4 Απρ. 2019

Το πρώτο μεγάλο θύμα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής δεξιάς

Η κατάρρευση της Βρετανίας

Το βρετανικό δράμα με το Brexit, ανεξάρτητα από την τελική έκβασή του στα τεχνικά μέρη του, πολιτικά επικαθορίζεται από την εικόνα κατάληξης μιας μεγάλης και μέχρι πριν λίγα μόλις χρόνια παγκόσμιας δύναμης σε θέση ελάσσονος παράγοντα για τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Πρόκειται για τη θλιβερή καθοδική πορεία της Αλβιώνος, που πλέον «μικρή θέαση» στα μεγάλα ζητήματα της ανθρωπότητας κατά τον 21ο αιώνα μπορεί να έχει, εισπράττοντας τις συνέπειες μιας συγκεκριμένης μακράς διαχείρισης των εσωτερικών της υποθέσεων, με δεξιό πρόσημο πολιτικής και νεοφιλελεύθερα προτάγματα στην οικονομία.

Διηνεκής παρακολούθηση των βρετανικών πραγμάτων, τα τελευταία 40 χρόνια (σ’ ένα μήνα, στις 4 Μαΐου, είναι η τεσσαρακοστή επέτειος από την ορκωμοσία της Μάργκαρετ Θάτσερ ως πρωθυπουργού), πιστοποιεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι στη χώρα κυριαρχεί εδώ και δεκαετίες ο ακραίος θατσερισμός, ο οποίος αποτελεί το αμετάβλητο πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε πολιτικά η χώρα, ακόμη και στα διαστήματα διακυβέρνησης από τους Εργατικούς. (Ειδικά για τους Εργατικούς έχει μεγάλο ενδιαφέρον ότι ακόμη και σήμερα η «θατσερική φράξια» του κόμματος υπό τους Μίλιμπαντ εξακολουθεί να είναι ισχυρή κομματική τάση, η οποία μάλιστα στις κρίσιμες συνθήκες στις οποίες βρίσκεται η Βρετανία λόγω του Brexit, ασκεί πιέσεις στον Τζέρεμι Κόρμπιν να μην μετακινηθεί από την επί 25ετία νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική του κόμματος, παρ’ ό,τι ο ίδια εξελέγη στην ηγεσία με σύνθημα ακριβώς την ανατροπή της).

Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, η Βρετανία ενώπιον του Brexit, με σχέδια κινητοποίησης δυνάμεων εσωτερικής ασφάλειας για παν ενδεχόμενο και άλλα τοιαύτα αρκούντως ανησυχητικά δεδομένα αλλά και την οικονομία της να ασθμαίνει, θυμίζει πολύ τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού λίγο πριν την κατάρρευσή τους. Τις θυμίζει, ακόμη και στο επίπεδο άρνησης των πολιτικών συστημάτων, των χωρών της ανατολικής Ευρώπης, τότε, και της Βρετανίας, σήμερα, να αναγνωρίσουν το ταχύτερο δυνατό τα αίτια που οδήγησαν στην καταστροφή, τότε και τώρα. Όπως χωρίς καμιά απολύτως διάθεση αυτοκριτικής για τα πελώρια σφάλματά τους τα κομμουνιστικά κόμματα στην ανατολική Ευρώπη βάδισαν μέχρι τέλος τον λανθασμένο δρόμο και δεν σταμάτησαν παρά μόνον όταν προσέκρουσαν στον «τοίχο» των δραματικών συνεπειών  της πολιτικής τους, έτσι και σήμερα οι Βρετανοί βαδίζουν σταθερά προς την πρόσκρουση με τον δικό τους ιστορικό «τοίχο».

Κατά μια οπτική πρόσληψης των πραγμάτων, βρισκόμαστε ενδεχομένως μπροστά στο ιστορικό αντίρροπο δρομολόγησης της διεργασίας κατάρρευσης του καπιταλισμού, υπό τη σημερινή παγκοσμιοποιημένη και νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, σε μια «νευρικού» τύπου όψιμη ανακλαστική απορριπτική αντίδραση των κοινωνιών, έναντι των συστημάτων που έχουν γεράσει τόσο (εν προκειμένω του καπιταλισμού), ώστε μόνο προβλήματα να παράγουν πλέον, και καμιά λύση! Αν οι αναλογίες που επικαλούμαι έχουν στοιχειώδες έρεισμα  αναλυτικής αληθείας, τότε η απόλυτη ταπείνωση της βρετανικής πάλαι ποτέ υπερδύναμης, δεν θα είναι παρά μόνον το πρώτο επεισόδιο μιας σειράς φαινομένων αποσάθρωσης του δυτικού μοντέλου κρατικής συγκρότησης και οικονομικής οργάνωσης. Και φυσικά έπονται άλλοι!

Ποιός θα ακολουθήσει; Κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει! Δυστυχώς, όμως, οι μνηστήρες είναι πολλοί, μηδέ της ίδιας της Ε.Ε. εξαιρουμένης… Άλλωστε, όλοι υποφέρουν από την ίδια «πολιτική τύφλωση» παρασιώπησης (συνειδητής ή ασυνείδητης, μικρή σημασία έχει) των μάλλον ευκρινών αιτίων της κρίσης που διέρχονται.

Φυσικά, η Βρετανία εισήλθε στο πεδίο του μεταπολεμικού καπιταλισμού έχοντας βαρύτατα πληγεί από το γεγονός ότι κατά βάση μόνη αντιμετώπισε τη ναζιστική λαίλαπα. Δεν συνέβη, όμως, και κάτι πολύ το διαφορετικό και με τη σοβιετική Ένωση…

Όπως και να ‘ναι, οι εξελίξεις με το Brexit «μυρίζουν Ιστορία». Οι Βρετανοί και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι, ανάμεσα τους κι εμείς, δείχνουν να μη διαθέτουν άλλον τρόπο να διαχειριστούν τις εξελίξεις, ει μη μόνο ένα παρακολουθηματικό παραλήρημα αναπόφευκτης καταστροφής. Οι Τόρις συνωμοτούν  ακατάσχετα επί της διαδικασίας. Οι Εργατικοί πελαγοδρομούν ανάμεσα στην εξ ορισμού αντιδημοκρατική μεθόδευση ενός δεύτερου δημοψηφίσματος (που για την ιδρυτική χώρα του δυτικού κοινοβουλευτικού μοντέλου εκπροσώπησης, θα ήταν εξευτελισμός εάν τυχόν υιοθετηθεί ως δήθεν «λύση» στα αδιέξοδα του Brexit) και ένα ιδιότυπο σύστημα μιας «ευρωπαϊκής Βρετανίας», κάτι σαν αποπαίδι των Βρυξελλών.

Οι Βρυξέλλες, από μεριάς τους, περισσότερο δείχνουν να ενδιαφέρονται με τη διαχείριση του αδιεξόδου των ευρωεκλογών  στις οποίες υποχρεωτικά (κατά μια απολύτως ακραία γραφειοκρατική θεώρηση του προβλήματος) θα πρέπει να συμμετέχουν και οι Βρετανοί πολίτες, ακόμη κι αν θα είχαν λίγες μέρες ακόμη να ζήσουν ως πολίτες χώρας-μέλους της Ε.Ε..

Τί απομένει απ’ όλ’ αυτά, αν όχι η πικρή γεύση μιας παταγώδους πολιτικής αποτυχίας;