17 Απρ. 2019

Ευρωεκλογές: Τι άλλο κρίνεται εκτός από την απόκρουση της ακροδεξιάς

Το νέο προοδευτικό μέτωπο τον 21ο αιώνα

στην Ελλάδα και την ΕΕ

Με κεντρικό πολιτικό εφόδιο το επιχείρημα απόκρουσης της ομολογουμένως θρασείας ακροδεξιάς οι αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη ετοιμάζονται να δώσουν την κρίσιμη μάχη των επικείμενων ευρωεκλογών.

Η προσήλωση στον σκοπό να ηττηθούν τα νεοναζιστικά και νεοφασιστικά κινήματα στην Ε.Ε. καθώς και η ακροδεξιά, και μαζί τους οι δρώσες κομματικές προεκτάσεις τους (φαινόμενο το οποίο ιδίως για την Ευρώπη συνιστά ιστορικό όνειδος, αφού στο βωμό αυτών των απόψεων κατά τους δύο παγκοσμίους πολέμους στον 20ο αιώνα θυσιάστηκαν 60 εκατ. ψυχές –κι ακόμη δεν έχουν συμπληρωθεί 80 έτη από τη μεγαλύτερη σφαγή που γνώρισε η ανθρωπότητα) είναι ιερή! Αφορά στην ανάγκη να ανακοπεί η διεστραμμένη ανάγνωση της Ιστορίας και να εξοντωθεί προκαταβολικά και οριστικά κάθε απόπειρα να δοκιμαστεί ξανά στην υφήλιο η συνταγή των ρατσιστικών και κτηνωδών πολιτικών ιδεολογιών και μεθόδων, που ως δήθεν προοπτική μέλλοντος τούτου του κόσμου αιματοκύλησε τον πλανήτη.  

Όμως, η αριστερά, με τη γνωστή αφελή προσέγγισή της στα δεδομένα που  συγκροτούν το πλαίσιο του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου και ενοχικά φορτωμένη από τις αντιδημοκρατικές πραγματικότητες της εποχής του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», μοιάζει να εξαντλεί κάθε πολιτικό κίνητρό της σ’ αυτές τις ευρωεκλογές στην ήττα της ακροδεξιάς. Λες και θα μπορούσε ποτέ να ήταν αρκετός ο εκλογικός περιορισμός των νεοφασιστών και των άτυπων κομματικών  εκπροσωπήσεών τους σ’ όλες τις χώρες της Ε.Ε., για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στις δομικές αιτίες του. Που δεν είναι άλλες, από την ιδεολογική αναβίωση αυτών των αιμοσταγών πολιτικών θεωριών και την ενδυνάμωση και εμπέδωση των θηριωδών πρακτικών που αυτές συνεπάγονται, σε μια περίπου εγκαθιδρυμένη «μαύρη» καθημερινότητα στη σημερινή Ευρώπη των αδιάκοπων ρατσιστικών περιστατικών -γιατί έτσι είναι πια τα πράγματα στις περισσότερες πόλεις της ηπείρου μας, κι ας ξορκίζουμε μεταφυσικά το κακό ανάμεσά μας προσποιούμενοι ότι είναι μακριά από μας.

Φυσικά, η ήττα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς και των -αλλού καλυμμένων και αλλού απροκάλυπτων- ολοκληρωτικών απόψεων νέου τύπου-συνοδοιπόρων της, είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα. Ωστόσο, μέγα ζητούμενο για τις πολιτικές πειστικότητες της ευρωπαϊκής αριστεράς και της προοδευτικής παράταξης, σ’ ολόκληρη την Ε.Ε., παραμένει το μετά τις ευρωεκλογές σκηνικό, ακόμη κι αν ο εκλογικός σκοπός περιθωριοποίησης των ακροδεξιών θα επιτυγχανόταν απολύτως.

Τί θα γίνει την επομένη των ευρωεκλογών; Θα συνεχίσουμε την πορεία μας στην Ευρώπη -και την Ελλάδα- σε μια δυστυχώς παγιωμένη ως «τρέχουσα» καθημερινότητα ενός «κλεφτοπόλεμου» με τους ακροδεξιούς και τους νεοφασίστες και τους συμπαραστάτες τους; Θα εθιστούμε ακόμη περισσότερο στη -συνήθως εκ των υστέρων και μάλλον ενοχική- αντίδραση στις δολοφονικές ενέργειες, τους ξυλοδαρμούς και τις αντικοινωνικές εκδηλώσεις σε βάρος προσφύγων και κάθε είδους απόκληρων και «διαφορετικών» από τη δική μας αποπνικτική ομοιογένεια, ως δήθεν επαρκή; Θα παρατείνουμε την πολιτικά γραφική (αν και αναγκαία, για να μη παρεξηγηθώ…) πρακτική των αντιφασιστικών συγκεντρώσεων, πότε-πότε, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των οποίων οι νεοναζιστές ανενόχλητοι θα συνεχίζουν το κτηνώδες έργο τους; Και θα τα παίξουμε όλα για όλα στη δίκη της Χρυσής Αυγής (που, φυσικά, ανεξαρτήτως των εδώ αναφορών, πρέπει ταχέως να ολοκληρωθεί καταλήγοντας σε ρητή ποινικοποίηση όχι μόνο των πρακτικών αλλά και της ίδιας της ύπαρξης του επικίνδυνου για τη δημοκρατία μορφώματος), αγνοώντας ότι σ’ όλη την υπόλοιπη Ευρώπη την πολιτική απονομιμοποίηση των αντίστοιχων μορφωμάτων διαδέχονται ακροδεξιά σχήματα δήθεν προσαρμοσμένα στα όρια των δυτικών δημοκρατικών πολιτευμάτων, ενώ στα σπλάχνα τους (επανα)κυοφορούν το αυγό του φιδιού και ενώ ήδη σε κάποιες περιπτώσεις τέτοια «δημοκρατικά κόμματα» συγκυβερνούν; Και πώς θα αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά και με όρους ιστορικής υπέρβασής του το εντεινόμενο πρόβλημα της βίας σε βάρος των γυναικών (χαρακτηριστικό σύμπτωμα κοινωνιών που διοχετεύουν τη βιαιότητα στο εσωτερικό τους σε βάρος των αδυνάμων), που πλέον δεν περιορίζεται σε ασιατικές και αφρικανικές χώρες;

Παρέλκει, φυσικά, να πω εδώ ότι όλ’ αυτά συνιστούν μία από τις πλέον πρόδηλες ανεπάρκειες της σημερινής ευρωπαϊκής αριστεράς, να δώσει αποτελεσματικές απαντήσεις σε προβλήματα των καιρών μας! Ο αδιανόητα επιφανειακός τρόπος που εμείς ως αριστεροί «βολευόμαστε» σ’ αυτήν την ελλειπτική των πραγματικών πολιτικών αναγκών της συγκυρίας στάση έναντι της ακροδεξιάς και των νεοφασιστών (άδηλων ή και εκπεφρασμένων) συμπαραστατών της, συμβάλλει αντικειμενικά σε αλλοίωση των δεδομένων του προβλήματος, αποκρύπτοντας ότι για όλη αυτήν την εμπέδωση του κλίματος ανομολόγητης ανοχής απέναντι στα φαινόμενα αναβίωσης των νεο-ολοκληρωτισμών, ως απειλητικής δυνάμει καθημερινότητάς μας, υπάρχει πολιτικό αίτιο που φέρει ονοματεπώνυμο ευθυνών: Η ευρωπαϊκή δεξιά!

Θα αρκούσε να παραθέσει κανένας ελάχιστα στοιχεία για να αποδειχτεί ότι η σημερινή θρασεία ευρωπαϊκή ακροδεξιά, δεν προέκυψε εκεί και ως έτυχε, αλλ’, αντιθέτως, η ενδυνάμωση και αποθράσυνσή της προκύπτει ως ευθεία συνέπεια του τρόπου με τον οποίο η παραδοσιακή ευρωπαϊκή δεξιά υποθάλπει και συμβάλλει στην εμπέδωση του νεο-ολοκληρωτικού και ρατσιστικού πολιτικού φαινομένου στην Ε.Ε.. Δηλαδή, είναι οι πολιτικές της ευρωπαϊκής δεξιάς που, από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και εντεύθεν, προσέφεραν προϊόντος του χρόνου το πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό έρμα για την ανάπτυξη του νεο-ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη.

Διότι:

- Τί άλλο από ιδεολογικά συγκεκαλυμμένος ακροδεξιός ρατσισμός ήταν οι απόψεις για την οικονομική κρίση στην ευρωζώνη, που διετύπωσαν την άποψη και επέβαλαν τα γνωστά μέσα χειρισμού της, ότι τα αίτιά της ανιχνεύονται στη συνύπαρξή των βορείων ευρωπαίων με τους «τεμπέληδες και ανεπρόκοπους» μεσογειακούς ευρωπαίους που φύσει και θέσει λυμαίνονται τους κοινοτικούς προϋπολογισμούς;

- Τί άλλο από αντικειμενικά ενισχυτικό για τους ακροδεξιούς είναι να ανέχεται  ανάμεσά τους η ευρωπαϊκή παραδοσιακή δεξιά ακραία ρατσιστικές και αντι-προσφυγικές πολιτικές κυβερνήσεων και κομμάτων από χώρες-μέλη; (…Και όχι μόνο δεν τους αποβάλλουν, αλλά τους καλοπιάνουν κιόλας για λίγα «ψηφουλάκια» κατά τη διαδικασία ανάδειξης του προσώπου που θα διαδεχτεί τον Ζακ Κλοντ Γιούνκερ στην προεδρία της Κομισιόν;)  

- Τι άλλο από ακροδεξιά ήταν η πολιτική κυβερνήσεων χωρών-μελών, η οποία για να αποκρουστεί η ρωσική διείσδυση στην Ουκρανία ευνόησε τη συμμαχία της Ε.Ε. με τον νεο-ναζιστικό «δεξιό τομέα»;      

- Τι άλλο από ακροδεξιά είναι τα φληναφήματα παραδοσιακών δεξιών παρατάξεων και άλλων συντηρητικών δυνάμεων στην Ευρώπη και την Ελλάδα, ότι δήθεν κάποιος απροσδιόριστος «νεο-κομμουνισμός» μας απειλεί, όταν έχει ηττηθεί αμετάκλητα το μοντέλο του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»; Και τι άλλο από προέκταση της ακροδεξιάς ενδυνάμωσης -ελέω της υπόθαλψής της από συντηρητικές δυνάμεις- είναι η επανεμφάνιση (και επαναδραστηριοποίηση) νοσταλγών της δικτατορίας στην Ελλάδα, λίγες μόνο μέρες πριν τη μαύρη επέτειο της 21ης Απριλίου;          

- Τί άλλο από ακροδεξιά είναι η συνεργασία σε ήδη κυβερνήσεις ή και σε φιλοδοξούσες αυριανές κυβερνήσεις με πούρα ακροδεξιές παρατάξεις και πρόσωπα με βεβαρυμμένο νεο-ναζιστικό και νεο-φασιστικό ιστορικό και απόψεις, όπως στην Αυστρία, την  Ισπανία και την Ελλάδα;

- Και τί άλλο από φασίστες μπορεί να είναι όσοι για να πλήξουν μια κυβερνώσα παράταξη (καλή ή κακή, θα το κρίνουν οι κάλπες, έτσι γίνεται στις δημοκρατίες), επιστρατεύουν τον τραμπουκισμό και τις αντισυγκεντρώσεις, ως μέσων δήθεν δημοκρατικά ανεκτών, διατυπώνουν δημόσιο λόγο ακραία νεο-αντι-κομμουνιστικό και δεν διστάζουν να μετέλθουν μέσα, όπως το πέταγμα μολότοφ σε σπίτια αριστερών πολιτικών με τα παιδιά μέσα, ή -και παλιότερα- με δημόσιους ξυλοδαρμούς βουλευτών;

Μ’ άλλα λόγια, χωρίς ιδεολογική και πολιτική ήττα της ευρωπαϊκής δεξιάς και χωρίς την αφαίρεση της ηγεμονίας από τα χέρια της συντηρητικής παράταξης στην ήπειρό μας, δεν απομακρύνεται το γενεσιουργό απόστημα-αίτιο για την εκδήλωση του φαινομένου ενίσχυσης της ακροδεξιάς. Και χωρίς πειστική, οριστική και τελεσίδικη αποστασιοποίηση της ευρωπαϊκής συντηρητικής παράταξης από τις ιδεολογίες και τις πρακτικές αυτές, το ενδεχόμενο αναβίωσης των αιμοσταγών μεθόδων του ολοκληρωτισμού θα απειλεί εσαεί τις αυριανές κοινωνίες. Σε τέτοιο περιβάλλον, με τις δηλητηριώδεις επιπτώσεις του πράγματος να διαπερνούν τους πολίτες, κάθε φορά που οι συνθήκες θα γεννούν τα προβλήματα της ιστορικής εξέλιξης και της συγκυρίας, η ακροδεξιά θα καιροφυλακτεί για να αδράξει την ευκαιρία να χύσει ξανά το δηλητήριό της στο πολιτικό DNA των κοινωνιών.

Σήμερα θρυαλλίδες ήταν η εξαθλίωση μεγάλων κοινωνικών ομάδων της μεσαίας κυρίως τάξης (που ιστορικά έχει αποδειχτεί πιο ευεπίφορη να συναινέσει σε ολοκληρωτισμούς), λόγω της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της σύγχρονης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Καθώς και το προσφυγικό κύμα από τις ασιατικές και αφρικανικές χώρες, την ώρα που οι πόλεμοι για τις νέες παγκόσμιες  κυριαρχίες και η διευρυνόμενη ανισότητα κατανομής του πλούτου σε βάρος των φτωχότερων κρατών στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, σπρώχνουν τα καραβάνια των «ανθρώπων χωρίς αύριο» σ’ ένα από τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά ρεύματα στην ιστορία.  

Έτσι, χωρίς ουσιαστικές πολιτικές ανατροπές, που στην παρούσα φάση πρακτικά σηματοδοτούνται από την ήττα της ευρωπαϊκής και διεθνούς δεξιάς και την ενίσχυση των προοδευτικών και αριστερών πολιτικών δυνάμεων, η ακροδεξιά δεν μπορεί να ηττηθεί -ας μην κρύβουμε την αλήθεια από τους ίδιους τους αυτούς μας!

Όμως, για να γίνει αυτό, δεν αρκεί η καταγγελία της ακροδεξιάς! Χρειάζεται οι κοινωνίες και η νέα γενιά να ελπίσουν ξανά ότι αυτή η σημερινή «μαύρη» εικόνα είναι αντιστρέψιμη και ότι υπάρχει ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Αυτή είναι η δουλειά της αριστεράς και η Ιστορία τής την έχει αναθέσει απολύτως!    

Αυτή η πολιτική ανατροπή, είναι φανερό, δεν θα έρθει από μόνη της, αν δεν αρθρωθούν βιώσιμες εναλλακτικές εισηγήσεις υποκατάστασης του αντικειμενικά διχαστικού κοινωνικού λόγου της συντηρητικής πολιτικής παράταξης και της καταστροφικής (για τις οικονομίες και τις κοινωνίες) συνταγής του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου. Οι πολίτες, και ιδίως οι νέες γενιές, είναι ανάγκη να πιστέψουν ότι το μέλλον μας δεν είναι αναπότρεπτα προδιαγεγραμμένο στη γκρίζα περιοχή που πρεσβεύει η σημερινή δεξιά παράταξη. Η ίδια η προσδοκία για κάτι καλύτερο αρκεί για να ενεργοποιήσει τις δυνάμεις ανατροπής που χρειαζόμαστε για ένα ελπιδοφόρο μέλλον των ανθρώπων του 21ου αιώνα. Έτσι οι πολίτες και οι νέοι θα οραματιστούν και πάλι πώς θα οικοδομήσουν δικαιότερες, ειρηνικές και δημοκρατικές κοινωνίες, σε αντίστιξη με τις σημερινές. 

Μαζί, θα απομονώσουν και θα εξουδετερώσουν και τις δήθεν προοδευτικές προσεγγίσεις των «ήδη ηττημένων» απόψεων, όπως του αναρχισμού, στη σημερινή πλήρως ανερμάτιστη και εκ των πραγμάτων υποστηρικτική προς τη δεξιά ηγεμονία παρέμβασή του -αν και περιθωριακή- στο πλαίσιο της ανιστόρητης αφήγησης ότι η επιζήτηση μιας προοδευτικής εναλλακτικής πολιτικής παρέλκει, και μόνον οι ατελέσφορες συμβολικές πυρκαγιές των μολότοφ κατά του αστικού κράτους, μπορούν να νοηματοδοτήσουν τον ριζοσπαστισμό της νέας γενιάς -απλώς ως εκδήλωση της τυφλής αντίθεσής τους σε ό,τι αισθάνονται ότι τους περιορίζει.

Σ’ όλ’ αυτά ο ρόλος της αριστεράς είναι απολύτως αναγκαίος και μη επιδεχόμενος αντικατάσταση από κάποια άλλη γνωστή «πρόταση πολιτικής».           

Όμως, εδώ ανιχνεύεται και η άλλη γνωστή ιστορική ανεπάρκεια της αριστεράς: η ένδεια προγραμματικού λόγου! Μια ανεπάρκεια, που συχνά η αριστερά παγιδεύεται σ’ αυτήν και επιχειρεί να την υποκαταστήσει με κενολογίες προγραμματικών απευθύνσεων προς τους πολίτες, οι οποίοι προσδοκούν απ’ αυτήν τελεσφόρες διεξόδους από την «μαύρη» καθημερινότητα, όπου τους έχει εγκλωβίσει τις τελευταίες δεκαετίες η δεξιά. Έτσι, η αριστερά αυτοπαγιδεύεται σε ήσσονες πολιτικούς ρόλους, ενώ το ιστορικό καθήκον της είναι η «ηγεμονία των ανατροπών». Μ’ άλλα λόγια, η αριστερά δείχνει να παραβλέπει ότι καταλύτης της παρουσίας της στα δημόσια πράγματα δεν είναι ένα πλήρες «πρόγραμμα μετάβασης» σε μια άλλη κοινωνία (κυρίως οριζόμενη ως σοσιαλιστικού προσήμου) -την οποία, άλλωστε, αδυνατεί να περιγράψει επακριβώς, ακριβώς διότι δεν είναι ένα άκαμπτο μοντέλο οργάνωσης των κοινωνιών, αλλ’, αντιθέτως, μια μέθοδος χειρισμού της εκάστοτε συγκυρίας, εις τρόπον ώστε να διασφαλίζονται διηνεκώς η δημοκρατία, η δίκαια οργάνωση των κοινωνιών και η ειρηνική συνύπαρξη των λαών και των πολιτισμών.                

Δηλαδή, η αριστερά (συνεχίζει να) αδυνατεί να αντιληφθεί ότι ο δικός της προγραμματικός λόγος κινηματικό και από τα κάτω χαρακτήρα έχει, εν τη γενέσει των εξελίξεων, ως μόνη προοδευτική ματιά στην εξέλιξη της Ιστορίας. Και δεν είναι σχέδιο διαιώνισης των αδιεξόδων που έχουν παραχθεί ως σήμερα, καταρτισμένο από επαΐοντες τεχνοκράτες. (Μια απλή ματιά στον δημόσιο διάλογο της εποχής σχετικά με τον αναντικατάστατο ρόλο των τεχνοκρατών στις διαδικασίες λήψης των πολιτικών αποφάσεων, ακόμη και παραβιάζοντας θεμελιώδεις δημοκρατικούς κανόνες, θα έπειθε σχετικά με το σε ποια ακριβώς σημεία και για ποιούς συνιστά σήμερα «απειλή των πραγμάτων» η αριστερά της ανατροπής)

Υπάρχει, άραγε, κάποιος τρόπος για να καλύψει αυτήν την αδυναμία της η πολιτική αριστερά; Θαρρώ πως ναι! Αρκεί να «δανειστεί» τις «πρακτικές διακυβέρνησης» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, κατά την περίοδο 1980-1995. Δηλαδή, μια πολιτική διαχείριση ορισμένων χωρών στην Ευρώπη, που μπόρεσαν να εγκιβωτίσουν μέσα στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες δίκαιους κοινωνικούς θεσμούς ιδιαίτερα εξελιγμένους και να προχωρήσουν όσο ποτέ άλλοτε σε ρυθμίσεις διασφάλισης των ατομικών ελευθεριών -κι όλ' αυτά με ταυτόχρονη ανακατανομή του πλούτου προς όφελος των ασθενέστερων.

Στο σημείο αυτό, ίσως, βρίσκεται η μεγάλη προστιθέμενη πολιτική αξία της κυοφορούμενης  σύμπραξης αριστεράς-σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Και τυχόν επιβεβαίωσή της μετά τις ευρωεκλογές σε απτές πολιτικές φόρμες, αναμφίβολα θα έθετε τις βάσεις για την ουσιαστική αλλαγή που χρειάζεται η ήπειρος και ο κόσμος μας.       

Ενάμισι μήνα πριν τις ευρωεκλογές, το άνοιγμα αυτού του διαλόγου και πέραν του καθαρά εκλογικού στόχου υποστήριξης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στην ευρωπαϊκή κάλπη, νοηματοδοτεί τον λόγο ύπαρξης και δράσης της «Γέφυρας-Πρωτοβουλίας Πολιτών». Λόγο ύπαρξης, που αναμφίβολα μετά τις ευρωεκλογές θα δραστηριοποιηθεί περαιτέρω, με την είσοδο στον πολιτικό «σκληρό πυρήνα» του μεγάλου διαλόγου που έρχεται  για τη στρατηγική ήττα της δεξιάς στην Ελλάδα.