20 Ιουν. 2019

Η ταξική πτυχή της αναμέτρησης στις εκλογές της 7ης Ιουλίου

Η προεκλογική κωμωδία

με τη μεσαία τάξη

Η έντονη και επανειλημμένη ενασχόληση όλων ανεξαιρέτως των κομματικών επιτελείων με τη μεσαία τάξη εν όψει των εκλογών της 7ης Ιουλίου, είναι ένα μόνο σύμπτωμα, -αλλά αρκούντως σοβαρό- της ελλειμματικής πολιτικής ατζέντας η οποία κυριαρχεί στον δημόσιο βίο μας. Έχω αναφερθεί και παλιότερα στο φαινόμενο αποστέωσης  του δημόσιου λόγου από αναφορές στα μεγάλα θέματα της χώρας, λόγω του εγκλωβισμού μας στην παγίδα των ακατάσχετων fake news, καθώς και στις συνέπειες του φαινομένου αυτού. Όμως, εδώ το πράγμα από επιδερμικές αναγνώσεις των αναγκών της Ελλάδας του 21ου αιώνα, τείνει να καταστεί ενδημική αδυναμία επικέντρωσης στα σοβαρά.

Η αναφορά στη «μεσαία τάξη», λοιπόν, ως μια ιδιότυπη πολιτική «μόδα» αυτών των εκλογών, προέρχεται ακριβώς από το μύθευμα των fake news ότι πρόκειται για μια τάξη, η οποία κυρίως εθίγη από τη διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α., με το υπονοητικό σήμα προς την κοινή γνώμη (και όχι το ευθύ νεύμα-συμπέρασμα -και δεν θα  μπορούσε ποτέ να είναι άμεσο αυτό το νεύμα, διότι είναι απολύτως ψευδές το περιεχόμενό του) ότι δήθεν οι προηγούμενες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κυβερνήσεις προστάτευσαν εισοδηματικά τα μέλη της «μεσαίας τάξης», ενώ η τελευταία κυβέρνηση πρωτίστως εστόχευσε στα εισοδήματά τους για να πετύχει τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Έτσι, η μεσαία τάξη, με τον βαθμό απροσδιοριστίας -πολιτικής και ταξικής- που υπονοείται στον σκόπιμα ασαφή όρο, έχει αναδειχθεί στην πολύφερνη νύφη αυτής της κάλπης. Είναι, όμως, έτσι;

Κατ’ αρχάς να τονιστεί ότι μιλώντας για μεσαία τάξη (η Ν.Δ. επί Κώστα Καραμανλή έκανε λόγο για τον «μεσαίο χώρο») αναφερόμαστε κατά βάση σε κοινωνικές ομάδες  περίπου ταλαντευόμενες ταξικά, ανάμεσα στα χαμηλά στρώματα και τα μεσο-κατώτερα εισοδήματα. Ωστόσο, η πολιτική απροσδιοριστία του όρου, που ήδη επεσήμανα, διευρύνει τον κύκλο απεύθυνσης και στα μεσο-ανώτερα εισοδήματα. Μπορεί να υπάρξει προεκλογικά τελεσφόρος προσέγγιση ταυτόχρονα και στις δύο αυτές κοινωνικές ομάδες; Έχω την εντύπωση πως όχι! Αντίθετα, αν κάποιο κόμμα επιχειρεί να απευθυνθεί στα μεσο-κατώτερα εισοδήματα, ενώ προνομιακό πολιτικό κοινό του είναι τα μεσο-ανώτερα εισοδήματα, πιθανότερο είναι, φρονώ, ότι θα δυσαρεστήσει τους πιστούς του. Και το ίδιο ισχύει κατ’ απόλυτη αντιστροφή.

Τούτο συμβαίνει διότι στη μετα-μνημονιακή Ελλάδα, ο μέσος ταξικός άξονας τοποθετείται πλέον ακριβώς στην εγκάρσια γραμμή διαχωρισμού μεταξύ μεσο-ανώτερων και μεσο-κατώτερων εισοδημάτων. Πρόκειται, δηλαδή, για το σημείο αδυναμίας ταυτόχρονης συναρθρωτικής προσέγγισης των δύο αυτών κοινών (εισοδηματικών, κοινωνικών και πολιτικών), απλούστατα διότι οποιοδήποτε μέτρο για τη στήριξη του ενός εκ των δύο εν λόγω κοινών, αυτομάτως στρέφεται κατά του άλλου (π.χ. μείωση των φόρων για τα μεσο-ανώτερα στρώματα, σχεδόν αυτομάτως άγει σε επιβαρύνσεις προς τα κάτω, και το αντίστροφο)  

Επομένως, πώς να απευθυνθεί κάποιος στη μία πλευρά χωρίς να παραχθεί ενόχληση και να σημειωθούν διαρροές στην άλλη; Σε τέτοιες συνθήκες ευνοείται το κόμμα το οποίο όταν χρησιμοποιεί τον ασαφή όρο «μεσαία τάξη», δεν αποπειράται τη διεύρυνση  των κοινών στα οποία αφορά ο όρος, αλλά την επιβεβαιωτική πολιτική «ιδιοκτησία» τους. Εν προκειμένω,  ευνοείται η ΝΔ. που δεν καταβάλλει προσπάθεια να προσελκύσει εισοδηματικά κατώτερα στρώματα, και πλήττεται ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.,  που επιχειρεί να προσεγγίσει ανώτερα.

Όμως, εδώ θα είχε νόημα να αναφερθώ και στην ανάγκη διασαφήνισης της ομιχλώδους έννοιας «μεσαία τάξη»!

Στις χώρες της δύσης γενικότερα η έννοια δεν είναι ασαφής. Εκεί με τη χρήση της εννοούνται μεσαία εισοδηματικά και κοινωνικά στρώματα, εδραιωμένα παραγωγικά και πολιτισμικά στο εσωτερικό των δυτικών χωρών, και κατά βάση θωρακισμένα από τον κίνδυνο πτώσης σε ομάδες χαμηλότερων εισοδημάτων. Η παρουσία αυτών των στρωμάτων στις δυτικές κοινωνίες αποτελεί ευθεία συνέπεια της αστικοδημοκρατικής ολοκλήρωσης.      

Στην Ελλάδα, αντιθέτως, τέτοια αστικοδημοκρατική ολοκλήρωση, ως γνωστόν, δεν έχει υπάρξει και η γεω-ιστορική θέση της χώρας είναι αμφίβολο εάν ποτέ θα την άφηνε να επισυμβεί. 

Στο σημείο αυτό  οφείλουμε επίσης να λάβουμε υπόψη ότι σοβαρή προσπάθεια συγκρότησης «μεσαίας τάξης» με χαρακτηριστικά ανάλογα με εκείνα των δυτικών κοινωνιών, καταβλήθηκε από τη διακυβέρνηση και τη συστημική λειτουργία του Κώστα Σημίτη, υπό την σκέπη του «εκσυγχρονιστικού» ιδεολογήματος. Φυσικά, πρόκειται για κίνηση καταδικασμένη εξ αρχής να αποτύχει, καθώς  το ζήτημα δεν αφορά στον βαθμό πρόσβασης των μεσο-κατώτερων στρωμάτων (που ενίσχυσαν τη θέση τους στο πλαίσιο της «οικονομίας της αρπαχτής» του χρηματιστηρίου και της υπό άφρονες όρους εισόδου στο ευρώ) στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Είναι σαφές ότι ο ιδιότυπος νεποτισμός της σημιτικής διακυβέρνησης, ως το γενικευμένο «ρουσφέτι» πρόσβασης σε εξουσίες με καθαρά κερδοσκοπικό περιεχόμενο και εξατομικευμένα κίνητρα πλουτισμού όσων συγκαταλέχτηκαν στους «εκσυγχρονιστές», δεν αφορά σε δομική παγίωση του αναβαθμισμένου πολιτικού ρόλου της «εκσυγχρονιστικής» μεσαίας τάξης στην Ελλάδα, δηλαδή σε ενίσχυση της μεσαίας τάξης στο πλαίσιο επιτάχυνσης μιας διαδικασίας αστικοδημοκρατικής ολοκλήρωσης, αλλά σε ευμενή μεταχείριση μιας πολιτικής ομάδας εξουσίας περί τον Κώστα Σημίτη.

Ο έωλος χαρακτήρας των ωφελημάτων που κέρδισαν όσοι έπαιξαν αυτό το παιχνίδι ως το 2004, είναι ενδεικτικός απ’ όσα επακολούθησαν σχετικά με την εισοδηματική τύχη τους με την εμφάνιση της νομισματο-πιστωτικής κρίσης, η οποία -ας μην το υποτιμάμε και το ξεχνάμε- πρωτοεκδηλώθηκε ως κύριο σύμπτωμα σήμανσης των «μικρών ορίων» του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος με την κατάρρευση του ελληνικού χρηματιστηρίου, πολύ νωρίτερα από το πτωχευτικό περιστατικό της Lehman Brothers στις Η.Π.Α.

Παράλληλα, συμβολικά και βαθύτατα πολιτικά ενδεικτικό του ιδιότυπου νεποτισμού που διαπέρασε το πολιτικό, επιχειρηματικό και εκδοτικό σύστημα επί διακυβέρνησης Σημίτη, είναι ότι όσοι προέρχονταν από τον πυρήνα του και ανεξαρτήτως επιπέδου εισοδήματός τους, διέθεταν την εσωτερική πληροφόρηση να βγουν έγκαιρα από τη χρηματιστηριακή κατρακύλα.

Σε κάθε περίπτωση, η «μεσαία τάξη» για την οποία γίνεται λόγος στις παρούσες εκλογές από τη Ν.Δ., το ΚΙΝ.ΑΛ. και εσχάτως από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δεν έχει καμιά σχέση με κάποιο περιγεγραμμένο στοιχείο ταξικής και κοινωνικής αναφοράς, και δεν αφορά παρά σ’ έναν «πολιτικό μηχανισμό»-εργαλείο απόκτησης της κυβερνητικής εξουσίας και διαχείρισής της από μεριάς της συντηρητικής παράταξης.

Υπ’ αυτήν την οπτική, η επιλογή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να συμπεριλάβει αυτόν τον «πολιτικό μηχανισμό» στα προεκλογικά του target group για τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, εντυπωσιάζει ως αποκαλυπτικά άστοχη. Πώς θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχής η επιλογή να επιζητείς να σε υπερψηφίσουν εκλογικά κοινά, τα οποία σε θεωρούν για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν ως εδώ σαν κεντρικό πολιτικό τους αντίπαλο; Υπάρχει κανένας από τα μέλη αυτής της έτσι εννοουμένης «μεσαίας τάξης» που θα άλλαζαν τη στάση τους, επειδή ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα τού απευθυνόταν προεκλογικά; Και πώς θα άλλαζαν όλοι αυτοί την πολιτική στάση τους, όταν ακόμη και στο πιο ευνοϊκό για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ζήτημα, δηλαδή τη συμφωνία των Πρεσπών, δεν δίστασαν οι περισσότεροι από εκείνους να στραφούν σε θέσεις πρόδηλα συμβατές με τις απόψεις εθνικιστικών κοινών και κραυγαλέα αναντίστοιχες με το «εκσυγχρονιστικό» παρελθόν τους;  

Ταυτόχρονα, ακριβώς λόγω του όψιμου και πολιτικά ακατανόητου «ανοίγματος» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στη «μεσαία τάξη» αυτής της κοπής, προκαλείται δυσφορία σε εκλογικά κοινά που τηρούν θετική στάση απέναντί του. Κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι στα κοινά αυτά συμπεριλαμβάνονται ταξικά οριοθετημένες κοινωνικές ομάδες πολιτικά συνειδητοποιημένες και αποφασισμένες να τον στηρίξουν, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μαζί τους υπάρχουν και πολίτες αριστεροί, απρόθυμοι να ανεχτούν σύμπραξη -έστω και μόνον εκλογική-  με τη εν λόγω «μεσαία τάξη». Ενώ, και αναποφάσιστοι ψηφοφόροι, που ακόμη ταλαντεύονται αν θα στηρίξουν τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  ή θα στραφούν στην αποχή και το λευκό, με το «άνοιγμα» αυτό έχουν ισχυρούς λόγους να διατηρήσουν τις αποφάσεις αποστασιοποίησής τους.

Συμπερασματικά: Η προεκλογική «κουβέντα» για τη «μεσαία τάξη» δεν αφορά στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  και πρέπει να εγκαταλειφθεί γιατί του προκαλεί ζημία.

Αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επιθυμεί αλλαγή  της πολιτικής ταυτότητάς του ως κόμμα της δημοκρατικής αριστεράς, αυτή είναι μια συζήτηση που θα πρέπει να γίνει μετεκλογικά και όχι σήμερα!