27 Ιουλ. 2019

Η αριστερά, οι πολιτικές ελίτ και ο ρόλος τους κατά τον 21ο αιώνα

Τι σημαίνει η εξαγγελία "αλλαγής" του ΣΥΡΙΖΑ

- Από τον πολιτικό οργανωτισμό

στο κόμμα μαζών

Το θέρος και οι ανάγκες του, αγχωτικά υπερτονισμένες μάλιστα λόγω της μακράς προεκλογικής περιόδου των δύο αναμετρήσεων, έχουν αποφορτίσει το ενδιαφέρον για τις πολιτικές εξελίξεις. 

Ανάμεσα στα θέματα που έχουν παραμεριστεί (και αναμφίβολα θα επανέλθουν από τον Σεπτέμβριο στα ενδιαφέροντα της κοινής γνώμης) είναι η μετεκλογική εξαγγελία Τσίπρα για «αλλαγή» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Μια εξαγγελία, η οποία προέκυψε υπό το φως της διαπίστωσης ότι η ολομέτωπη επίθεση κατά της κυβερνώσας αριστεράς (υπό το ιδιότυπο ιδεολογικά ακροδεξιό μόρφωμα του νεο-μητσοτακισμού) πέτυχε μόνο κατά το ένα μέρος τον στόχο της: την εκλογική ήττα της. Ενώ, κατά το δεύτερο μέρος του, ο πολιτικός στόχος της πλέον συγκυβερνώσας συντεταγμένα ακροδεξιάς απέτυχε παταγωδώς: Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αντί να εξαντλείται σε πολιτική δυναμική, τεκμαίρεται από τις κάλπες πως ήρθε για να μείνει και αποδεικνύεται πως δεν ήταν ένα «ξεπέταγμα οργής», το οποίο υποχωρεί, αφού πρώτα η κυβερνώσα αριστερά πέτυχε να «απο-μνημονοποιήσει» την Ελλάδα. Εμπεδώνεται, δηλαδή, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.,  ως η πολιτική παράταξη του εναλλακτικού προοδευτικού κυβερνητικού λόγου!

Η διαδικασία αλλαγής ενός κόμματος για να είναι πολιτικά ουσιώδης, δεν μπορεί παρά να αφορά σε σύγκρουση του υπό ανασύσταση κόμματος με μέρος του ίδιου του εαυτού του: τις κομματικές γραφειοκρατίες που ως σήμερα το διοικούσαν και δεν θα παραχωρήσουν αναίμακτα σε άλλους τη συνδιαχείρισή του.

Αυτή είναι η μία πτυχή του «δράματος» που αναμένεται να κορυφωθεί στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. καθώς θα επιχειρηθεί η «αλλαγή» του. Η δεύτερη πτυχή αφορά στον ιδεολογικό αναπροσδιορισμό των στρατηγικών στόχων της προοδευτικής πολιτικής παράταξης –και όχι μόνο στην Ελλάδα. Παράταξης, η οποία ως σήμερα σε πανευρωπαϊκό επίπεδο εξαντλήθηκε (παρά τις ελάχιστες εξαιρέσεις) είτε σε οριακές «καταδρομικού τύπου» αντι-διακυβερνήσεις ανακοπής των επιλογών που επέβαλε η κυριαρχία της δεξιάς (όπως άλλωστε έκανε και ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. το πρώτο εξάμηνο του 2015), είτε σε σοσιαλδημοκρατικές παλινωδίες απολήξασες σε εξ ίσου συντηρητικές πολιτικές με εκείνες της πολιτικής δεξιάς.

Το άλμα αυτο-συνειδησιακής και ταυτοτικής πρόσληψης της προοδευτικής παράταξης στην Ευρώπη από τα ίδια τα μέλη και τους υποστηρικτές της, από δύναμη που πολιτικά προώρισται να αμύνεται απέναντι στις πολιτικές της δεξιάς, σε παράταξη που θα είναι παραγωγός κυβερνητικής πολιτικής, δηλαδή θα θεσμοθετεί  τις επιλογές της εντός του κρατικού σχηματισμού, είναι το ζητούμενο για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και έχω την εντύπωση (το ανέφερα με μιαν άλλη ευκαιρία σε άλλη ανάλυσή μου προ ημερών), πρόκειται για πρωτοπόρα δοκιμασία σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Αν χρειαζόταν να προσδιορίσουμε πιο απτά τις συντεταγμένες του μεγάλου αυτού πολιτικού σκοπού, θα αρκεστώ σε δύο σημεία-κλειδιά:

1. Το φαινόμενο προϊούσας σύγκλισης της ευρωπαϊκής αριστεράς (φυσικά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. συμπεριλαμβανομένου και με πρωταρχικό ρόλο στο σημείο αυτό) με το πολιτικό πλαίσιο του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος. Και, ταυτόχρονα, την αντίθετης πολιτικής φοράς προϊούσα απόκλιση της ευρωπαϊκής δεξιάς (της Ν.Δ. συμπεριλαμβανομένης)  από το ίδιο ενοποιητικό πρόταγμα. Όσο περνάει ο καιρός, ολοένα και περισσότερο, η ευρωπαϊκή αριστερά δείχνει να λειτουργεί πολιτικά με άνεση στα πολιτικά πράγματα της ηπείρου, την ώρα που η ευρωπαϊκή δεξιά συμπεριφέρεται με εντεινόμενη δυσανεξία -και δεν τη κρύβει- απέναντι στις πολιτικές της Ε.Ε..           

2. Την ανάγκη η νέα παράταξη που θα συγκροτηθεί περί τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να μην αποτιμηθεί αν πέτυχε ή όχι τον στόχο της με κριτήρια οργανωτίστικα και πολιτικά τεχνικά, αλλά -αντίθετα- με κριτήρια ουσιαστικής μαζικοποίησης της πολιτικής επιρροής της. Δηλαδή, με βάση την μεσοπρόθεσμη προγραμματική αναφορά του κομματικού σχήματος σε πραγματικά προβλήματα της χώρας και των πολιτών και σε λύσεις παραγωγικές και τελεσφόρες ως προς τον χειρισμό τους.

Στο δεύτερο αυτό σημείο, σπεύδω να διασαφηνίσω ότι η κατά την εντύπωσή μου κραυγαλέα αποτυχημένη, συντηρητική και ακραία λαϊκίστικη επιλογή εκλογής του πολιτικού αρχηγού απευθείας από τη βάση, και μάλιστα υπό τη σαθρή δέσμευση (ιδεολογική και ηθική) των εκλεκτόρων που σπεύδουν σε τέτοιες  κάλπες, δεν μπορεί να είναι βήμα «αλλαγής» και κίνησης προς τα εμπρός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλά αντίθετα είναι βήμα οπισθοδρόμησης και προσαρμογής του σε συντηρητικές επιλογές, σε ό,τι αφορά τον ρόλο του κόμματος και της ηγεσίας του.

(Μια παρένθεση: Θεωρώ ότι η απευθείας εκλογή πολιτικού αρχηγού από τη σαθρά συγκροτημένη και ιδεολογικοπολιτικά έωλη μάζα ψηφοφόρων που προσέρχονται σε τέτοια διαδικασία, πριν και πάνω απ’ όλα είναι ένδειξη ανασφάλειας των κομματικών ηγετών που την επιζητούν ως επικύρωση έγκρισης της επιλογής τους από τη βάση. Τα παραδείγματα πολιτικών προσώπων, στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, που καμιά αμεσότητα εκλογής δεν προηγήθηκε για την ανάδειξή τους, αλλά η προσωπική δεινότητα και η δεξιοτεχνία ενάσκησης πολιτικής από μεριάς τους νομιμοποίησε απολύτως την ηγεσία τους, δεν είναι λίγα! Δεν χρειάζεται να τα αναφέρω αυτά τα παραδείγματα)

Στην περίπτωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δηλαδή,  θα ήταν σοβαρό σφάλμα κατά τη γνώμη μου και θα διακωμωδούσε πολιτικά την πρόθεση «αλλαγής» του κόμματος, τυχόν υιοθέτηση από τον Αλέξη Τσίπρα αυτής της διαδικασίας ηγετικής αναβάπτισης. Αντίθετα, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και ο Αλέξης Τσίπρας θα είχαν κάθε λόγο να διατηρήσουν και να αναβαπτίσουν δημοκρατικά την εσωκομματική διαδικασία εκπροσώπησης άμεσης και ενδιάμεσου εκλεκτορικού τύπου για την ανάδειξη των κομματικών οργάνων και της ηγεσίας, σε κανονικά συντεταγμένη συνεδριακή συγκρότηση.  

Στο ίδιο μοτίβο σκέψης η χύδην μαζικοποίηση που επιζητεί με τις δημόσιες αναφορές του ο Αλέξης Τσίπρας με βρίσκουν αντίθετο!

Η συγκρότηση του κομματικού οργανωτικού ιστού, ως καίριο και αναπόσπαστο μέρος του δημοκρατικού αυτοσκοπού στα πολιτεύματα της δύσης, προϋποθέτει την εκπροσώπηση από τη βάση προς την ηγεσία αλληλοδιαδόχως και πυραμιδικά μέχρι τέλους.

Εκ του αντιθέτου, τυχόν συντεταγμένη πρόσκληση σε πολίτες να προσέλθουν και να εμπλακούν στο εσωκομματικό σκηνικό, εγγραφόμενοι ως μέλη, αλλά αυτό να έρχεται ως  αποτέλεσμα μιας διακηρυκτικού τύπου απεύθυνσης του κόμματος μέσω μιας δεσμευτικής έκθεσης των θέσεών του με χαρακτήρα, συμβολικά και πρακτικά, ενός σύγχρονου μανιφέστου, θα προσέδιδε τη δημοκρατική και συνειδητοποιημένη νομιμοποίηση στη διαδικασία μαζικοποίησης που ανακοίνωσε ο Τσίπρας. Στα κόμματα οι πολίτες δεν γράφονται μέλη επειδή κάποια στιγμή τα ψήφισαν. Γράφονται (ή τουλάχιστον αυτή είναι η υγιής και ιδεολογικά αδιαμεσολάβητη σχέση κόμματος-μελών και άρα η εγγύηση ανεξαρτησίας εξατομικευμένης γνώμης στη διαμόρφωση της κομματικής «γραμμής») επειδή πιστεύουν στην ιδεολογία και τις θέσεις του κόμματός τους. Και η διαφορά του μέλους, από τον υποστηρικτή-οπαδό του ίδιου κόμματος είναι βαθύτατη και ποιοτικά ευδιάκριτη. Αν θα χρειαζόταν -κάπως σχηματικά- να εξηγηθεί αυτή η διαφορά, θα την όριζα ως εξής: Ο υποστηρικτής-οπαδός ενός κόμματος συγκαταλέγεται σε πολιτικά κοινά υπό εκπροσώπηση. Αντιθέτως, το μέλος ενός κόμματος, συμμετέχει στην πολιτική διαδικασία ως φορέας εκπροσώπησης των υποστηρικτών-οπαδών του ίδιου κόμματος. 

Τέλος, και το άφησα αυτό τελευταίο και υπό την ιδιότητά μου ως εκ των ιδρυτικών μελών της «Γέφυρας», έχω τη γνώμη ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στο πλαίσιο της ανακοινωθείσας πρόθεσης μαζικοποίησής του με μαζικές εγγραφές νέων μελών, δεν θα πρέπει να εγκαταλείψει την ευρύχωρη σχέση ιδεολογικής συνύπαρξης με φορείς και σχήματα, που η κρίσιμη προστιθέμενη αξία τους στην υπηρέτηση του κοινού σκοπού, δεν  είναι αριθμητική, αλλά πρωτίστως θεωρητικά σημαντική.  

Αυτά για την ώρα και περισσότερα από το φθινόπωρο.