18 Μαϊ. 2019

Τί αλλάζει στον κόσμο και την ΕΕ και σε τί μεταβολές οδηγεί την διπλωματία της Αθήνας

H νέα ελληνική εξωτερική πολιτική

(Μέρος Α΄ - Από την οικονομική διπλωματία

στην ανάκτηση κυριαρχίας)

Με τις γραφίδες των αναλυτών, όλων των κομματικών αποχρώσεων, να εξαντλούν τις αναφορές τους στην κυπριακή ΑΟΖ, όλα μοιάζει να κρίνονται από την έκβαση της γεώτρησης στα οικόπεδα 6 και 7. Έτσι, έχω τη βεβαιότητα, παράγεται μια μονοσήμαντη εικόνα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ακριβώς τη στιγμή που τα πράγματα μαρτυρούν περί αλλαγών σημαντικού βάθους σε επιλογές που για την Αθήνα είναι σταθερές εδώ και δεκαετίες. Με τις ευρωεκλογές να επίκεινται, η έλλειψη εικόνας για την πραγματική  διεθνή θέση της Ελλάδας, η απουσία ακόμη και κάποιας «εντύπωσης» για το πως η χώρα μας αντιλαμβάνεται την ευρωπαϊκή της υπόσταση, εισπράττεται από τους πολίτες ένα μεγάλο «κενό πολιτικής» στο σημείο αυτό.     

Με τον ελλειπτικό αυτόν τρόπο θέασης της σημερινής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, όμως, παγιώνεται η ψευδής εντύπωση μιας μηχανικού τύπου διπλωματικής κίνησης της Ελλάδας, ενώ στην Ευρώπη και τον κόσμο συμβαίνουν πολύ σημαντικά πράγματα, που η στάση μας απέναντί τους αλληλεπιδρά πολύ περισσότερο απ’ όσο έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε. Ένα απλό πρόχειρο παράδειγμα, είναι η διπλωματία της Κλιματικής Αλλαγής, στο πλαίσιο της οποίας αναθεωρούνται πάγιες αρχές των γεωπολιτικών ισορροπιών της Μεσογείου (και όχι μόνο), στην επαναδιαμόρφωση των οποίων η Ελλάδα -και λόγω υδρογονανθράκων- έχει πλέον βαρύνοντα λόγο.      

Η εκτεταμένη «ξηρασία» στον πολιτικό λόγο της δεξιάς αντιπολίτευσης στην Ελλάδα (η περισσότερο άγονη παρά ποτέ αντιπολίτευση, απ’ όσο τουλάχιστον εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου έχοντας αίσθηση των συμβαινόντων στον δημόσιο βίο μας) έχει συμβάλλει, με μέσο τον ορυμαγδό των fake news, στην αποστέωση του ανοιχτού πολιτικού διαλόγου για τα μείζονα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, τα επονομαζόμενα εθνικά και τα ευρύτερα.

Η «ελαφρά» δημόσια συζήτηση για την ελληνική εξωτερική πολιτική έρχεται, μάλιστα, ακριβώς τη στιγμή που σ’ ολόκληρη την Ε.Ε. και σ’ όλο το φάσμα πολιτικών δυνάμεων που απαντώνται στην ήπειρο διαπιστώνεται ένδεια ουσιαστικής άποψης για μια συγκροτημένη ευρωπαϊκή στρατηγική του 21ου αιώνα. Τούτο αναδύθηκε απολύτως ως εντύπωση από το προχθεσινό debate των επικεφαλής των ευρωπαϊκών κομμάτων, εν όψει των ευρωεκλογών. Από τις επιφανειακές και προδήλως πρόχειρες θέσεις του κ. Βέμπερ, μέχρι την αμηχανία της ευρωπαϊκής αριστεράς του κ. Κούε, ήταν ολοφάνερη η απουσία «στρατηγικής ματιάς» για την Ευρώπη και τον ρόλο της στον κόσμο. Ακόμη και στις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις του κ. Τίμερμανς και της κυρίας Βεστάγκερ, το «κενό προτεινόμενης ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής» ήταν σαφές, στον πρώτο με την μάλλον «νευρικού τύπου» άποψη που εξέφρασε για τις ευρω-αμερικανικές και τις ευρω-ρωσικές σχέσεις, και στη δεύτερη με την εμμονική προσέγγιση (ως φιλελεύθερης) στην οικονομία ως επαρκούς δήθεν μέσου για την ευρωπαϊκή διπλωματία της εποχής μας.

Σε τέτοιες συνθήκες, η διαμόρφωση νέας εξωτερικής πολιτικής για την Ελλάδα, καθίσταται υπαρξιακό ζήτημα για τον ελληνισμό.     

Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, ψύχραιμα να τα δούμε αυτή τη συζήτηση για τη «νέα ελληνική εξωτερική πολιτική» επί του πεδίου της πραγματικότητας.

Η «πολιτικοποίηση» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: Από τη δεκαετία του ’90, και με το ζήτημα των παγκόσμιων συσχετισμών δύναμης λελυμένο -κατά την αφελή τουλάχιστον προσέγγιση των νικητών του «ψυχρού πολέμου»- η κυριαρχία της γεωπολιτικής και στρατιωτικής πτυχής της διπλωματίας υποχώρησε και σε σημαντικό μέρος υποκαταστάθηκε από την οικονομική διπλωματία. Καθαρό σύμπτωμα αυτής της εξέλιξης είναι η παγκοσμιοποίηση, που αφορά φυσικά κυρίως σε οικονομικά και όχι σε γεωπολιτικά και στρατιωτικά μεγέθη. Και καταλυτική απόδειξη του πόσο ανερμάτιστη ήταν η κατά Φουκουγιάμα ψευδαίσθηση περί του «τέλους της Ιστορίας» (αφού στο πλαίσιο αυτής της αφήγησης η Δύση και ο καπιταλισμός θα έπρεπε να είχαν ήδη «κερδίσει» οποιονδήποτε αντίπαλο και μάλιστα εσαεί και άπαξ διά παντός), είναι πόσο ταχέως και ηχηρά η παγκοσμιοποίηση κλυδωνίζεται από τους νέους πολέμους του 21ου αιώνα και την εντυπωσιακή εισβολή της Κίνας στο σκηνικό, καθώς και από την ανόρθωση μεγάλου μέρους του διεθνούς κύρους της Ρωσίας.

Όπως και να ‘ναι, στην περίπτωση της Ελλάδας η συμπερίληψη της χώρας μας στο απατηλό ταξίδι της παγκοσμιοποίησης, διήλθε κατά το ένα μέρος, το πρώτο, από την ένταξη στο ευρώ, υπό τους απολύτως δυσμενείς για την οικονομία μας όρους που συνομολόγησε ο Κώστας Σημίτης, και κατά το άλλο μέρος, το δεύτερο, υπό τις δουλείες του διεθνούς περιβάλλοντος της παγκόσμιας κρίσης. Δηλαδή με την πατρίδα μας, στο δεύτερο αυτό μέρος, αντί να απολαμβάνει των όποιων απελευθερωτικών πλεονεκτημάτων της παγκοσμιοποίησης στην οικονομία και τις αγορές, να βρίσκεται υπό την ασφυκτική δεσποτεία των δανειστών, και μάλιστα με επιλογές σε λανθασμένη κατεύθυνση.

Υπό την οπτική αυτή, η αποκατάσταση του συντριπτικά μεγάλου μέρους της ελληνικής κυριαρχίας στις διαδικασίες λήψης των οικονομικών αποφάσεων που αφορούν σ’ εμάς, με την επιτυχή ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου και την αποβολή του ΔΝΤ του να έχει αποφασιστικό λόγο στις αποφάσεις αυτές, δεν είναι απλά «μια ακόμη οικονομική απόφαση» (ακόμη κι αν δεν ελήφθη αποκλειστικά από μας). Είναι απόρροια μιας σύνθετης ελληνικής διπλωματικής κίνησης, πολιτικής και όχι οικονομικής, που πέτυχε να αποκαταστήσει, στο σημαντικότερό τμήμα της, την ισότιμη και ισορροπημένη σχέση της Ελλάδας με τους δανειστές της. Άνευ αυτής της διπλωματίας, μ’ άλλα λόγια χωρίς την ανάκτηση του κύρους της χώρας, δεν θα μπορούσε να είναι νοητή προοπτική ανάνηψης της ελληνικής οικονομίας. Και πρόκειται για μεγάλη επιτυχία της παρούσας κυβέρνησης, ιδίως αφού η επιτυχία αυτή συνοδεύτηκε από ρύθμιση του ελληνικού χρέους (για την οποία η απελθούσα ελληνική κυβέρνηση Σαμαρά επισήμως δήλωνε ότι δεν την επιθυμούσε ως μη αναγκαία)  

Στο σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να υπογραμμιστεί το συναγόμενο συμπέρασμα, γιατί -παρ’ ό,τι ο κόσμος αλλάζει- οι εναπομένοντες ρέκτες της οικονομικής διπλωματίας ως ατμομηχανής των πολιτικών αποφάσεων (επιλογής στα σπλάχνα της οποίας οι ίδιοι εξετράφησαν και σιτίστηκαν πλουσιοπάροχα επί δεκαετία και πλέον), αδυνατούν και να αντιληφθούν καν αυτήν την άλλη οπτική: δηλαδή την ανάγκη υποταγής των οικονομικών αποφάσεων στις πολιτικές, και όχι το αντίστροφο (όπως από τη διακυβέρνηση Σημίτη επιβλήθηκε και έκτοτε ισχύει στην Ελλάδα, με την προσπάθεια να αλλάξει αυτό το status να βρίσκεται σήμερα σε πλήρη εξέλιξη)                                           

Χώρα που επιφυλάσσει αναξιοπρεπή μεταχείριση στους ίδιους τους πολίτες της, δεν μπορεί να χαίρει παγκόσμιας αναγνώρισης και να διαθέτει διεθνές κύρος. Η Ελλάδα, ό,τι και να φωνασκούσαν ο Σόιμπλε και ο κύκλος του για να δικαιολογήσουν τις λάθος επιλογές τους απέναντι στη χώρα μας και ό,τι και επικαλούνταν οι ελληνικές κυβερνήσεις -συμπεριλαμβανομένης και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-  για την υιοθέτηση των μνημονίων, περισσότερο κύρος, διεθνή σεβασμό και ισχύ απώλεσε από τη συμπεριφορά της απέναντι στους Έλληνες κατά την κρίση, σε σύγκριση με τις απώλειές από την εικόνα της «στις αγορές». Μόνον, που η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατάφερε και το σταμάτησε (την ώρα που οι τεχνοκράτες των οικονομιών την συμβούλευαν να πράξει αντιθέτως, προσχωρώντας εθελουσίως σ’ ένα 4ο μνημόνιο. Μπορεί να αναλογιστεί και να εκτιμήσει καθένας μας πόσο μικρότερη διεθνή αναγνώριση θα είχε και με πόσο λιγότερο σεβασμό θα αντιμετωπιζόταν σήμερα η Ελλάδα από τη διεθνή κοινότητα, εάν τυχόν είχε ακολουθήσει τις υποδείξεις Στουρνάρα και Σημίτη!)

Τονίζω (και παρακαλώ να δοθεί ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτό) ότι, κατόπιν αυτών, δεν ήταν μόνο η πολιτική σκοπιμότητα το κίνητρο Σουρνάρα και Σημίτη, όταν πρότειναν στην Ελλάδα παράταση της μνημονιακής δεσποτείας. Υποβάλλοντας τέτοια πρόταση, ως κατά τη γνώμη τους δέουσα βάση για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, είναι σαφές ότι οι δύο αυτοί πολιτικοί παράγοντες ως βασικοί εκπρόσωποι της ελληνικής συντήρησης, δεν έκαναν μόνον «πολιτική διά της οικονομίας», αλλά εξέφραζαν και την πίστη τους στις απολύτως ξεπερασμένες για τις μέρες μας νόρμες του νεο-φιλελευθερισμού, ως δήθεν επαρκούς εφοδίου για μια χώρα (την οποιαδήποτε) για να διαθέτει από ‘δω και πέρα ρόλο, αναγνώριση και επιρροή στον κόσμο και τη διεθνή διπλωματική αρένα.    

Και ολοκληρώνοντας την αναφορά μου στο σημείο αυτό, είναι ανάγκη να υπογραμμίσω και κάτι ακόμη: Η στάση της δεξιάς σημερινής αντιπολίτευσης, προεκλογική αλλά και γενικότερη, στα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής για την Ελλάδα που θα ακολουθήσει, υπόκεινται στον ίδιο περιορισμό, που πιο πάνω εντόπισα με επίκεντρο τη στάση Στουρνάρα-Σημίτη και την επίμονη προτροπή αυτών των δύο για σύναψη 4ου μνημονίου ως σκηνικού του ελληνικού οικονομικού μέλλοντος, προτροπή που παραμερίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Δεν χρειάζεται πολύς κόπος για να διακρίνει κανένας ότι ο συνδυασμός της προτεινόμενης από τη δεξιά σημερινή αντιπολίτευση πολιτικής, στην οικονομία με προτίμηση σε νεο-φιλελεύθερες προτάσεις, και στην εξωτερική πολιτική με την απόρριψη της συμφωνίας των Πρεσπών (ιδίως με τον τρόπο και την επιχειρηματολογία που τεκμηριώθηκε αυτή η απόρριψη), συγκροτούν πλαίσιο αντιλήψεων για την προσλαμβανόμενη από την ίδια αντιπολίτευση διεθνή θέση και ρόλο της Ελλάδας, που άγει σε «παλιές απαντήσεις» και κάθε άλλο παρά απαντά στα ερωτήματα της εποχής μας.               

(Στα επόμενα μέρη, η ελληνική διπλωματία της Κλιματικής Αλλαγής και της Τεχνολογίας και η διπλωματία των υδρογονανθράκων και των αγωγών)