24 Ιουν. 2019

Οι ιδεολογικές σκιαμαχίες της πολιτικής συντήρησης

Γιατί τόση προσπάθεια να φαλκιδευτεί

η διάκριση αριστεράς-δεξιάς; 

Η υπαρξιακή σχέση της σοσιαλδημοκρατίας με τον επί δεκαετίες κεντρικό πολιτικό ρόλο της στην Ευρώπη, στηρίχτηκε ιστορικά στην εκπροσώπηση ριζοσπαστικοποιημένων στρωμάτων, με συγκλίνοντα ταξικά συμφέροντα με εκείνα των αδυνάμων. Ήταν η ιστορική συμβολή της στην προοδευτική αλλαγή του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων, που δεν μπορούσε (για διάφορους λόγους) να φέρει η παραδοσιακή αριστερά.  

Φυσικά, όταν και όποτε η σοσιαλδημοκρατία εγκατέλειψε την εκπροσώπηση αυτών των ριζοσπαστικοποιημένων στρωμάτων και στράφηκε στα μεσο-ανώτερα στρώματα, έγινε συντηρητική παράταξη. Και αυτός ο συντηρητισμός των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών την εκτόπισε από ηγέτιδα πολιτική δύναμη στην Ευρώπη σε παρακολούθημα της ευρωπαϊκής δεξιάς.

Ακόμη και σήμερα, μετά τη δραματική για την Ε.Ε.  δεκαετία του 2010 υπό τις δεξιές πολιτικές των κομμάτων που τις εφήρμοσαν, η απόπειρα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας να ανασυγκροτηθεί και να αναβιώσει (και αν το μπορέσει να ανακτήσει τον ηγετικό πολιτικό ρόλο της), στηρίζεται στην επαναπροσέγγιση των ίδιων ριζοσπαστικοποιημένων στρωμάτων. Υπό την οπτική αυτή, η ορίζουσα διαχωριστική γραμμή προοδευτικού-συντηρητικού στην εποχή μας είναι ακριβώς η στάση κάθε πολιτικής παράταξης απέναντι σ’ αυτά τα ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα.

(Και μιλώντας λίγο στο σημείο αυτό και για τα καθ’ ημάς, τεκμηριώνεται γιατί το ΚΙΝΑΛ, ως απόγονος-κακέκτυπο του ιστορικού ΠΑ.ΣΟ.Κ., όντας σε επίπεδο εκπροσώπησης παράταξη με θέσεις αντικείμενες στα συγκλίνοντα συμφέροντα των αδυνάμων και των ριζοσπαστικοποιημένων στρωμάτων, συγκαταλέγεται στην ευρωπαϊκή συντήρηση, ακόμη και κόντρα σε βασικές θέσεις του Τίμερμανς.

Δύο ενδεικτικά παραδείγματα:

- Ο Τίμερμανς εκπροσωπώντας τη συλλογική στάση των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών σήμερα, ζητεί οριζόντιο ορισμό κατώτατου μισθού με αποφάσεις-οδηγούς των ευρωπαϊκών  οργάνων προς τις χώρες-μέλη, υπό τη σκέψη ότι η δυσμενής για τα συμφέροντα των εργαζομένων δεξιά δεκαετία από το 2010, έχει δημιουργήσει τόσο αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων σε βάρος τους στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου, ώστε να κρίνεται αναγκαία η κεντρική διασφάλιση των ορίων μισθολογικής και εισοδηματικής καταπίεσης των εργαζομένων. Οι ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες ζητούν ορισμό κατώτατου μισθού, για να αποκατασταθεί στοιχειωδώς η θέση των εργαζομένων στον κοινωνικό σχηματισμό αλλά και για να θωρακιστεί η κοινωνική συνοχή στις χώρες-μέλη της Ε.Ε.. Θέση του ΚΙΝ.ΑΛ., αντιθέτως με τη θέση Τίμερμανς, είναι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις εργοδοτών-εργαζομένων. Το επανέλαβε και το επιβεβαίωσε προ ημερών το ΚΙΝ.ΑΛ., σχολιάζοντας τις προεκλογικές θέσεις τη Ν.Δ. για την οικονομία. Με τη στάση αυτή το ΚΙΝ.ΑΛ. «κάνει ότι δεν βλέπει» τον ακραία δυσμενή για τους εργαζόμενους συσχετισμό δυνάμεων στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου. Πρόκειται για καθαρά συντηρητική θέση, που αντιμάχεται ευθέως τα περί ων ο λόγος συγκλίνοντα ταξικά συμφέροντα.                 

- Η δεύτερη συντηρητική απόκλιση του ΚΙΝ.ΑΛ. από τις σημερινές θέσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, είναι η στάση του στα ζητήματα δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να υπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα-PES. Και αν φαίνεται ότι το ζήτημα των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινωνίας έχει μικρή σχέση με την εισοδηματική πτυχή του ζητήματος, από την άλλη, έχει βαρύνουσα και συμβολική σημασία για τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του προοδευτικού κινήματος στην εποχή μας).

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μεγάλη συμβολική σημασία να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι το θεμελιώδες θεωρητικό οπλοστάσιο των προοδευτικών ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών, που άλλαξαν καταλυτικά και σε θετική κατεύθυνση από τη δεκαετία του 1980 τη μοίρα της Ε.Ε. και των πολιτών ανά χώρα-μέλος, παρήχθη στην Ελλάδα από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Οι αναφορές του μεγάλου ευρωπαίου πολιτικού στον εντοπισμό αυτών ακριβώς των συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων, ως βάσης για τις προοδευτικές εξελίξεις που ακολούθησαν στα θέματα κατανομής του πλούτου και συγκρότησης του κοινωνικού κράτους, παραμένουν αξεπέραστες. Όπως και απολύτως ενδεικτικό της βαθύτατα προοδευτικής εκείνης πολιτικής θέσης, ήταν και είναι η αγωνιώδης προσπάθεια των συντηρητικών πολιτικών παρατάξεων να κατασυκοφαντήσουν ως «λαϊκισμό» εκείνην τη θέση περί «συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων» ως βάσης για προοδευτικές αλλαγές στις κοινωνίες. Την ίδια ακριβώς λεκτική τηρεί η ευρωπαϊκή συντήρηση εδώ και 30 χρόνια. Η κατασυκοφάντηση της θέσης περί «συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων», ως «λαϊκισμού», η οποία -ειρήσθω εν παρόδω- κατασυκοφαντήθηκε εξ ίσου από την παραδοσιακή αριστερά ως «ρεβιονιστική» και «οππορτουνίστικη», αν προσέξει κανένας πίσω απ’ τις γραμμές, αφορά ακριβώς στους δύο μεγάλους φόβους της ευρωπαϊκής συντήρησης απέναντι στην προοδευτική πολιτική παράταξη: τη δίκαια κατανομή του πλούτου και τη λειτουργική σταθερότητα του κοινωνικού κράτους ανεξαρτήτως των εκάστοτε κρατουσών δημοσιονομικών συνθηκών.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην τελευταία δεκαετία πολιτικής κυριαρχίας των ευρωπαίων συντηρητικών από το 2010 ως σήμερα, τα κατ’ εξοχήν πεδία δυσμενών συνεπειών της πολιτικής των ευρωπαϊκής δεξιάς για τους ευρωπαίους πολίτες είναι ο περιορισμός του εισοδήματος των αδυνάμων (άμεσος=εισόδημα ως ποσοστό συμμετοχής στο ΑΕΠ και έμμεσος=ανεργία) και η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους.

Σ’ αυτές τις συνθήκες είναι κατανοητό και εξηγήσιμο γιατί τόσος κόπος από μεριάς της πολιτικής συντήρησης να αλλάξει «με το έτσι θέλω» η κεντρική ορίζουσα διαφορά των πολιτικών συντεταγμένων, μεταξύ αριστεράς-δεξιάς. Η -με τη βοήθεια του μηχανισμού των fake news- μεταπήδηση σε άλλες ατζέντες αλλότριες της προσδιοριστικής διαύγειας των πολιτικών  διακρίσεων (π.χ. οι σκιαμαχίες περί «εκσυγχρονισμού-λαϊκισμού» και άλλα τοιαύτα αρκούντως εξωτικά) αποδεικνύει ακριβώς την προσπάθεια παλαιόθεν της διεθνούς δεξιάς να προκαλέσει σύγχυση στην πρόσβαση των πολιτών στις θεμελιώδεις πολιτικές διακρίσεις. Διακρίσεις, απαραίτητες απολύτως στη συνέχεια για την αποτελεσματική λειτουργία της ατομικής επιλογής, που είναι στοιχείο του πυρήνα της δημοκρατίας. Η προσπάθεια αυτή, να φαλκιδευτεί ο προσδιοριστικά κεντρικός και καταλυτικά σαφής ορισμός μεταξύ δεξιάς-αριστεράς, έχει ενδυναμωθεί τελευταία (όχι μόνο στην Ελλάδα, φυσικά), λόγω του νέου ρόλου των Μ.Μ.Ε. από θεσμοί πληροφόρησης των πολιτών (δηλαδή βασικά δημοκρατικά εργαλεία), σε μηχανισμούς άσκησης πολιτικής επιρροής (δηλαδή αντιδημοκρατικά κέντρα εξουσιών).

…αλλά αυτό είναι ένα θέμα που θα δούμε σε άλλη ανάλυση!...