26 Φεβ. 2019

Mια άλλη αφήγηση για τη διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Τί πραγματικά συνέβη το 2015

(Μέρος Β΄ - Η πολιτική ανεπάρκεια των ευρωπαίων

να χειριστούν την ελληνική κρίση)

Το τελευταίο χαρτί της ευρωπαϊκής πολιτικής ομάδας του «σοϊμπλισμού» παίχτηκε στην Ελλάδα με το δημοψήφισμα! Και η εν λόγω ομάδα ηττήθηκε -και όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά έκτοτε δρομολογήθηκε η βαθμιαία αποκαθήλωσή της από την ηγεμονική θέση που κατείχε στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη, με την οικονομική πολιτική της σήμερα να  εγκαταλείπεται, άνευ επαίνων, (παρ’ ό,τι επιχειρήθηκε να στηθεί μια ολόκληρη επικοινωνιακή παράσταση της δήθεν επιτυχίας των προγραμμάτων «διάσωσης»).

 

Υπάρχουν 2 εμβληματικής σημασίας περιστατικά, τα οποία σηματοδοτούν την κορύφωση της πίεσης των ευρωπαίων προς τους Έλληνες:

α. η παρέμβαση προσωπικά Σόιμπλε, λίγα 24ωρα πριν ανοίξουν οι κάλπες του δημοψηφίσματος για να ζητήσει τότε στην πολύκροτη γνωστή συνεδρίαση του eurogroup την επιβολή capital controls και να εισηγηθεί την απόρριψη της πρότασης που είχε κάνει η ελληνική κυβέρνηση για ολιγοήμερη παράταση της ενδιάμεσης συμφωνίας, ώστε να μπορούσε να διενεργηθεί το δημοψήφισμα, χωρίς τις πολιτικές πιέσεις που συνεπάγονταν οι εκδικητικές παρεμβάσεις του Γερμανού υπουργού Οικονομικών. (Μιας ενδιάμεσης συμφωνίας, υπενθυμίζω, που είχε συνομολογηθεί ανάμεσα στην Αθήνα και τους δανειστές από τις 28 Φεβρουαρίου 2015, όταν δηλαδή έληγε τυπικά το 2ο μνημόνιο), και

β. τα ίδια τα capital controls, στην ύστατη προσπάθεια να προσέλθουν οι εκλογείς στην κάλπη του δημοψηφίσματος υπό το τεράστιο βάρος αποκοπής της πρόσβασής τους στη ρευστότητα των ΑΤΜ’s.

 

προφανέστατα πολιτική επιλογή να ασκηθούν πιέσεις στην Έλληνες πολίτες ενώπιον της δημοψηφισματικής κάλπης, υπογραμμίζεται από την ενοχική στάση της ίδιας της ΕΚΤ απέναντι στην πρόταση Σόιμπλε για την επιβολή capital controls. Δύο ημέρες πριν την τυπική λήξη της παράτασης του 2ου μνημονίου η ΕΚΤ καλείται να αποφασίσει εάν θα συνεχίσει να χορηγεί ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες μέσω του λεγόμενου ELA. Φυσικά καμιά συζήτηση δεν έγινε από την ΕΚΤ περί επιβολής capital controls. Όμως, η ΕΚΤ λαμβάνει απόφαση να μην αυξήσει το ποσό της ρευστότητας που χορηγεί στις ελληνικές τράπεζες μέσω του ELA. Φυσικά, χωρίς στήριξη ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες, λίγες ώρες αργότερα συγκαλείται στην Αθήνα το Συμβούλιο Συστημικής Ευστάθειας που εισηγείται στο υπουργικό συμβούλιο την επιβολή capital controls. Το υπουργικό συμβούλιο εξ ανάγκης αποδέχεται την εισήγηση και ακολουθεί  Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου με την οποία κηρύσσεται εβδομαδιαία  τραπεζική αργία και τίθεται ημερήσιο όριο αναλήψεων από τα ΑΤΜ τα 60 ευρώ.

 

Προσεκτική δηλαδή παρακολούθηση των εξελίξεων αποκαλύπτει ότι η ΕΚΤ δεν θέλησε να ευθυγραμμιστεί με την καθαρά πολιτική επιμονή Σόιμπλε για τιμωρητική επιβολή των capital controls, ώστε το δημοψήφισμα να γίνει με κλειστές τράπεζες, με τις προσδοκώμενες επιδράσεις στους Έλληνες πολίτες. Όλα στην ΕΚΤ κατά την ελληνική πολιτική περιπέτεια του 2015 λειτούργησαν στο πλαίσιο της προσπάθειας του Μάριο Ντράγκι να μην είναι εκείνος στον οποίο είχε λάχει να νομιμοποιήσει τη λάθος συνταγή Σόιμπλε. Έκτοτε η σχέση του κεντρικού ευρωπαίου τραπεζίτη με τον τότε πανίσχυρο Γερμανό υπουργό Οικονομικών, ουδέποτε αποκαταστάθηκε και έφτασε μέχρι και την ανοιχτή αντιπαράθεση μεταξύ τους, με αφορμή το πρόγραμμα χαλαρής ρευστότητας της ΕΚΤ (QE), που προδήλως αποσκοπούσε στον περιορισμό των αρνητικών συνεπειών για τη  ευρωζώνη, από την εμμονική περιοριστική πολιτική Σόιμπλε). 

            

H ειδεχθής πολιτική αφέλεια των ευρωπαίων στο χειρισμό των εξελίξεων του 2015 (που και σήμερα δεν έχει ακόμη εκλείψει ως κεντρικό χαρακτηριστικό μιας γραφειοκρατίας ανεπίδεκτης επιδράσεων  από κοινωνικά ερεθίσματα, όπως αποδεικνύει η περιπέτεια του Brexit και ο γαλλο-γερμανικός μικρο-μεγαλισμός  έναντι της Βρετανίας), αποκαλύφτηκε πλήρως το 2015, εξ αφορμής της στάσης τους απέναντι στο δημοψήφισμα. Το κρεσέντο πολιτικής ελαφρότητας που επεδείχθη από μεριάς ευρωζώνης, σ’ ένα θέμα μείζονος σημασίας για τη συνοχή της ίδιας της Ε.Ε., εξαντλήθηκε (και εδώ στην Ελλάδα η ίδια στάση τηρήθηκε από τα «παιδιά του Σόιμπλε») στην άγονη στάση να μην επιτραπεί οποιαδήποτε παρέκκλιση από το αναγνωρισμένο ήδη από τότε «διασωστικό» λάθος.

 

Όσο μελάνι έκτοτε και να έχει χυθεί για να αποδείξει ότι όλα οφείλονταν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και στην άρνησή του να συναινέσει στο λάθος, το δημοψήφισμα, η έκβασή του και πολύ περισσότερο η συνέχεια, με την αναδιαπραγμάτευση και την εξασφάλιση καίριων πρόσθετων ευνοϊκών ρυθμίσεων για την Ελλάδα  (και κυρίως τη για πρώτη φορά συγκεκριμένη συμφωνία για άμεση, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη απομείωση του χρέους, που πριν το δημοψήφισμα δεν υπήρχε, ενώ έκτοτε και έως σήμερα εφαρμόζεται απαρέγκλιτα από τους ευρωπαίους) αποδεικνύουν ότι πραγματικό πολιτικό «προϊόν» του πρώτου εξαμήνου του 2015 είναι ότι ανατοποθετήθηκαν τόσο η Ελλάδα έναντι της ευρωζώνης, όσο και η ευρωζώνη έναντι της Ελλάδας. Μια εκατέρωθεν ανατοποθέτηση απολύτως αναγκαία για την εκλογίκευση των όρων παρουσίας της Ελλάδας εντός της ευρωζώνης (που κινδύνευε με οριστική διαρραγή σχέσεων), αλλά και για την ταυτόχρονα (και ένεκα της ελληνικής περίπτωσης) συνολική αναθεώρηση της φιλοσοφίας των ευρωπαϊκών «διασώσεων».

   

Πρόκειται για ιστορικής σημασίας εξέλιξη, η οποία όσο και να εμφανίστηκε εδώ από τους αμετανόητους «σοϊμπλικούς» ως «κωλοτούμπα» και άλλα τοιαύτα (με την απολύτως μικροπολιτικού αμπαλάζ και fake αφήγηση των μανιακών φιλοσυστημικών μέσων ενημέρωσης), είχε σαν αποτέλεσμα την οριστική ακύρωση της απόπειρας να προωθηθεί η επιλογή της ευρωζώνης δύο ταχυτήτων (που προωθούσε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε) , καθώς και την πλήρη εγκατάλειψη της πρόθεσης (ξανά του κ. Σόιμπλε και των συν αυτώ) να επιβληθεί η παραδειγματικού τύπου αποβολή της Ελλάδας από τα ευρωπαϊκά fora, επειδή αντιδρούσε στο ολοφάνερο σφάλμα. (Και για όσους έχουν ενστάσεις σχετικά με τον χαρακτηρισμό «ολοφάνερο», θα επικαλεστώ εδώ τόσο την προηγηθείσα των γεγονότων του 2015 αναγνώριση του σφάλματος από το ΔΝΤ σχετικά με τον περίφημο «δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή», όσο και το μη επιδεχόμενο διάψευση γεγονός αθροιστικής ύφεσης της τάξης του 25% κατά την περίοδο της «διάσωσης», που φυσικά δεν θα μπορούσε ποτέ να συντρέχει σ’ ένα πρόγραμμα παρεμβάσεων σε μια οικονομία εκτιμώμενο ως «επιτυχές»).    

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι όλη η προσπάθεια όσων υποστήριξαν τότε την τιμωρητική στάση (των ευρωπαίων και των εγχώριων εκπροσώπων τους) απέναντι στους αντιδρώντες Έλληνες, εκφράστηκε με την απόπειρα εσκεμμένης παραχάραξης του δημοψηφισματικού διλήμματος  από «ναι ή όχι» σε μια συγκεκριμένη οικονομική πολιτική «διάσωσης», που ειρήσθω εν παρόδω ελεγχόταν σοβαρότατα ως λανθασμένη, στο «ναι ή όχι» στην Ε.Ε.»!

 

Οι μετέπειτα εξελίξεις έχουν πλέον αποδείξει ότι όσοι συμπατριώτες μας προσήλθαν στην κάλπη του δημοψηφίσματος με πραγματική διάθεση την έξοδο της Ελλάδας από την Ε.Ε. και την ευρωζώνη, ήταν οικτρά μειοψηφία. Στις δεύτερες εκλογές του 2015, όλοι αυτοί (συμπεριλαμβανομένων του Κ.Κ.Ε. και της Χρυσής Αυγής, που από διαφορετικές σκοπιές επιζητούν την έξοδο της Ελλάδας από την Ε.Ε.) άθροισαν ποσοστά αρκετά χαμηλότερα από το 20%. Δηλαδή ποσοστά πολύ χαμηλότερα από τα ανάλογα στις άλλες χώρες-μέλη της Ε.Ε..  

 

Για τον λόγο αυτόν και παρά τον ορυμαγδό εγχώριων μέσων ενημέρωσης (εκπροσώπων πολιτικών, οικονομικών, επιχειρηματικών και μιντιακών κύκλων που ηττήθηκαν από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) περί αθέτησης από τον Τσίπρα της δήθεν εντολής του δημοψηφίσματος για έξοδο από το ευρώ και την Ε.Ε. (ενώ, όπως ήδη εξήγησα, άλλο εκλήθησαν και άλλο έκριναν οι Έλληνες πολίτες στη δημοψηφισματική κάλπη), δεν ήταν παρά για πολύ λίγο χρόνο και για πολύ λίγο τελικά κόσμο πειστικό.

(…συνεχίζεται…)

(Στο επόμενο, Γ΄ μέρος, οι ευθύνες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τις εξελίξεις του 2015)