22 Μαρ. 2019

Οι Έλληνες στον ευρωπαϊκό κόσμο του 21ου αιώνα

Η Επανάστασή μας - 198 χρόνια μετά

Σε πολλές από τις αναφορές τους για την Ελλάδα του 1821, οι φιλέλληνες Βρετανοί (και όχι μόνον αυτοί, αλλά κι άλλοι φιλέλληνες των τότε Μεγάλων Δυνάμεων) μίλησαν με ιδιαίτερο τρόπο για τους εξεγερμένους Έλληνες. Ένα από τα σημεία που προσείλκυσε το ενδιαφέρον των ευρωπαίων για το αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος, ήταν ο τρόπος που πολεμούσαν οι Έλληνες. Οι Βρετανοί στρατιωτικοί παρατηρητές, εντυπωσιασμένοι απ’ ό,τι έβλεπαν στις μάχες των Ελλήνων κατά των Τούρκων, υπογράμμισαν τις διαφορές που εντόπιζαν στον τρόπο του μάχεσθαι των εξεγερμένων, σε σύγκριση με ό,τι γνώριζαν για το πως έκαναν τον πόλεμο οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις, που τους προηγούμενους αιώνες είχαν εγκαταστήσει στην υφήλιο τη βρετανική αυτοκρατορία και είχαν επιβάλλει την αποικιοκρατία. 

Οι Βρετανοί παρατηρητές, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τον χαρακτήρα του «πολέμου των ατάκτων» που ακολουθούσαν οι Έλληνες, ο οποίος σιγά-σιγά κατέστη και η επιλεγμένη παγίως τακτική μάχης των οπλαρχηγών, σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των μαχητών που είχαν στη διάθεσή τους. Οι Βρετανοί ανέφεραν ότι μόλις έπεφτε το πρώτο τουρκικό βόλι, ο Έλληνες σκορπίζονταν ατάκτως για να προφυλαχτούν πίσω από βράχια και κορμούς δέντρων και συνέχιζαν με τον ίδιο τρόπο μαχόμενοι μέχρι την τελική έκβαση κάθε μάχης. Αν οι Έλληνες νικούσαν, τις περισσότερες φορές οι εναπομένουσες δυνάμεις των ηττημένων Τούρκων αποχωρούσαν για να ανασυνταχτούν για την επόμενη μάχη. Αν οι Έλληνες έχαναν, είτε έπεφταν μέχρις ενός, είτε οι ελάχιστοι που διασώζονταν διέφευγαν όπως μπορούσαν, συνήθως με την ψυχολογία των «ηττημένων της ύστατης μάχης».   

Η διαφορά διαχείρισης της ήττας σε μια μάχη, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων κατά την επανάσταση του 1821, είναι συγκλονιστική και αν προσέξει κανένας στο βάθος της σκιαγραφεί απολύτως την τεράστια ποιοτική διαφορά ανάμεσα σ’ έναν εξεγερμένο που δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει από τις αλυσίδες του και σ’ έναν κατακτητή που διαχειρίζεται μια εξέγερση. Γι’ αυτό όλες οι μάχες που έδιναν κατά των Τούρκων οι Έλληνες τις αντιμετώπιζαν ως την «ύστατη μάχη»!

Για να επιστρέψω, όμως, στους Βρετανούς, όταν μίλαγαν για τον τρόπο του μάχεσθαι των Ελλήνων εξεγερμένων του 1821 τον αντιδιέστελαν με τις μάχες που έδιναν συντεταγμένες στρατιωτικές βρετανικές δυνάμεις, όπου γης εκτός Βρετανίας. Οι Βρετανοί σ’ αυτές στις συγκρίσεις τους περιέγραφαν τις βρετανικές στρατιωτικές ομάδες- σε αντίθεση με τους απείθαρχους μαχόμενους Έλληνες- ως διατάξεις ενόπλων, οι οποίες προχωρούσαν σταθερά και συντεταγμένα κατά του αντιπάλου, χωρίς να διαλύονται, και όταν κάποιος στρατιώτης έπεφτε νεκρός από τα βόλια των εχθρών, ένας άλλος τον αντικαθιστούσε αμέσως, ώστε να μη θίγεται στο ελάχιστο η διατεταγμένη συγκρότηση του βρετανικού στρατιωτικού σώματος.

Η αντιμετώπιση ενός απλού μαχητή, ενός στρατιώτη, ως αναλώσιμο πολεμικό υλικό από μεριάς μιας αυτοκρατορίας, δηλαδή ενός πλήρως δομημένου συστήματος εξουσίας, είναι απολύτως ενδεικτική των πραγμάτων. Σε αντιδιαστολή, μάλιστα, με την αξιοποίηση του αναφαίρετου δικαιώματος αυτοπροστασίας (που παραχωρήθηκε στους επαναστατημένους Έλληνες του 1821, είτε εξ ανάγκης προέκυψε αυτό, είτε ήταν επιλογή των οπλαρχηγών), μπορεί να μας πει πολλά σήμερα -σ’ εμάς τους απλούς παρατηρητές της Ιστορίας- σχετικά με το βάθος κινήτρων που συνέχουν τη διαφορά στάσης σε μια μάχη. Νομίζω πως ευκρινώς αναδύεται από το σημείο αυτό, η διαφορά ψυχολογίας (που σε τελευταία ανάλυση συγκροτεί πολιτισμικό και κοινωνικό δεδομένο μεγάλου αξιολογικού βάρους) ενός μαχητή για την απελευθέρωσή του απ’ όποιον αντιλαμβάνεται ως κατακτητή του, σε σύγκριση με τον μαχητή μιας κατακτητικής δύναμης που σφετερίζεται χώρο άλλων και αγωνίζεται να διατηρήσει το φέουδό της.

Κοντά σ’ αυτό, αναμφίβολα πρέπει να θέσουμε και την παράμετρο ότι οι εξεγερμένοι Έλληνες μαχητές του 1821 όχι μόνο δεν εννοούσαν τη στράτευσή τους ως προϊόν επιβολής μιας εξουσίας, αλλ’, αντίθετα, τη βίωναν ως  απολύτως εξατομικευμένη επιλογή ακραία δραματικού χαρακτήρα, γνωρίζοντας, μάλιστα, πολύ καλά ότι πιθανότατα η ήττα θα κατέληγε σε θάνατο για εκείνους. Παράλληλα, η αίσθηση και η προσδοκία ενός οφειλόμενου ανταλλάγματος από ένα κράτος-εξουσία για τη στράτευση και τις τυχόν μάχες του κάθε στρατιώτη μετά τον πόλεμο, που χαρακτηρίζει τα οργανωμένα συστήματα κρατικής οργάνωσης και ενάσκησης εξουσίας επί των πολιτών τους στην εποχή μας, δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια στο δεύτερο έστω επίπεδο κινήτρων κάθε εξεγερμένου Έλληνα κατά την επανάσταση. Ουδέ καν στις συνειδητοποιημένες προσδοκίες της συντριπτικής πλειοψηφίας των εξεγερμένων μαχητών του 1821 υπήρχε η συγκρότηση ενός οργανωμένου ελληνικού κράτους. Όλα άρχιζαν και τελείωναν στον εκ των πραγμάτων και εκ πρωτογενούς αντιλαβανόμενης ιερότητας αγνό σκοπό αποτίναξης του τουρκικού μηχανισμού σκλαβιάς των υποδούλων Ελλήνων.

Μ’ άλλα λόγια, ήταν ένα τελείως διαφορετικό πλέγμα κινήτρων, ελπίδας και προσδοκίας, που έβλεπαν στα μάτια των εξεγερμένων Ελλήνων κατά την επανάσταση του 1821 οι Βρετανοί μάρτυρες των γεγονότων, παρακολουθώντας τις μάχες και συγκρίνοντας με ό,τι γνώριζαν από τα κίνητρα, τους μηχανισμούς και τις διαδικασίες συγκρότησης και λειτουργίας του αποικιακού βρετανικού στρατεύματος. 

Τα γράφω όλ’ αυτά, αναγνώστες μου, διότι φρονώ πως πίσω τους ανιχνεύεται η κληρονομημένη ως σήμερα ασυμβατότητα έναντι της «πολιτισμένης Δύσης», όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι Έλληνες σε τούτη τη συγκεκριμένη χώρα ακόμη και σήμερα αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μας με το κράτος μας, προκαλώντας τη μήνι των ευρωπαίων εταίρων μας, ως δήθεν τρυφηλοί πότες και ανάξιοι εργάτες, που συσσωρεύουν δεινά σε βάρος ημών των ιδίων («και των παιδιών μας», όπως αρέσκονται να δραματοποιούν οι άκριτοι υποδοχείς κάθε δυτικής αξίας, ακόμη και των πιο ανόητων και αποδεδειγμένα άστοχων).

Εδώ σε μας, η συγκρότηση του κράτους δεν δομήθηκε πάνω στις άνωθεν νόρμες που επέβαλαν τα συστήματα εξουσιών σ’ όλες τις δυτικές χώρες από τον Μεσαίωνα έως τη  συγκρότηση των εθνικών κρατών. Στηρίχτηκε στα χέρια εξεγερμένων απλών ανθρώπων, που δεν ήθελαν απλά να βελτιώσουν τη ζωή τους (όπως εν πολλοίς συνέβη στις αστικές επαναστάσεις στη Γαλλία το 1789 και την βόρειο Αμερική το 1773, όπου σε διαμάχες υπόβαθρου κατανομής πλούτου πρωτίστως εξαντλήθηκαν τα κίνητρα των εξεγερμένων), αλλά εμάχοντο με καθαρά  εθνικοπελευθερωτικά κίνητρα, πολιτισμικά και ηθικά επιβαλλόμενα από την ιστορική και γεωπολιτική πρόσληψη του ελληνισμού, ως συλλογικής οντότητας, που είχε δικαίωμα λόγου στην περιοχή και τον κόσμο, και το δικαίωμα αυτό της είχε αφαιρεθεί.

Το 1821, δηλαδή, και τα κίνητρα των αγωνιστών του αποτελούν οριακό υπαρξιακό και ταυτοτικό στοιχείο του ελληνισμού και μόνον έτσι (συνεχίζουμε να) το βλέπουμε οι σημερινοί Έλληνες.  

Φυσικά υπάρχει τεράστια διαφορά προσληπτικής αξιολόγησης των κινήτρων που έφεραν οι εξεγερμένοι του 1821, όταν αυτά τα κίνητρα εξετάζονται από μεριάς διαχειριστών των υπερεθνικών μηχανισμών εξουσίας του 17ου αιώνα, πέραν των Βρετανών (για τους οποίους ήδη μίλησα), για παράδειγμα εν προκειμένω του Μετέρνιχ ως εκπροσώπου της τότε αυστριακής υπερδύναμης. Η ελληνική εξέγερση για τους διευθύνοντες τα συστήματα εξουσιών και με όρους γεωπολιτικών συμφερόντων (δηλαδή πέρα και πάνω από τις πολιτικές εξουσίες στο εσωτερικό μιας ευρωπαϊκής χώρας της εποχής αυτής), είναι μάλλον φυσικό να ακουγόταν ως το προμήνυμα αμφισβήτησης και της δικής τους διεθνούς ισχύος, παρά ως αγώνας για ανθρώπινες αξίες. (Τηρουμένων των αναλογιών, εξ ίσου και με αντίστοιχο τρόπο θα μπορούσε να εξηγηθεί και η αυθόρμητη αντίδραση Ντάισελμπλουμ στην εποχή μας, για τους πότες και τεμπέληδες μεσογειακούς, που τολμώντας να διαμαρτύρονται για τη μεταχείρισή τους από την ευρωζώνη εντός της κρίσης, δεν θα μπορούσε ποτέ να τους αναγνωρίζεται από τη σημερινή ευρωπαϊκή γραφειοκρατία ότι έχουν κίνητρα υπεράσπισης ανθρώπινων αξιών στη σημερινή εποχή -διαβίωση εκτός φτώχειας, δικαίωμα στο κοινωνικό κράτος κ.λπ.-, αλλά μόνο ως επίδοξοι ανατροπείς ισχύοντος συστήματος εξουσίας -της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, δηλαδή- μπορούσαν να γίνουν αντιληπτοί).                     

Γενικώς, για κάθε επαναστατημένο άνθρωπο όπου γης και όποιας εποχής, η εξέγερση μπορεί νά ‘ναι και για καλό, ενώ για κάθε εξουσιαστή δεν εγκυμονεί κάτι άλλο παρά την απειλή ανατροπής της επικυριαρχίας του.

Αυτά αδυνατούσαν (και ακόμη αδυνατούν) να κατανοήσουν οι Βρετανοί παρατηρητές και οι λοιποί ευρωπαίοι που το 1821 κατέγραφαν των αγώνα των «ατάκτων Ελλήνων»!

Σε μια προβολή του χρόνου που έκτοτε διήλθε γίνεται έτσι κατανοητό γιατί στη Δύση περίπου είναι κυρίαρχη η άποψη ότι εμείς οι Έλληνες οφείλουμε την κατά παραχώρηση των ηγεμόνων της εποχής εκείνης ελευθερία μας στην υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων και κάπου εκεί οφείλουμε ευγνωμοσύνη (με το αζημίωτο, βεβαίως, όπως η Ιστορία έχει έκτοτε αναμφίβολα αποδείξει). Και δεν οφείλουμε την ελευθερία μας στους αυτόχειρες του Σουλίου, τους εγκλείστους του Μεσολογγίου ή τους υδραίους μπουρλοτιέρηδες!  (Σ’ αυτούς, μόνον επετειακές αναφορές είναι επιτρεπτές από μέρους μας κατά τη λογική των δυτικών, αφού οι αμόρφωτοι και πολιτικά ανώριμοι καρυοφιλοφόροι του ’21 ποτέ δεν θα μπορούσαν -πάντα κατά τους δυτικούς- να συνιστούν την πολιτική βάση για τη συγκρότηση ενός κράτους).

Ταυτόχρονα, γίνεται έτσι κατανοητό γιατί μόνο με το κίνημα του φιλελληνισμού το 1821 θα μπορούσε ποτέ να ενεργοποιηθεί ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς τους επαναστατημένους Έλληνες. Δηλαδή, κινήσεις αλληλεγγύης ως απόρροια αυθόρμητου κινήματος ευρωπαίων  πολιτών της εποχής για την υποστήριξη μιας εξέγερσης που γινόταν για τις ανθρώπινες αξίες. Και ποτέ ως συντεταγμένη πολιτική επιλογή παρέμβασης στις τότε διεθνείς εξελίξεις από μεριάς του Μέτερνιχ και των λοιπών Μεγάλων Δυνάμεων.   

Ο ιστορικός πατερναλισμός βάρβαρης ανάμιξης των ευρωπαίων στις εσωτερικές ελληνικές πολιτικές εξελίξεις έκτοτε (με την ανομολόγητη τεκμηρίωση ότι η ανάμιξη αυτή φέρει τα αγαθά κίνητρα επιβολής διευθετήσεων που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν οι αμόρφωτοι  «ξεβράκωτοι», αλλά πάντα στο υπόστρωμα με υπαρκτά τα κίνητρα προαγωγής συμφερόντων τους), δεν έχει ως σήμερα αρθεί!     

Για να επιστρέψω στο πώς Έλληνες και ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται διαφορετικά οι μεν από τους δε τη σχέση τους ως πολίτες με το κράτος τους, στηριζόμενος σε όσα εξέθεσα ως τώρα, συνάγω ότι: Η σχέση του πολίτη μιας δυτικής δημοκρατίας με το κράτος του, δεν είναι σχέση «ιδρυτικού παράγοντα» με τον συγκροτημένο πολιτειακό θεσμό! Εν πολλοίς στην  αίσθηση του δυτικού πολίτη έχει εμφιλοχωρήσει η παράμετρος μιας άνωθεν και κατά παραχώρηση απόκτησης του δικαιώματος ύπαρξης του κράτος του. Στην Ελλάδα η αίσθηση αυτή προσλαμβάνει από την εξέγερση του 1821, όπως εξήγησα, υπαρξιακά και ταυτοτικά χαρακτηριστικά για τη συγκρότηση του ίδιου του ελληνικού κράτους, με παρεπόμενο ζήτημα το πολίτευμα! Για να το πω απλότερα: Οι πολίτες σε μια δυτική δημοκρατία εμφορούνται από τη βεβαιότητα ότι και χωρίς τις τυχόν εξεγέρσεις τους (σε όσες χώρες έγιναν τέτοιες εξεγέρσεις, γιατί δεν έγιναν σε όλες) το κράτος θα υπήρχε ούτως ή άλλως! Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ύπαρξη του κράτους σήμερα, είναι αντιληπτή από τους πολίτες ως ευθεία συνέπεια και αποτέλεσμα της εξέγερσης του 1821 και οι μαχητές της επανάστασης είναι κατ’ απόλυτη κυριολεξία ήρωες, στους οποίους οφείλουμε απολύτως τη σημερινή πολιτειακή παρουσία και οντότητά μας, και χωρίς τους οποίους απλούστατα δεν θα τις είχαμε!

Σε τέτοια βάση αντιλαμβανόμενης σχέσης με το κράτος τους, οι Έλληνες πολίτες και σήμερα σε πολύ σημαντικό βαθμό προσδίδουν στο πλαίσιο της τρέχουσας στάσης και της επαφής τους με τις πολιτικές εξελίξεις όχι κάποιον απροσδιόριστο ρόλο πολιτικής μονάδας για τον καθένα από μας, αλλά του μέλους μιας ιδιότυπης συλλογικότητας, εξεγερτικά φορτισμένης εκ παράδοσης, νοητικά και γενετικώς πολιτικά εμπεδωμένη μέσα μας, για την προάσπιση όσων θεωρούμε δικαιώματά μας.

(Αυτονόητα σ’ αυτή τη στάση, ως συντεταγμένη πολιτική συμπεριφορά πολιτών, δεν συμπεριλαμβάνονται ούτε την εκπροσωπούν συμπολίτες μας που έχοντας αναδεχτεί τη βάση της αντίληψης των ευρωπαίων για την Ελλάδα ως κράτος και τους Έλληνες ως πολίτες, παραβλέποντας όσα εξήγησα ως εδώ για το 1821 ως πολιτικό γεγονός για την Ελλάδα, απέδωσαν και συνεχίζουν να αποδίδουν την ελληνική περιπέτεια 2010-2018 σε ελληνικές αποκλειστικά αστοχίες -που φυσικά είναι υπαρκτές, αλλά ουδέποτε ήρκεσαν μόνες για να εξηγήσουν πειστικά την ελληνική κρίση. Είναι οι ίδιοι, που τα περασμένα 8 χρόνια δεν μπόρεσαν να διακρίνουν ούτε μία αστοχία στους χειρισμούς της Ε.Ε. κατά την ελληνική κρίση. Είναι οι ίδιοι συμπολίτες μας, που αντιμετώπισαν κάθε εξεγερτική ενεργοποίηση των Ελλήνων κατά της έμπνευσης Γερμανίας-Βρυξελλών λάθος πολιτικής χειρισμού της κρίσης, με την καχυποψία ότι πίσω από αυτές τις αρχικά ακαθοδήγητες και «από τα κάτω» αντι-μνημονιακές μικρο-εξεγέρσεις, κρυβόταν η απειλή της ανατροπής καθεστηκυιών εγχώριων πολιτικών εξουσιών. Κρυβόταν ταυτόχρονα και μια απειλή αμφισβήτησης ευρύτερης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, του οποίου οι ίδιοι αισθάνονται μέρος, περισσότερο από όσο αισθάνονται μέλη της «ελληνικότητας» των περασμένων 198 ετών. …Εξαιρούνται, επίσης, οι «ελληνάρες», που ως «ιδιοκτήτες κράτους» πλέον, ετόλμησαν και τολμούν και σήμερα να εκστομίζουν προς δημοσίους υπαλλήλους αυτό το περίφημο «εγώ σε πληρώνω»…) 

Με τα αναλυτικά μέσα μιας τρεχόντως σημερινής (ως μη ανθεκτικής στον χρόνο, δηλαδή ιστορικά ανερμάτιστης) και απολύτως επιφανειακής, κατά τη γνώμη μου, προσέγγισης στο σύγχρονο εξεγερτικό  πολιτικό φαινόμενο της Ελλάδας 2010-2018, μεταφυσικά και μηχανίστικα οι «Έλληνες-ευρωπαίοι» της εποχής μας (σχιζοειδώς αμφιταλαντευόμενοι ανάμεσα στις δύο αντιλαμβανόμενες από τους ίδιους υποστάσεις τους ως πολίτες, την ελληνική και την ευρωπαϊκή, την αντίφαση της οποίας ανάμεσα τους προσπάθησα να εκθέσω), στις μέρες μας αποδίδουν τη βάση αυτής της αντι-μνημονιακής «μικρο-εξέγερσης» αποκλειστικά στον λαϊκισμό, ως συντεταγμένου πολιτικού σχεδίου εξ αφετηρίας της ίδιας της «μικρο-εξέγερσης». (Σημ. Παρενθετικά να επισημάνω ότι η απόλυτη, φρονώ, αποτύπωση αυτής της ψυχικού και πολιτισμικού  τύπου αντίφασης να αισθάνονται ότι είναι στη χώρα μας ως πολίτες περισσότερο ευρωπαίοι παρά Έλληνες, ήταν η στάση αυτών των συμπολιτών μας στο δημοψήφισμα του 2015. Δηλαδή, όταν οι ίδιοι επιχείρησαν να τροποποιήσουν το υπό κρίση ζήτημα που έθεσε το δημοψήφισμα, από την έγκριση του περιεχομένου μιας συμφωνίας με την ευρωζώνη για την ελληνική «διάσωση», στο δήθεν «ναι ή όχι στην Ε.Ε.», το οποίο πρακτικά ουδέποτε ετέθη, ει μη μόνον από απολύτως περιθωριακές πλευρές, όπως οι εξελίξεις έχουν έκτοτε αποδείξει. Και αυτή η τότε αποτυχούσα εκ των πραγμάτων προσπάθεια πλασματικής αλλοίωσης του κρινομένου στο δημοψήφισμα πολιτικού ζητήματος, σε καμιά περίπτωση δεν ήταν απόρροια διαφοράς μεταξύ της κοσμοπολίτικης και της «εθνικιστικής» θέασης στο ζήτημα της σχέσης της Ελλάδας με την ευρωπαϊκή πορεία της, όπως από πρόδηλη σκοπιμότητα επιχείρησαν ορισμένοι να κάνουν).

Νομίζω πως οι «ευρω-έλληνες» αυτοί συμπολίτες μας σφάλλουν -ενσυνειδήτως, ή όχι, είναι υπό κρίση- παραβλέποντας και υποτιμώντας τον πρωτογενώς «από τα κάτω» χαρακτήρα της μικρο-εξέγερσης 2010-2015, πηγάζοντα όπως είπα από την ιστορικά και παραδοσιακά δομημένη από το 1821 και εντεύθεν σχέση των Ελλήνων με το κράτος τους, που στην περίπτωση των μνημονίων οι σημερινοί Έλληνες βίωσαν ως μια μεγάλη σε βάρος τους αδικία, από την οποία η δική τους Ελλάδα δεν μπόρεσε να τους προστατεύσει. Φυσικά, στη συνέχεια ακολούθησαν οργανωμένες και σχεδιασμένες πολιτικές παρεμβάσεις, προς τρέχουσα πολιτική εκμετάλλευση του εξεγερτικού πολιτικού φαινομένου! Όμως εδώ ομιλούμε για τις αρχικές τεκμηριωτικές ερμηνείες του! Και για τους ίδιους αυτούς λόγους επίσης έχω τη γνώμη ότι είναι πολιτικά ισοπεδωτική και έωλη, ως εδραζόμενη επί αντιστοίχως μηχανίστικων ταυτίσεων, η σύγκριση ακραίων αντιδημοκρατικών πρακτικών κατά της σημερινής κυβέρνησης (που πια είναι αναμφίβολα οργανωμένες και σε καμιά περίπτωση «από τα κάτω» αλλά ταυτόχρονα και μόνο ακροδεξιάς υποκίνησης) με τους τραμπουκισμούς κατά της κυβέρνησης 2010-2011, και ανεξάρτητα του ότι ασφαλώς είναι εξ ίσου καταδικαστέοι και η πατρότητά τους διεκδικήθηκε από (ή, εκ των υστέρων, πολιτικά αποδίδεται σε) ακροδεξιές αλλά και αριστερές πολιτικές δυνάμεις.  Στον ίδιον τον δισταγμό και τις παλινωδίες όσων επιφυλάσσονται να διαχωρίσουν τη στάση τους από τους σημερινούς τραμπουκισμούς (που ας σημειωθεί έχουν σαφώς αναβαθμιστεί σε πρακτικές και ένταση), ενώ την ίδια ώρα με ενδεικτική ευκολία το κάνουν για τους τραμπουκισμούς 2010-2011, διακρίνεται η αδυναμία να εξηγηθεί γιατί αυτή διαφορά στάσης, την οποία -όπως προσπάθησα να δείξω- αποδίδω σε καίριες διαφορές πλέγματος κινήτρων του 2010-2015 με το 2018, αναγόμενων στη διαφορετικότητα αισθήσεων οργανωμένου πολιτικού παρεμβατισμού στις εξελίξεις από τις πολιτικές δυνάμεις του σήμερα και εκείνες πριν από 7-8 χρόνια.

Αποτιμώντας το πολιτικό σκηνικό σήμερα με εφαλτήριο αναλυτικών συμπερασμάτων εκπηγαζόντων από την επανάσταση του 1821, πρέπει να πω ότι φυσικά στην Ελλάδα του 21ου αιώνα υπάρχει θέμα βαθμού ωρίμανσης της δημοκρατίας! Απέχοντας χρονικά μια μόλις ανάσα από τη 200η επέτειο της ελληνικής επανάστασης, νομίζω οφείλουμε  όλοι να αναλογιστούμε τα αίτια απόκλισης της χώρας μας από τους βαθμούς δημοκρατικής ωρίμανσης σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αναμφίβολα, υπάρχουν ελληνικά αίτια γι’ αυτό! Προς εντοπισμό και διόρθωση από ‘δω και πέρα! Ωστόσο, τον καίριο αιτιολογικό παράγοντα για την εν λόγω δημοκρατική «ανωριμότητά» μας διακρίνω περισσότερο στον πατερναλιστικό παρεμβατισμό των  ευρωπαίων φίλων μας, επί δύο συναπτούς αιώνες και με βασικό κίνητρο της ανάμιξης εκείνων την προαγωγή συμφερόντων ισχυρών χωρών πέραν της Ελλάδας. Δεν είμαστε «δημοκρατικά αλάνθαστοι» οι Έλληνες, όπως δεν είναι και κανένας άλλος λαός. Άλλωστε, η δημοκρατία δεν είναι άλλο από το αποδεδειγμένα ως σήμερα καταλληλότερο πολιτικό μέσο για την καλύτερη διαχείριση της μοίρας ανθρώπων οργανωμένων σε σχήματα κρατικά, ανθρώπων-πολιτών, μ’ άλλα λόγια! Δημοκρατία είναι η άριστη μέθοδος να βιώνουμε το πολιτικώς τρέχον και σε τελευταία ανάλυση την ίδια την ιστορία «τη στιγμή που συμβαίνει».

Αν υπάρχει κάτι που θα ευχόμουν και θα στόχευα μετά από 200 χρόνια της εξέγερσης του 1821, και υπό το βάρος των πολιτικών δεδομένων του σήμερα, θα ήταν μια όψιμη δικαίωση του Καραϊσκάκη, του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά και του Παπαφλέσσα και όλων των  άλλων ηρώων. Μια δικαίωση παραχωρημένη εξ ίσου και από κοινού από τους σημερινούς Έλληνες και τους σημερινούς ευρωπαίους στη μνήμη τους! Μια ιστορική δικαίωση, που θα συνοψιζόταν στην δέσμευση από μεριάς ημών των Ελλήνων ότι η δημοκρατική μας ωρίμανση ως συντεταγμένο κράτος, θα είναι το πρώτο μέλημά μας, για την Ελλάδα που έρχεται. Ταυτόχρονα, τη συνειδητή, ειλικρινή και μη ανακαλούμενη από ‘δω και πέρα απόφαση των ευρωπαίων να πάψουν να αναμιγνύονται εδώ με τον τρόπο και τα κίνητρα που το έκαναν ως σήμερα και με τις γνωστές αρνητικές συνέπειες. Έχουν πλήρως ωριμάσει οι ιστορικές και συμβολικές προϋποθέσεις, ώστε η Ελλάδα να αφεθεί πλέον μόνη στη διαχείριση των εσωτερικών  πολιτικών μας υποθέσεων και την εξ ιδίων σχεδίαση και υλοποίηση του όποιου γεωπολιτικού και στρατηγικού ρόλου της αναλογεί. Αυτή η οφειλή προς την Ελλάδα δεν μπορεί ακόμη μια φορά να παρέλθει χωρίς την οφειλόμενη αναγνώρισή της. 

-----------------------------------

(Το κείμενο αφιερώνεται στον φίλο καθηγητή φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ, Γιώργο Στείρη, που πριν από καιρό με προέτρεψε να αναζητήσω ομοιότητες και αναλογίες της Ελλάδας του 1821 και της Ελλάδας την εποχή των μνημονίων)

Στη φωτογραφία Ευγενιος Ντελακρουά, Η Σφαγή της Χίου, λεπτομέρεια