20 Μαϊ. 2019

Τί αλλάζει στον κόσμο και την ΕΕ και σε τί μεταβολές οδηγεί την διπλωματία της Αθήνας

H νέα ελληνική εξωτερική πολιτική

(Μέρος Β΄ - Η διπλωματία της Τεχνολογίας

και της Κλιματικής Αλλαγής)

(…συνέχεια από το προηγούμενο Μέρος Α΄ - Από την οικονομική διπλωματία στην ανάκτηση κυριαρχίας)

Η πρόσβαση των χωρών του νέου κόσμου κατά τον 21ο αιώνα στην Τεχνολογία και στο δικαίωμα για ποιοτικό φυσικό περιβάλλον, αποτρέποντας τις ολέθριες συνέπειες της Κλιματικής Αλλαγής, φαίνεται πως είναι τα κλειδιά του μέλλοντός  μας.

Αναμφίβολα στα κλειδιά αυτά ΔΕΝ συμπεριλαμβάνονται ζητήματα που σήμερα κυριαρχούν στη διεθνή ατζέντα: Το χρέος, οι «μεταρρυθμίσεις», τα ελλείμματα, η ανταγωνιστικότητα και άλλα ανάλογα πεδία πολιτικής (αν και όλα οικονομικά στοιχεία) που επίμονα θέτει ο δυτικός καπιταλισμός. Ακόμη κι αν αυτά επιλύονταν σήμερα ως διά μαγείας, χωρίς επιτυχή διαχείριση των δύο μεγάλων ζητημάτων του επελαύνοντος κόσμου (και του χρόνου) όλα σε λίγες δεκαετίες θα είναι πιθανώς «τελειωμένα». Ουδέ καν η ανακοπή του προσφυγικού είναι το μεγάλο θέμα της εποχής. Οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών ιστορικά συνέβαλαν στην καλυτέρευση των πραγμάτων στις κοινωνίες υποδοχής. Η Τεχνολογία και η Κλιματική Αλλαγή, αντίθετα, είναι, αναπόφευκτης σημασίας για όλους μας, όσο από τον χειρισμό των δύο αυτών στη συνέχεια θα εξαρτηθούν απολύτως τα βασικά δεδομένα του βίου των επόμενων γενεών.

Την ίδια ώρα, τα μεγέθη, οικονομικά και λογιστικά (φανερά και αφανή) πιστοποιούν διά γυμνού οφθαλμού ότι ο διεθνής καπιταλισμός με τη σημερινή μορφή του και ως νεο-φιλελευθερισμός, δεν σώζεται! Φυσικά, η ωρίμανση και η απόκτηση συναίσθησης της διαπίστωσης και των συνεπειών της είναι νωρίς να έλθουν. Για παράδειγμα, το να αποκτήσει ο πλανήτης την ετοιμότητα να προχωρήσει σε συνολική αλληλοδιαγραφή του παγκόσμιου χρέους, ως μόνης διόδου στην πιθανότητα διάσωσης των νομισματοπιστωτικών συστημάτων ανά την υφήλιο, θα αργήσει να τεθεί επί τάπητος. Ως τότε, χώρες που για τον οποιονδήποτε λόγο και με οποιοδήποτε μέσο επιτυγχάνουν απομειώσεις του δανειακού παραλογισμού στη δίνη του οποίου έχουν εμπλακεί, θέτουν τις βάσεις για καλύτερη συνέχεια. Για να το κάνεις, ως χώρα στις σημερινές συνθήκες, μόνο με «παράδοξες» διακυβερνήσεις μπορεί να το διεκδικήσεις και να καταφέρεις να το πετύχεις. («Παράδοξες», φυσικά, για τις παγιωμένες αντιλήψεις όσων οδήγησαν την Ευρώπη στη σημερινή εικόνα των αυξημένων πιθανοτήτων για ένα δυστοπικό μέλλον της ηπείρου, με τους ναζισμούς και την πολιτική μίσους αλλά και μαζικής και γενοκτονικής καταστροφής όσων θεωρούμε «αντιπάλους» μας, να απειλούν να επιστρέψουν στα πράγματα).  

Μια τέτοια «παράδοξη» διακυβέρνηση είναι του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. της περιόδου 2015-2019!    

Έτσι εξηγείται και το ένα μέρος του μίσους που εκχέεται από τις αντιδράσεις της δεξιάς αντιπολίτευσης για τις ακατανόητες και απολύτως απορριπτέες για την ίδια κινήσεις, όπως του δημοψηφίσματος, της επιμονής για ρύθμιση του ελληνικού χρέους και της αποβολής του ΔΝΤ από το decision making για την ελληνική οικονομία. Η δεξιά αντιπολίτευση τα θεώρησε εξ αρχής όλ’ αυτά -και αμφιβάλλω αν και σήμερα το έχει δει διαφορετικά- ως αποφάσεις οικονομικής πολιτικής, ενώ συνιστούν καθαρή «εξωτερική πολιτική». Δηλαδή, δεν είναι μόνο «διαφωνία πολιτικής» μεταξύ Τσίπρα-δεξιάς αντιπολίτευσης, είναι ταυτόχρονα και πλήρης «αδυναμία πρόσληψης» από μεριάς της ίδιας αντιπολίτευσης ότι υπάρχει «άλλος δρόμος». Πώς αλλιώς θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί η δεξιά αντιπολίτευση σε κάτι που δεν αντιλαμβάνεται ως «δυνατή πολιτική», αν όχι προσφεύγοντας σε πόλεμο κατά των «θηρίων» και με θρησκευτικού μένους εντάσεις; (Και έτσι, εν μέρει, απαντάται και το ερώτημα ποιός διχάζει και ποιούς).      

Μιλώντας για τα ελληνικά πράγματα και τη νέα εξωτερική πολιτική που χρειάζεται η  χώρα μας, μη διαφύγει στο σημείο αυτό της προσοχής μας ο διεθνής πειθαναγκασμός  ότι η αντιμετώπιση του σεναρίου μαζικής αλληλοδιαγραφής δημόσιου χρέους σε παγκόσμια κλίμακα θεωρείται σήμερα «παραλογισμός» και «επιστημονική φαντασία», μόνο και μόνο επειδή κάτι τέτοιο θα έπληττε πανίσχυρους ιδιώτες με πλανητική εμβέλεια και λόγο. Διότι, αν περί δημόσιων οικονομικών τέτοια συζήτηση, ποιός δεν θα μπορούσε να διακρίνει ότι απελευθερώνοντας τεράστια μέρη του παραγόμενου ΑΕΠ στις περισσότερες χώρες του κόσμου -ανάμεσά τους και πολλές μεγάλες- από καταβολές αποπληρωμών χρέους και ανακατευθύνοντας τα σε δημόσιες επενδύσεις (κατά προτίμηση στην «ουδέτερη» Τεχνολογία και σε μέριμνες αποτροπής της Κλιματικής Αλλαγής) θα βρισκόμαστε μπροστά στη «βιομηχανική επανάσταση του 21ου αιώνα»;                           

Πόσο και πώς ασχολείται ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα με την Τεχνολογία και την Κλιματική Αλλαγή εν όψει μάλιστα των ευρωεκλογών; Και πόσο και πώς ασχολείται μ’ αυτά η Ε.Ε. του κοινού μέλλοντός μας, όπως φάνηκε από το προ ημερών debate των επικεφαλής των ευρωπαϊκών κομμάτων;     

Στην Ευρώπη και σε ό,τι αφορά την Τεχνολογία, ας το πούμε ευθέως, καθόλου! Αποπνικτική ένδεια οραματισμού! Όλα εξαντλούνται σε εμπορικές πολιτικές! Όπως φάνηκε από το debate των επικεφαλής των ευρωπαϊκών κομμάτων, παγιδευμένη η Ε.Ε. στη δίνη των προστατευτικών εμπορικών απομονωτισμών του Τραμπ, αντιδρά με τον ίδιον τρόπο επιτείνοντας το κακό. Η εποχή που η Nokia και η Ericsson επέβαλαν τις εξελίξεις στον κλάδο παρήλθε! Δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται για τεχνολογίες που γεννήθηκαν και κατέλαβαν τον πλανήτη, προερχόμενες από μικρές χώρες που επένδυσαν στην Τεχνολογία, την ώρα που οι ευρωπαίοι μεγάλοι συσσώρευαν πλεονάσματα (Γερμανία) ή ενέτειναν τον εξωτερικό δανεισμό τους (Γαλλία). Το παράδειγμα δείχνει τον δρόμο, αλλά όλοι το αποστρέφονται. Κι όμως! Παρασυρόμενη η Ε.Ε. στη δίνη του απομονωτισμού των αντι-μέτρων, είναι σαν προσχωρεί κι αυτή σ’ ένα οικονομικό πόλεμο περί της «πατέντας», ο οποίος έχει ήδη κερδηθεί από την Κίνα και απλώς κάνουμε ότι δεν το καταβαίνουμε. Διερωτώμαι, γιατί η ιστορικά διεισδυτικότερη ευρωπαϊκή ματιά στα πράγματα, τη φορά αυτή δείχνει αδύναμη να κατανοήσει ότι οι απομονωτισμοί του Τραμπ συνιστούν την πρώτη ισχυρή ένδειξη κόπωσης της γεωπολιτικής ισχύος των Η.Π.Α., μετά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και η συμπόρευση με τις φθίνουσες δυνάμεις, προοιωνίζεται ήττα. Πώς, άλλωστε, στην παγκοσμιοποίηση θα μπορούσε ποτέ να ήταν επαρκής η μέριμνα προστασίας της πνευματικής και εταιρικής ιδιοκτησίας και τα copyrigths;

Έτσι, δηλαδή με τις κατά βάση ηθικολογικού τύπου αναφορές Τραμπ στις κινεζικές πρακτικές υφαρπαγής της δυτικής τεχνολογίας (παρ’ όλο που τούτο είναι εν πολλοίς αληθές), το μόνο που προάγεται στη διεθνή ατζέντα είναι το «πόσο» τιμάται η Τεχνολογία και όχι το «ποιά» Τεχνολογία και «για ποιούς», που είναι το μέγα ζητούμενο των αυριανών εξελίξεων. Η Κίνα χωρίς να χρειάζεται να επενδύει στην Τεχνολογία, απλώς την χρησιμοποιεί. Μόνος τρόπος των δυτικών να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία στον κλάδο της Τεχνολογίας και δι’ αυτής ενισχυμένο διεθνή ρόλο (και αποφεύγοντας να το διεκδικήσει η Ε.Ε. χάνει μια μοναδική ευκαιρία γίνει παγκόσμια ηγέτιδα δύναμη στη  εκατονταετηρίδα που τρέχει) είναι επενδύσεις και μόνον επενδύσεις, ώστε κάθε στιγμή που ένα νέο τεχνολογικό επίτευγμα θα υφαρπάζεται από τον οποιονδήποτε το επιχειρεί, την ίδια εκείνη στιγμή αυτό το επίτευγμα θα είναι ξεπερασμένο. Στην ανατολική Ασία ήδη εμφανίζουν καλύτερα ανακλαστικά απ’ όσο δείχνουμε εμείς οι ευρωπαίοι: Η μεγάλη διένεξη μεταξύ δύο κολοσσιαίων εταιρειών τεχνολογίας της περιοχής, της Huawei και της Samsung, ήδη λήγει και απομακρύνεται από τις μακρές δικαστικές περιπέτειες της υπόθεσης, οδεύοντας σε πλήρη συμβιβασμό και συνεργασίες.

Και στην Ελλάδα, τι γίνεται;

Η χώρα μας έχει  εισέλθει σε μια ραγδαία προσαρμοστική επιτάχυνση των διαδικασιών ενασχόλησής της με τον κλάδο. Οι επενδύσεις στη διαστημική τεχνολογία, είναι γνωστές. Την ίδια ώρα, προχωρεί με επιταχυνόμενους ρυθμούς η επέμβαση της Ελλάδας στη λεγόμενη «διπλωματία των δορυφόρων».

Ταυτόχρονα, ολοκληρώνεται η απελευθέρωση μέρους του φάσματος ψηφιακών συχνοτήτων που χρησιμοποιούνται για εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων προς διάθεση τις τηλεπικοινωνίες. (σ.σ.: Και αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η Ελλάδα έμενε για χρόνια πολύ πίσω σ’ αυτό με ευθύνη των κυβερνήσεων που απήλθαν, παρ ό,τι πρόκειται για άκαμπτη ευρωπαϊκή υποχρέωση της χώρας προς πλήρη ολοκλήρωση ως το 2021. Γιατί; Μόνο και μόνο επειδή έτσι επέβαλαν τα συμφέροντα του γνωστού κύκλου εκδοτών και καναλαρχών, που επεδίωξαν -μέσω του κλεισίματος της ΕΡΤ, αλλ’ όχι μόνο- να ήταν εκείνοι (και όχι το ελληνικό δημόσιο) που για λογαριασμό και προς όφελός τους θα εισέπρατταν το ακριβό αντάλλαγμα από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας για τις ψηφιακές συχνότητες που πρέπει να παραχωρηθούν στις τηλεπικοινωνίες. Μ’ άλλα λόγια, θα εισέπρατταν οι ιδιώτες εκδότες-καναλάρχες αντάλλαγμα αξίας δισεκατομμυρίων για παραχώρηση …δημόσιας περιουσίας. Δηλαδή περιουσίας που δεν τους ανήκει αλλά ανήκει σ’ όλους τους Έλληνες. Για να το κλείνουμε, με όσο το δυνατόν λιγότερα λόγια -γιατί μεγάλο αυτό το θέμα και εδώ περί εξωτερικής πολιτικής ο λόγος- μέχρι να ξεκινήσει η διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. η Ελλάδα για τις υπηρεσίες της κομισιόν στις Βρυξέλλες στους κλάδους της Τεχνολογίας και των  Τηλεπικοινωνιών εθεωρείτο τριτοκοσμική χώρα. Με το ξανάνοιγμα και την επαναλειτουργία του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου -που η Ν.Δ. έδωσε μανιασμένο αγώνα να μην επαναλειτουργήσει και επί των ημερών του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη- και την ουσιαστική ενεργοποίηση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών η κανονικότητα στην Ελλάδα έχει αποκατασταθεί πλήρως. Παράλληλα, με την επαναλειτουργία της ΕΡΤ (στην οποία νομίμως ανήκει η διαχείριση των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων ως θεματοφύλακας της δημόσιας περιουσίας) και την νόμιμη αδειοδότηση των καναλιών πανελλήνιας εμβέλειας με παραχώρηση συγκεκριμένων συχνοτήτων για τις εκπομπές τους, η λεηλασία δημόσιου πλούτου απετράπη οριστικά. Κι αφήνω τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων (της Google για παράδειγμα, αλλά όχι μόνο) που είχαν επιλέξει την Ελλάδα ως κέντρο της τεχνολογικής επανάστασης που σχεδιαζόταν, αλλά αποχώρησαν έντρομοι όταν διαπίστωσαν ότι για να κάνουν τη δουλειά τους έπρεπε πρώτα να πληρώσουν «λύτρα» σε μια αδίστακτη ομάδα ιδιωτών-πειρατών, που ήταν θρονιασμένοι στις δημόσιες συχνότητες και το ελληνικό κράτος δεν έκανε τίποτα για τους εκδιώξει, τους προστάτευε κιόλας; Με το αζημίωτο; Ίσως δεν μάθουμε ποτέ…)        

Όλ’ αυτά που ανέφερα ως εδώ -και δεν είναι τα μόνα- για τις εξελίξεις στον κλάδο της Τεχνολογίας στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία, δεν είναι μια κλαδική οικονομική παρέμβαση. Είναι μέρος μιας πολιτικής επιλογής που ανάγεται στα ενδιαφέροντα και τις τεχνικές της διεθνούς διπλωματίας, στο πλαίσιο της επιδίωξης να μην είναι η Ελλάδα απούσα από τη μεγάλη ατζέντα του μέλλοντος. Κι αυτή είναι ακριβώς η νέα ελληνική εξωτερική πολιτική!

(Σημ.: Ανακαλώ στη μνήμη μου τα ειρωνικά σχόλια «προοδευτικών» φίλων μου, στο μοτίβο «εδώ η Ελλάδα με το 3ο μνημόνιο και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να την καταστρέφει δεν έχει να φάει, οι δορυφόροι του μπας-κλας Παππά μας μάραναν». Σοβαροί τεχνοκράτες προειδοποιούσαν όσους τότε ειρωνεύονταν, να είναι πιο προσεκτικοί, διότι αν δεν αποκτούσε η Ελλάδα τον δικό της δορυφόρο μέσα σε συγκεκριμένο χρόνο προβλεπόμενο σχετικά από διεθνείς συμβάσεις, το δικαίωμά της για πρόσβαση στη διαστημική μπάντα θα χανόταν υπέρ γειτονικών χωρών. Την Ιταλία και την Τουρκία! Και μ’ αυτές θα έπρεπε στη συνέχεια η Ελλάδα να συναλλάσσεται, αν δεν είχε δικό της δορυφόρο, αφού κατά τις διεθνείς συμβάσεις που ισχύουν, πρόσβαση για κάθε χώρα στη μπάντα αυτή εφάπαξ διεκδικείται και αποκτάται. Κι αν δεν διεκδικηθεί και δεν αποκτηθεί στον ορισμένο χρόνο, στον επόμενο γύρο για να έχει μια χώρα πρόσβαση στην ίδια μπάντα υποχρεούται να απευθυνθεί στις γειτονικές χώρες που διαθέτουν δορυφόρο και με σύμβαση μαζί τους και καταβάλλοντας ανταλλάγματα να κάνει τη δουλειά της. Διερωτώμαι, αν δεν είναι αυτό νέα ελληνική εξωτερική πολιτική και είναι οι αντισυγκεντρώσεις των μακεδονομάχων, τότε οι λέξεις χάνουν απολύτως το νόημά τους…)      

(Στο επόμενο Γ΄ μέρος, η διπλωματία των υδρογονανθράκων και των αγωγών)