20 Μαρ. 2019

Νέo πεδίο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις

Ευνοεί τα συμφέροντα της Ελλάδας

η διαιώνιση της ενταξιακής διαδικασίας στην ΕΕ

για την Τουρκία; 

Με προσοχή είδα τις αντιδράσεις του πολιτικού κόσμου στην Ελλάδα και την Κύπρο, «το τόξο του ελληνισμού», μ’ άλλα λόγια, στην ανατολική Μεσόγειο και τη νοτιοανατολική Ευρώπη, σχετικά με τη συζήτηση που έχει ανοίξει στην Ε.Ε. (και εν όψει ευρωεκλογών) για τη διακοπή της ενταξιακής διαδικασίας για την Τουρκία. Διακρίνω μια ενιαία στάση, μια «εθνική γραμμή» ας την πούμε, που συνοψίζεται στη θέση ότι τυχόν διακοπή, αναστολή ή ακύρωση αυτής διαδικασίας πλήττει τα συμφέροντα της Ελλάδας.

Είναι, όμως, έτσι;

Ας το δούμε λίγο πιο προσεκτικά!

Το σημερινό πλαίσιο ευρω-τουρκικών σχέσεων, υπακούει εν πολλοίς και σήμερα στη σχεδιασμένη  μεταπολεμική στρατηγική της Δύσης. Η Τουρκία εξακολουθεί σε πολλές δυτικές πρωτεύουσες να θεωρείται ένα πολύφερνο (γεωπολιτικά και οικονομικά) κράτος, «καταδικασμένο» εν τη ρύμη του ιστορικού χρόνου να υποκύψει στην επίθεση γοητείας του «πολιτισμένου και αναπτυγμένου κόσμου». Η σχετική πολιτική και οικονομική σταθερότητα στην Τουρκία, από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, διευκόλυνε την αίσθηση ότι η χώρα είναι διαχειρίσιμος εταίρος προς όφελος των δυτικών σκοπών στην περιοχή. Ταυτόχρονα, η ΝΑΤΟϊκή ταυτότητα του τουρκικού στρατού πρόσφερε την εντύπωση ασφαλούς πρόσδεσής της στα δυτικά συμφέροντα.

Σ’ αυτό και μόνο σ’ αυτό το πλαίσιο στηρίχτηκε και η στάση της Δύσης απέναντι στον ελληνισμό, σε ό,τι αφορά τις τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος μη επιδεχόμενων αμφισβήτηση κυριαρχικών ελληνικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και την Κύπρο. (Μάλιστα, από μιαν οπτική, ακριβώς οι υπαγορευμένες από τη Δύση συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου για το Κυπριακό και η πρόβλεψή τους περί «εγγυητριών δυνάμεων» -Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία- ως «φιλοσοφία» ρύθμισης διεθνούς διαφοράς, εξ αρχής ήταν εξαιρετικά προνομιακή για την Τουρκία, λες και η επαπειλούσα τα δικαιώματα της άλλης κοινότητα στο νησί, θα μπορούσε ποτέ εξελικτικά να ήταν η ελληνοκυπριακή. Άλλωστε, η ίδια η ιστορία, με την τουρκική εισβολή του Αττίλα (απολύτως προσχηματική ως προς τις πραγματικές συνέπειές της ως δήθεν δυνάμει απειλή κατά των τουρκοκυπριακών δικαιωμάτων στο νησί), έχει αναντίρρητα έκτοτε αποδείξει ποια ήταν η επαπειλούσα τα δικαιώματα της άλλης κοινότητα, και πόσο αντικειμενικά ευνοϊκή ήταν για την Τουρκία η ρύθμιση περί «εγγυητριών δυνάμεων».

Με την ευκαιρία -είναι άξιο αναφοράς, εδώ- τεκμαίρεται πόσο άστοχη, μονομερής και παράδοξα φιλοτουρκική ήταν η στάση Ελλήνων πολιτικών παραγόντων, μέχρι και πριν λίγο καιρό ακόμη, η οποία περίπου έριχνε το βάρος των γεωπολιτικών γενεσιουργών αιτίων για τον Αττίλα σε ελληνικές ενέργειες (το γελοίο πραξικόπημα Σαμψών, εν προκειμένω) και όχι στην πάγια επεκτατική στρατηγική της Τουρκίας -και όχι μόνο στην Κύπρο. Για την καρικατούρα πραξικόπημα Σαμψών, μάλιστα, για το οποίο η ιστορία δεν έχει ακόμη οριστικώς αποφανθεί εάν επρόκειτο για ελληνική εθνικιστική πρωτοβουλία ή για πρακτορευμένη από τις Η.Π.Α. παρέμβαση, την εποχή που μεσουρανούσε η CIA στο πνεύμα της εξωτερικής πολιτικής Κίσινγκερ για την περιοχή της ανατολικής Μεσογείου).        

Δηλαδή, για να επιστρέψουμε στο θέμα μας, η Δύση τις διεκδικήσεις της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου αντιμετώπισε ως μια «εσωτερική» διαφορά στη σφαίρα επιρροής της, παραβλέποντας τα ελληνικά υπαρξιακά προβλήματα που γεννά ο τουρκικός επεκτατισμός. Υποτιμώντας, παράλληλα, τις μεγάλες και ευρύτερες συνέπειες της διαιώνισης στην αντίληψη της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ότι πρόκειται για μια χώρα, στην οποία δήθεν ιστορικά ακόμη «οφείλονται» αυξημένος ρόλος, δυτική οικονομική στήριξη και εδάφη. Η εξ αντικειμένου αποσταθεροποιητική γεωπολιτικά παρουσία της Τουρκίας στην περιοχή, θεωρήθηκε από τον δυτικό παράγοντα ως μια περιφερειακή «κόνξα» εύκολα αντιμετωπίσιμη, με διαμεσολαβήσεις -εάν χρειαζόταν- πατερναλιστικού χαρακτήρα των δυτικών δυνάμεων, σχεδόν κατά κανόνα με φιλοτουρκικό πρόσημο. Τελευταίο παράδειγμα, το επεισόδιο των Ιμίων.

Όμως, εδώ και καμιά δεκαετία, οι συνέπειες της αντικειμενικά αποσταθεροποιητικής τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, απειλούν πλέον ευθέως τα συντεταγμένα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή και ευρύτερα! Επί πλέον, η εξ αντικειμένου ενίσχυση του ρόλου του ελληνισμού στην ανατολική Μεσόγειο, αφού η Ελλάδα και η Κύπρος, ως νησιωτικά κράτη των οποίων οι ΑΟΖ δεσπόζουν στην ανατολική Μεσόγειο, διασφαλίζοντας και τον πρωτεύοντα λόγο τους στη διαχείριση των  υδρογονανθράκων, αλλάζει δραματικά το πρόσημο των κινήτρων του δυτικού παρεμβατισμού στις εδώ εξελίξεις, από φιλοτουρκικό σε φιλελληνικό. (Μάλιστα, κατά πληροφορίες από διπλωματικές πηγές σε δυτικές πρωτεύουσες, το ιστορικό «ταμείο» που κάνουν πλέον στη Δύση για τον περισσότερο από 60 χρόνια συστηματικό φιλοτουρκισμό της, εμφανίζει απολύτως γλίσχρα αποτελέσματα, συνεκτιμωμένων μάλιστα των τεράστιων δαπανών στήριξης της Τουρκίας όλ’ αυτά τα χρόνια, για να θωρακίζεται το κακομαθημένο μουσουλμανικό προτεκτοράτο τους, από την επίθεση γοητείας που ασκούσαν η Ε.Σ.Σ.Δ. και σήμερα η Ρωσία).

(Αντιπαρέρχομαι πλήρως, βεβαίως, εδώ, τις καταγέλαστες από ορισμένες πλευρές (προεξάρχοντος του ΚΚΕ, είναι η αλήθεια, αλλά με την ανοχή της συνθήκης «αφασίας γνώμης» που διέπει την σημερινή στάση του ΚΙΝ.ΑΛ. και τη σύμπραξη της πολιτικά σχιζοφρενούς ακροδεξιάς που βρίσκεται στο πλευρό του νεο-μητσοτακισμού) απόψεις, απολύτως μεταφυσικού περιεχομένου, σχετικά με τον αντι-αμερικανισμό και «αντι-δυτικισμό», ως δήθεν πάγιας αρχής για την προαγωγή των ελληνικών συμφερόντων. Άλλωστε, μόνη διαλεκτική σχέση παγίως ισχύουσα -όπου γης και εσαεί- ως αρχή ερμηνεύουσα τις νόρμες κίνησης της διπλωματίας, είναι τι προάγει τα συμφέροντα κάθε χώρας. Κι αυτή την αρχή καμιά διάθεση δεν έχω να παραμερίσω στις αναλυτικές προσεγγίσεις μου, για να κερδίσουν μερικά «ψηφουλάκια» παραπάνω, το Κ.Κ.Ε., το ΚΙΝ.ΑΛ. και η Ν.Δ.).    

Σ’αυτό το νέο πλαίσιο, επομένως, θα πρέπει να εξετάσουμε εάν ευνοεί τα συμφέροντα του ελληνισμού  μακροπροθέσμως η διαιώνιση της ενταξιακής προοπτικής της Τουρκίας στην Ε.Ε., ή όχι! Η έως σήμερα στάση μας ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να κατευνάζει τρεχόντως τον δεδομένο τουρκικό επεκτατισμό στο Αιγαίο και την Κύπρο, με προσφυγή σε μια δήθεν εφικτή «προοπτική συνύπαρξης» με την Τουρκία συνδιαχειριστικού τύπου των δικαιωμάτων του ελληνισμού στην περιοχή, νομίζω πως εξεμέτρησε τον διπλωματικό βίο της. Άλλωστε, κοιτάζοντας πίσω, διά γυμνού οφθαλμού τεκμαίρεται πλέον σήμερα πόσο ατελέσφορη ήταν αυτή η στάση, ως δήθεν εγγυήτρια τακτική ειρήνευσης στα ανατολικά σύνορά μας, σε ξηρά, αέρα και θάλασσα. Η ένταση και οι παραβιάσεις παραμένουν, οι απαράδεκτες διεκδικήσεις διατηρούνται και διευρύνονται, η επιθετική φρασεολογία κατά του ελληνισμού επιδεινώνεται. Το σκηνικό αυτό, όμως, δεν είναι πια βολικό για την προαγωγή των δυτικών συμφερόντων, αντίθετα τα αντιστρατεύεται!

Και για να γίνει ακόμη πιο σαφές τί λέγω, νομίζω πως η περίοδος του δόγματος «είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε φίλοι με τους Τούρκους», στο οποίο ο πρώτος μετά τη δικτατορία Έλληνας υπουργός Εξωτερικών , αείμνηστος Γ. Μαύρος, συνόψισε την τότε εξωτερική πολιτική μας, όχι απλά έχει λήξει αλλά και τυχόν παράτασή της θα ήταν σε βάρος της χώρας μας.

Η αυστηροποίηση σήμερα του πλαισίου ελληνικών και κυπριακών όρων που είναι δόκιμο να τίθενται προς την Τουρκία, για να αποκηρύξει οριστικά σε βάθος χρόνου τις επεκτατικές διεκδικήσεις της σε βάρος μας, δεν μπορώ να διακρίνω για ποιόν λόγο στον παρόντα διεθνή συσχετισμό δυνάμεων στην περιοχή μας, απουσιάζει από την εξωτερική μας πολιτική! Μια ελληνική εξωτερική πολιτική, όπου εξακολουθεί να κυριαρχεί η άποψη «η διαιώνιση της συζήτησης για την ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας την Ε.Ε. ευνοεί τα εθνικά μας συμφέροντα».

Σημαίνει, μήπως, αυτό που λέγω, ότι θα πρέπει ο ελληνισμός να προσχωρήσει στον αντι-τουρκισμό που με ακροδεξιό πολιτικό πρόσημο ενδυναμώνεται αυτήν την περίοδο στην Ε.Ε., με τα τυχοδιωκτικά και ψηφοθηρικά ανακλαστικά που το ανακινεί ο ολίγιστος Βέμπερ ; Αναμφίβολα όχι! Στρατηγική επιδίωξη της ελληνικής διπλωματίας ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι ο αυτοσκοπός να ηττηθεί μια άλλη χώρα. Μόνη ανεκτή επιδίωξη για τη διπλωματία μιας σοβαρής χώρας δεν είναι άλλο, από το να προάγονται τα συμφέροντά της.  

Και ειδικά στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η πιο πάνω αρχή ισχύει κατ’ εξοχήν! Γιατί; Διότι η απόσυρση των απαράδεκτων τουρκικών διεκδικήσεων σε βάρος μας, δεν είναι μια ήττα για την Τουρκία, ώστε να απομένει ο αχνός μιας οψέποτε επιζητούμενης ρεβάνς στο πεδίο παραμέτρων της ελληνοτουρκικής γειτνίασης. Η οριστική απόσυρση των τουρκικών διεκδικήσεων, εξ αντιθέτου, είναι θεμελιώδης αποκατάσταση της πλασματικής εικόνας που με ευθύνη της Δύσης έχει μείνει εδώ ως στοιχείο της κατάστασης στην ανατολική Μεσόγειο, ότι η Τουρκία «κάτι έχει λαμβάνειν» από εμάς. Ε, λοιπόν, όχι! Δεν έχει λαμβάνειν τίποτα! Το δόγμα «δεν διεκδικούμε τίποτα, δεν παραχωρούμε τίποτα» (με το οποίο ο Ανδρέας Παπανδρέου συνόψισε την επιτυχή για τότε ελληνική εξωτερική πολιτική, στην μετέπειτα της πρώτης περιόδου της μεταπολίτευσης εποχή), επαρκές τότε -αν και με στοιχεία αμυντικού χαρακτήρα, δεδομένων των συσχετισμών δύναμης εκείνης της στιγμής- είναι ώρα να εφαρμοστεί πλήρως, και όχι μερικώς, ως στάση αντιληπτή ως τακτική ανάσχεσης της επιθετικότητας του ισχυρού, από μεριάς του αδύναμου πόλου.

Άλλωστε, είναι σαφές ότι μόνο με την οριστική απόσυρση των τουρκικών διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου θα ήταν νοητή σταθερή ειρήνη στην ανατολική Μεσόγειο, την οποία διακαώς επιθυμούν σήμερα οι δυτικοί εταίροι μας, ώστε να επιδοθούν απερίσπαστοι στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων μας.                                          

άτι σαν επίλογος! Η μόνη αναγνωριστέα από την Αθήνα ως υπαρκτή ελληνοτουρκική διαφορά, κατά το δόγμα ελληνικής εξωτερικής πολιτικής του Ανδρέα Παπανδρέου, θυμίζω,  ήταν η υφαλοκρηπίδα. Η ελληνική πρόταση ήταν (και στο πλαίσιο αυτό έκτοτε διεξάγονται ως σήμερα επί της ουσίας άκαρπες, φυσικά, διμερείς διαβουλεύσεις), η σύνταξη συνυποσχετικού για την προσφυγή των δύο χωρών από κοινού στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης, προς επίλυση της διαφοράς. Η Τουρκία ποτέ δεν έστερξε σε υιοθέτηση αυτή της καθαρής ελληνικής θέσης. Γιατί; Διότι, απλούστατα, η όποια κρίση του διεθνούς δικαστηρίου (ακόμη και μια ευνοϊκή για την Τουρκία), θα προσέδιδε τόνο οριστικής διευθέτησης των διαφορών μας. Και η Τουρκία ακριβώς αυτήν την οριστική διευθέτηση απεύχεται, αφού εκείνο που την εξυπηρετεί είναι η ασάφεια του πλαισίου συνύπαρξης, ώστε να εγείρει κατά περίπτωση όποια διεκδίκηση την ευνοεί.

Όμως, εδώ,  οι εξελίξεις στο διεθνές δίκαιο, έχουν καταστήσει την υφαλοκρηπίδα μια μάλλον ξεπερασμένη πλέον νομική αρχή, για τον προσδιορισμό κυριαρχικών δικαιωμάτων παράκτιων χωρών. Πλέον, το πεδίο αυτό νομικών εννοιών καλύπτεται απολύτως από τις Ανεξάρτητες Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ).  Προς τι, λοιπόν, η διατήρηση ενός άσκοπου διαλόγου, μεταξύ άλλων και για το συνυποσχετικό, με ελληνική επιμονή;)