθεί και η εκλογίκευση του δημόσιου διαλόγου για την Ελλάδα του 21ου αιώνα.

 

Από το 2012, ήδη, η περίπτωση της Ελλάδας διαφοροποιήθηκε ως γενικό πολιτικό σκηνικό, από τις άλλες χώρες της Ε.Ε., που από κοινού βίωναν την κρίση της ευρωζώνης, η οποία με διαφορές εκδοχές παρατείνεται μέχρι σήμερα. Η γενική εντύπωση της καταστροφικής διακυβέρνησης Σαμαρά 2012-2014 στους ευρωπαίους δανειστές, αλλά και στους τεχνοκράτες του ΔΝΤ, ήταν ότι επρόκειτο για μια κυβέρνηση ιδιαίτερα αναποτελεσματική, με πανάκριβο μάλιστα κόστος συντήρησής της για να αποτραπεί η ευθεία χρεοκοπία της ελληνικής οικονομίας, υπό τη σκέψη ότι παρ’ ό,τι διατέθηκαν δεκάδες δισ. ευρώ αυτή τη διετία (που απογείωσαν παράλληλα το χρέος), τα αποτελέσματα ήταν πενιχρότατα.

 

Παρά ταύτα, γενική ήταν η εντύπωση στους ευρωπαίους ότι η χώρα βρισκόταν υπό τον πολιτικό έλεγχο των προτεραιοτήτων που έθετε η ευρωζώνη, υπό τους ασφυκτικούς όρους έμπνευσης Σόιμπλε, που σήμερα ακόμη και από τα πλέον επίσημα ευρωπαϊκά χείλη ανακηρύσσονται ως άστοχοι. Τη βεβαιότητα του Βερολίνου ότι στην Ελλάδα δεν υπήρχε απειλή αριστερής εκτροπής διασφάλιζαν πολιτικοί και επιχειρηματικοί κύκλοι στη χώρα, οι οποίοι διαβεβαίωναν ότι οι Σαμαράς-Βενιζέλος πιέζονταν, φυσικά, αλλά όχι μέχρις κινδύνου πολιτικής ήττας τους. Οι δημοσκοπήσεις της εποχής παρουσίαζαν μια εικόνα εκλογικού ντέρμπι και οι διακινούμενες ως έγκυρες αναλύσεις προέβλεπαν ότι η Ν.Δ. θα κατάφερνε να κερδίσει και πάλι, έχοντας προκαταβολικά εξασφαλίσει  τη μετεκλογική συνεργασία Βενιζέλου. Διαβεβαίωναν άλλωστε γι’ αυτό όλοι οι συστημικοί παράγοντες: Δεν θα επέτρεπαν σε κανέναν να βγάλει την Ελλάδα από την Ε.Ε.!

 

Με ανάλογα πολιτικά ανακλαστικά αντιμετώπισαν την Ελλάδα οι ευρωπαίοι και μετά την εκλογική νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τον Ιανουάριο του 2015. Σήμερα γνωρίζουμε ότι το βλακώδες σαμαρικό σενάριο περί «αριστερής παρένθεσης», περισσότερους παραλήπτες είχε στις Βρυξέλλες, παρά εδώ στην Ελλάδα, που οι πολίτες όσο και να βομβαρδίζονται από τη μιντιακή ειδησεογραφία της σκοπιμότητας των fake news, αντιλαμβάνονται με μεγαλύτερη ακρίβεια τους ισχύοντες συσχετισμούς δυνάμεων.

Η πολιτική υστερία στην Ελλάδα και την Ε.Ε., που εκδηλώθηκε από τον Ιανουάριο του 2015 και μετά για τις εξελίξεις στη χώρα μας, ήταν προφανής τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στους εγχώριους πολιτικούς, οικονομικούς, επιχειρηματικούς και μιντιακούς κύκλους. Η παγίδευση της ευρωζώνης (και με προνομιακό θύμα την Ελλάδα), με ευθύνη του Σόιμπλε και των εδώ «τυφλών» οπαδών του, στη λανθασμένη οικονομική πολιτική (που σήμερα βήμα-βήμα εγκαταλείπεται, αν και είναι πλέον αργά για να αποτραπούν οι συνέπειές της, τόσο για την ευρύτερη παράταση των υφεσιακών πιέσεων, όσο και για την πολιτική ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς λόγω των περιοριστικών μέτρων σε βάρος των αδυνάμων και της μεσαίας τάξης), επιφύλαξε ένα δύσκολο εξάμηνο για την πρώτη διακυβέρνηση Τσίπρα. Οι ευρωπαίοι δανειστές μας, φλερτάρισαν ασυγχώρητα με την προσπάθεια ανάμιξης στα ελληνικά πολιτικά πράγματα σε εσφαλμένη βάση, επιχειρώντας να επιβεβαιώσουν τα φληναφήματα των σαμαρικών και βενιζελικών κέντρων περί «αριστερής παρένθεσης». Όλα στοιχηματίστηκαν στην πτώση Τσίπρα και την επιστροφή των «ευρωπαίων» στην εξουσία.   

   

Το σχέδιο απέτυχε παταγωδώς, όπως είναι φυσικό, αφού δεν απαντούσε στο μείζον πολιτικό αίτιο επί του οποίου στηρίχτηκε και η επικράτηση Τσίπρα: Τη βαθύτατη επί της ουσίας απόρριψη της σοϊμπλικής οικονομικής πολιτικής, αποδειχθείσας άλλωστε ήδη ως άστοχης, όπως είπα, από το πολιτικό υποκείμενο των εξελίξεων στην Ελλάδα, δηλαδή τους πολίτες, και μάλιστα τα κρίσιμα πολιτικά, κοινωνικά και εκλογικά κοινά ανάμεσά τους, τους αδύναμους και τη μεσαία τάξη. Απολύτως καίριο δεδομένο του πολιτικού σκηνικού, το οποίο οι Βρυξέλλες διά του παντοδύναμου τότε Σόιμπλε, υποτίμησαν και παρέβλεψαν, προσπαθώντας να το υπερκεράσουν με έμμεσες και πιο ανοιχτές απειλές προς τους Έλληνες ότι, ή θα αποδεχόντουσαν τη λανθασμένη σε βάρος τους οικονομική πολιτική, ή, αν όχι, θα τους εξεδίωκαν από την ευρωζώνη κι ακόμη και από την Ε.Ε.. 

 

Για τους στοιχειωδώς ενασχολουμένους με την πολιτική και τα τερτίπια της, ήταν εξ αρχής διακριτό ότι αυτή η αντίδραση της Ε.Ε. στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, δεν είχε πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Ένα τέτοιου βάθους και τόσο έντονο πολιτικό πρόβλημα (με συνέπεια διαλυτικές τάσεις στο έως τότε ισχύον κομματικό σύστημα, αλλά και προκαλώντας τεκτονικούς ταξικούς διχασμούς στην ελληνική κοινωνία) δεν θα μπορούσε ποτέ να επιλυθεί με απειλές και τόσο ελαφριά ματιά στα συστατικά μέρη-αίτιά του.

 

Ακόμη κι αν πρόσκαιρα πετύχαιναν οι σοϊμπλικοί ευρωπαίοι (και φυσικά και οι εγχώριοι οπαδοί τους) να αναστελλόταν η έκφραση πολιτικής καταδίκης από μεριάς των Ελλήνων για τη λάθος σε βάρος τους οικονομική πολιτική, το αδιέξοδο για την Ε.Ε. στη σχέση της με την Ελλάδα θα ερχόταν αργά ή γρήγορα και με βιαιότερο τρόπο.    

(...συνεχίζεται...)