4 Αυγ. 2019

Eν αναμονή των ξένων επενδύσεων…

Χωρίς οικονομική πολιτική η Ελλάδα

Με την κυβέρνηση του σημερινού Μητσοτάκη να συμπληρώνει τις πρώτες εβδομάδες στην εξουσία, θα φαινόταν παράδοξο να μπορούσαν να λεχθούν πολλά για το «έργο» της.

Κι όμως! Σ’ αυτές τις 3 εβδομάδες, αν και εν μέσω θέρους (ή ίσως επειδή ακριβώς βρισκόμαστε στο μέσον του θέρους) ο πολιτικός χρόνος που έχει διέλθει δεν είναι λίγος. Είτε με την ελαφρά σκέψη (που ιστορικά έχει αποδειχτεί ανόητη) ότι οι φοιτητές με κλειστά πανεπιστήμια δεν θα αντιδράσουν για τη γελοία και θεσμικά προσχηματική κυβερνητική ρύθμιση περί πανεπιστημιακού ασύλου, είτε εκτιμώντας στην κυβέρνηση αφελέστατα ότι περνώντας μεσοκαλόκαιρο τα «ρουσφέτια πολυτελείας» στο Ελληνικό και αλλού, αυτά θα διαφύγουν της δέουσας πολιτικής αξιολόγησης, πολλές ρυθμίσεις μας προέκυψαν! Πολύ περισσότερες ρυθμίσεις, απ’ όσες μια ήρεμη και σώφρων διακυβέρνηση, νωπής λαϊκής εντολής, απαλλαγμένη από πολιτικές μανίες και με τον οφειλόμενο σεβασμό στη χώρα και την ταλαιπωρία των πολιτών της επί 8 συναπτά έτη, θα έπρεπε να έχει προωθήσει με τόσο πολιτικά αγχωτικό τρόπο. Μια κυβέρνηση, που δεν θα έφερε ενοχές για τη δική της καταλυτική συμβολή στην μεγάλη κρίση που η κυβέρνηση του άλλου κόμματος, του ιδεολογικά αντιπάλου, κατάφερε να θέσει υπό έλεγχο. Μια κυβέρνηση, που δεν θα έπασχε από τις ανομολόγητες εμμονές μιας βλακώδους ρεβάνς, που κανέναν ισορροπημένο και πολιτικά ώριμο Έλληνα ουσιαστικά δεν ενδιαφέρει αλλά και μιας ρεβάνς που καμιά απολύτως σχέση δεν έχει με τα αληθή προβλήματα της χώρας και των πολιτών της. Προφανώς η παρούσα κυβέρνηση της Ν.Δ. φέρει όλα τα παραπάνω πάθη και τις πολιτικές εμμονές…

Όμως (και αφήνοντας για συζήτηση με άλλη ευκαιρία τα σοβαρά προβλήματα δημοκρατίας που γεννώνται από τέτοια στάση στην περίοδο πρώιμης διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη), εξ ιδίων αυτή η ίδια κυβέρνηση επέλεξε διά δηλώσεων και αναφορών της να θέσει την οικονομία ως το πρόταγμα της δικής της πολιτικής παρουσίας στον δημόσιο βίο μας. Ελλείψει δε 4ου μνημονίου, το οποίο η ίδια ανέδειξε με μια μικρονοϊκή προεκλογική επιμονή ως δήθεν υφιστάμενο, η παρούσα κυβέρνηση λέει ότι θα πετύχει ρυθμούς  ανάπτυξης της τάξης του 4% και ενώ η διεθνής οικονομία την ίδια στιγμή ασθμαίνει. Λέει ότι θα φέρει επενδύσεις, την ανεπαρκή παρουσία των οποίων αποδίδει σε πολιτικά αίτια αναγόμενα στην απελθούσα κυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

…Και ήδη παραβιάζει με εξαιρετική άνεση -που υποδηλώνει σαθρή σχέση αληθείας με τη στάση της όταν ήταν αντιπολίτευση- την πρωταρχική προεκλογική εξαγγελία της ότι θα επιχειρήσει εξ αρχής να μειώσει τα πρωτογενή πλεονάσματα του 3,5% του ΑΕΠ, που αποτελούν ανειλημμένη δέσμευση  της χώρας από την προηγούμενη κυβέρνηση. Και, έτσι, πριν ακόμη διεξαχθεί συντεταγμένη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς, από μόνη της η κυβέρνηση Μητσοτάκη αναβάλλει για δύο χρόνια, για το 2021, τη διαπραγμάτευση για μείωση των πλεονασμάτων.  

Ακόμη, κι εδώ υπάρχει νομίζω ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο, η ίδια πάντα κυβέρνηση διά στόματος του αρμόδιου υπουργού αλλά και αντιπροέδρου του κόμματος, πάντα μεσοκαλόκαιρο, προσκαλεί τους επενδυτές να σπεύσουν, διότι «…εμείς θα σας κάνουμε τη ζωή πιο εύκολη», λέει!         

Κι εδώ αντιλαμβανόμαστε πόσο παγιδευμένη στο αδιέξοδο έλλειψης οποιασδήποτε προοπτικής είναι η οικονομική πολιτική του Μητσοτάκη. Παγιδευμένη στη fake αποτύπωση μιας οικονομίας που παρέλαβε και την οποία τα συγκεκριμένα μέσα ενημέρωσης που την υποστηρίζουν πλασάρισαν στους πολίτες ως δήθεν καταρρέουσα. Αλλά, ταυτόχρονα, και μια οικονομία την οποία οι επενδυτές (προς τους οποίους απευθύνθηκε ο μάλλον αστείος ως προς το πεδίο αρμοδιοτήτων του υπουργός επενδυτικών πολιτικών και αντιπρόεδρος του κόμματος), σε καμιά περίπτωση δεν αντιλαμβάνονται όπως την αντιλαμβάνεται ο κ. Γεωργιάδης.

Διότι, όσο γελοία και οικονομικά ανερμάτιστη ήταν η εντύπωση που προσπάθησαν να διασπείρουν τα μητσοτακικά μέσα ενημέρωσης ότι δήθεν η ελληνική οικονομία βελτιώνεται επί τη προσδοκία επέλευσης Μητσοτάκη και όχι επειδή υπήρξε επιτυχημένη η απελθούσα οικονομική διακυβέρνηση (εντύπωση, η οποία φυσικά κανέναν σοβαρό επενδυτή δεν έπεισε), άλλο τόσο ατελέσφορη θεωρείται από σοβαρούς επενδυτές και η κουτή πρόσκληση «θα σας κάνουμε τη ζωή πιο εύκολη», λες και η επενδυτική πολιτική μιας κυβέρνησης πείθει από τα «ρουσφέτια πολυτελείας» που υπόσχεται πως θα κάνει προς φιλικούς της επιχειρηματικούς κύκλους (συμπτωματικώς  με προνομιακή πρόσβαση και σε μιντιακούς κύκλους) και δεν πείθει από τα «φανταμένταλς» της οικονομίας της χώρας.

Άλλωστε, οι τόσο ρηχές εντυπωσιοθηρίες του κ. Μητσοτάκη και των συν αυτώ, ότι δήθεν ήταν η προσδοκία ότι θα αναλάμβανε εκείνος την πρωθυπουργία που έριχνε τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων καταπίπτει αυτομάτως, αφού χθες μόλις ο οίκος Fitch απέφυγε να αναβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας,  παρ’ όλο που ο κ. Μητσοτάκης είναι πρωθυπουργός εδώ και 3 εβδομάδες! Μα, αν ήταν τόση η σημασία πρωθυπουργοποίησης του κ. Μητσοτάκη για να ανασάνει η ελληνική οικονομία, όπως διακινούσε ψευδολογώντας ο νεοδημοκρατικός προεκλογικός μύθος, δεν θα έσπευδαν οι οίκοι αξιολόγησης να αναβαθμίσουν την Ελλάδα; Κι αν ήταν τόσο πολλά υποσχόμενη η πρωθυπουργία Μητσοτάκη, γιατί από μόνη της η κυβέρνησή του αποφάσισε να αναβάλλει την υλοποίηση της βασικής προεκλογικής εξαγγελίας της για διαπραγμάτευση με τους ευρωπαίους δανειστές για μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων; Τόσο μικρή εμπιστοσύνη θα έδειχναν στον πρωθυπουργό οι Βρυξέλλες, αν το πρόσωπό του ήταν τέτοιας σημασίας για τη συνέχεια της ελληνικής οικονομίας;

Έχω, μάλιστα την εντύπωση -και το έχω αναφέρει και με άλλη ευκαιρία- ότι συνιστά σοβαρό σφάλμα και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., προεκλογικό αλλά που παρατείνεται και μετεκλογικά, να υποστηρίζει ότι η οικονομική πολιτική Μητσοτάκη υπακούει κατά κύριο λόγο σε νεοφιλελεύθερες οικονομικές επιλογές. Κάτι, δηλαδή, σαν τη στάση του Κ.Κ.Ε., τηρουμένων των αναλογιών από τις άλλες διαφορές μεταξύ των δύο εν λόγω κομμάτων της ελληνικής αριστεράς. Αντίθετα, προσωπική εντύπωσή μου είναι ότι η οικονομική πολιτική του κ. Μητσοτάκη κατά κύριο λόγο δεν είναι απόρροια μιας «ιδεολογίας περί τα οικονομικά», αλλά καθαρή προαγωγή φιλικών του επιχειρηματικών συμφερόντων, περίπου γνωστών σ’ όλους. Συμφερόντων, τα οποία τον υποστήριξαν «μέχρις αίματος» για να ευνοήσουν τον εαυτό τους και από τα οποία ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης εξαρτάται απολύτως ως πρωθυπουργός. Αυτή νομίζω πως θα ήταν η «αληθής αντιπολίτευση» που θα έπρεπε να διαπερνά τον μετεκλογικό πολιτικό λόγο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και όχι η προσπάθεια να πειστεί κάποιος ότι το πρόσθετο ύψος δόμησης στην επένδυση του Ελληνικού είναι νεοφιλευθερισμός και όχι μια ξεκάθαρη περίπτωση «ρουσφετιού πολυτελείας»!           

Τα σημειώνω ολ’ αυτά, διότι έχω την εντύπωση πως απ’ αυτά αναδύεται η μεγάλη ανευθυνότητα της σημερινής κυβέρνησης να χειρίζεται την ελληνική οικονομία και την πιεστική ανάγκη ανόρθωσής της, με ανακλαστικά δικαίωσης των fake προεκλογικών αναφορών της και με όρους επενδυτικής πολιτικής «ρουσφετιών πολυτελείας», αντί της αναγκαίας σοβαρότητας. Δηλαδή με καθορισμό επενδυτικών προτεραιοτήτων και απόλυτη εγγύηση της ισότητας ευκαιριών που οφείλει να διέπει ένα ευνομούμενο κράτος, στον αντίποδα των τροπολογιών «αρπαχτής» που προσθέτει ύψος σε όρους δόμησης για να ωφεληθεί μεμονωμένος επιχειρηματίας με ονοματεπώνυμο.  

Η ελληνική οικονομία δεν θα προχωρήσει με εμμονές περί της δήθεν καταστροφικής διακυβέρνησης που προηγήθηκε, αλλά με αξιοποίηση στο έπακρο των όσων εκείνη πέτυχε. Αν συνεχίσει έτσι ο κ. Μητσοτάκης, εκτός από την αυτο-εξευτελιστική πτυχή που θα προσλάβουν οι οικονομικές εξελίξεις με νέες απογοητεύσεις τύπου Fitch, θα απολεστεί απολύτως το μομέντουμ εικόνας εξόδου της ελληνικής οικονομίας από την 8ετή μνημονιακή κρίση και δεν θα απομείνει παρά η συζήτηση για το ποιό είναι το επόμενο «ρουσφέτι πολυτελείας» του κ. Μητσοτάκη.