10 Αυγ. 2019

Τι σημαίνει η κατάργηση ενός κρίσιμου δημοκρατικού θεσμού

Η ιδεολογική και ιστορική βάση

του πανεπιστημιακού ασύλου στην Ελλάδα

Με την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου ολοκληρώθηκε ένα πρώτος κύκλος της πολιτικής «ταυτότητας» που φιλοτεχνεί, ως εξουσία πλέον, η πρόσφατα εκλεγμένη κυβέρνησή μας.

Η επανάληψη απαρίθμησης όσων έχει κάνει μέσα σ’ ένα μήνα ο νεο-μητσοτακικός νεποτισμός δεν έχει μεγάλη σημασία να γίνει. Περισσότερο κι από την (ανα)απαρίθμηση αυτή μετράει ότι είναι φανερό το κλίμα προβληματισμού σε εκτεταμένα κοινά που υποτίμησαν τις συνέπειες αυτής της πολιτικής εξέλιξης, ανέχτηκαν αυτόν τον νεποτισμό ή και τον υπερψήφισαν (παρ’ ό,τι δείγματα των προθέσεών του ήταν από καιρό σαφή).

Απ’ όσο ανακαλώ στη μνήμη μου, δεν εχω ξαναδεί τόσο σύντομα, τόσο διάχυτη και τόσο μεγάλης έκτασης εκδήλωση αυθόρμητου προβληματισμού για τα έργα μιας κυβέρνησης από σημαντικό μέρος του λαϊκού παράγοντα, ο οποίος με την ψήφο του συνέβαλε στο πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα. Και φυσικά, δεν αναφέρομαι, στις αντιδράσεις από μεριάς όσων εξ αρχής ήταν τοποθετημένοι αρνητικά απέναντι στη Ν.Δ., αλλά σε εκείνους που για τον οποιονδήποτε λόγο λειτούργησαν αμέσως ή εμμέσως υποστηρικτικά στην προοπτική επέλευσής της στην εξουσία και τη διακυβέρνηση της χώρας.

…Αυτά, όμως, θα φανούν στη συνέχεια και καθώς θα κυλάει ο πολιτικός χρόνος. Εδώ και ειδικά για το πανεπιστημιακό άσυλο αξίζει να πουμε μερικά λόγια παραπάνω, σεβόμενοι τον τεράστιο συμβολικό και πρακτικό ρόλο του στην εμβάθυνση της μεταδικτατορικής δημοκρατίας μας.

Και πρέπει να πω ότι βασικό κινητρό μου για όσα θα λεχθούν εδώ είναι το φαινόμενο πολιτικής ανοχής ακόμη και από μέρους προοδευτικών πολιτών, απέναντι στην κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου που επιχειρεί να επιβάλλει η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη. Πολίτες, που επικαλούνται γι’ αυτή τη στάση τους την απαξιωμένη εικόνα των ελληνικών πανεπιστημίων και την ευθύνη της προοδευτικής πολιτικής παράταξης στην Ελλάδα, στην οποία αποδίδεται ότι συνέβαλε στην εν λόγω απαξίωση «μπαχαλοποιώντας» τα πανεπιστήμια.  

Και τούτο, υπό την άποψη ότι την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, ως μείζονος ρύθμισης εγγύησης του πνεύματος ελευθερίας λόγου και έργου που (πρέπει να) κυριαρχεί στα πανεπιστήμια, επέβαλε νομοθετικά η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη με επιχείρημα τον καταχρηστικό τρόπο με τον οποίο το άσυλο εφαρμόζεται στην πράξη.      

Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Τα πανεπιστήμια ως ανώτατη βαθμίδα των οργανωμένων εκπαιδευτικών συστημάτων ανά την υφήλιο συνδέονται αναπόσπαστα με την συλλογική μορφωτική ιστορία των πληθυσμών που εντάσσονται σε συστήματα κρατικής οργάνωσης. Απ’ αυτή τη ματιά, τα πανεπιστήμια, όπως και οι χαμηλότερες εκπαιδευτικές βαθμίδες, συνδέονται αναπόσπαστα με τις παραδόσεις των πληθυσμών, την επιμόρφωση των οποίων έχουν επιφορτιστεί να υπηρετήσουν. Και εδώ όταν λέμε «παραδόσεις» δεν εννοούμε άλλο κάτι από την οργάνωση πρακτικών συλλογικών μεθόδων, διαδικασιών και λειτουργιών, για την ανταπόκριση σε ανάγκες ανθρώπων και την επίλυση προβλημάτων που γεννούν οι κοινωνίες. 

Έτσι, οι παλαιόθεν ολοκληρωμένες αστικοδημοκρατικές κοινωνίες της Δύσης, αρθρωμένες σταθερά γύρω από την ταξική συγκρότηση και τον ιμπεριαλιστικό και αποικιοκρατικό χαρακτήρα τους διαμόρφωσαν δομές πανεπιστημίων, με σκοπό να υπηρετηθεί και να ενισχυθεί η κυριαρχία της αστικής ραχοκοκκαλιάς τους και το εκμεταλλευτικό πρόταγμα των ανά τον κόσμο κτήσεών τους. Δηλαδή, έφτιαξαν πανεπιστήμια προσηλωμένα να υπογραμμίζουν την αστική ηγεμονία στις πολιτικές διαδικασίες στο εσωτερικό των δυτικών χωρών, από τη μία, και τον στόχο διεύρυνσης του εκμεταλλευτικού οφέλους των αποικιών τους, ως διεθνούς πολιτικής στάσης των ίδιων χωρών, από την άλλη. Υπογραμμίζω στο σημείο αυτό την πρόσληψη εδώ του ρόλου της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης πρωτευόντως ως πρακτικού εφοδίου υποστήριξης οικονομικών αναγκών και λειτουργιών και όχι ως μορφωτικού-πολιτισμικού δομικού κοινωνικού στοιχείου.   

Η πανεπιστημιακή παιδεία, σε τέτοιο πλαίσιο, είναι ένα «δικαίωμα για λίγους». Η εικόνα είναι η ίδια στην Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία, τη Γαλλία, τη Βρετανία, την Ολλανδία το Βέλγιο (δηλαδή στον πυρήνα της σημερινής Ε.Ε.), με μιμητική (πολιτισμικά και πρακτικά) αναπαραγωγή του ίδιου μοντέλου και στις Η.Π.Α.. Συνεπώς, η διατηρούμενη ως τις μέρες μας «ταξικότητα» των πανεπιστημίων στις ίδιες χώρες ως τις μέρες μας και η κρατούσα αρχή «σύνδεσης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με την παραγωγή», πρέπει να θεωρούνται απόρροια αυτών των ακαδημαϊκών παραδόσεων, παρά τις μεγάλες κοινωνικές και παραγωγικές μεταβολές που έχουν ακολουθήσει.                      

Αυτή είναι μια γενική, βεβαίως, (αλλά νομίζω πραγματική) περιγραφή της κοινωνικής «ιστορίας των πανεπιστημίων» στη Δύση. Και αυτή η περιγραφή σε καμιά περίπτωση δεν αποσκοπεί να υποτιμήσει τη σημαντική επιστημονική συμβολή των δυτικών πανεπιστημίων στην παγκόσμια συλλογική μορφωτική υπόθεση, πράγμα που άλλωστε προέκυψε χάρις ακριβώς στο πνεύμα ακαδημαϊκής ελευθερίας κατά τη λειτουργία τους.    

Στην Ελλάδα πάλι τα πανεπιστήμια ήρθαν εξ ιδρύσεώς τους ως καίριο βήμα σταδιακής συλλογικής μορφωτικής αναβάθμισης του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού. Συμπεριλαμβανομένης της γενικευμένης απελευθερωτικής παραμέτρου που εκόμισε και ενστάλαξε στη συγκρότηση της μετα-οθωμανικής ελληνικής κοινωνίας η επανάσταση του 1821, ως εξεγερτικό φαινόμενο πληθυσμού που διεκδίκησε και κέρδισε τον λόγο που του αναλογούσε στις εξελίξεις, με όρους ιστορικής «δικαιοσύνης», αλλά -θά ‘λεγα- και ανταπόκρισης σε ηθικές ανάγκες της δυτικής δημοκρατίας.

Πρόκειται δηλαδή για βαθύτατες διαφορές Ελλάδας-Δύσης, οι οποίες επικυρώθηκαν ιστορικά τόσο από την ανυπαρξία αστικής κυριαρχίας σε επίπεδο ταξικής συγκρότησης της Ελλάδας, όσο και από την τελείως διαφορετική πρόσληψη του ρόλου των πανεπιστημίων, ως κρατικών θεσμών που οφείλουν να αποστασιοποιούνται από τις υφιστάμενες εισοδηματικές διαφορές μεταξύ των Ελλήνων (δηλαδή, σε απόσταση από τις οικονομικές λειτουργίες και διαδικασίες), συμβάλλοντας για λόγους αρχής και ολοφάνερης ιδρυτικής προαίρεσης στην ενότητα των πολιτών αυτής της χώρας, αντί στην κατανομή τους σε κοινωνικές ομάδες με αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ τους.

Μάλιστα, τέτοιος ρόλος για τα ελληνικά πανεπιστήμια στη συνείδηση της κοινής γνώμης παρέμεινε περίπου απαράλλαχτος από την απελευθέρωση ως και τη δεκαετία του 1960. Η γνωστή φραση «μάθε παιδί μου γράμματα» είναι η πεντακάθαρη αναγνώριση προτεραιότητας της μορφωτικής αναβάθμισης αντί της σκοπιμότητας εισοδηματικής αναβάθμισης, στη μέση ελληνική στάση για την οργανωμένη παροχή εκπαίδευσης αδαπάνως για όλους τους πολίτες, και φυσικά σ’ αυτήν συμπεριλαμβάνεται και η πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Και το σκηνικό αυτό παρατείνεται χωρίς ουσιαστικές μεταβολές μέχρις ότου ο αστυφιλικός πρώιμος καραμανλισμός και η μεταπολεμική πολιτική σταθερότητα μετά τον εμφύλιο επέτρεψαν την πρόσληψη από μερίδα πολιτών της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ως μέσου εισοδηματικής αναβάθμισης και όχι ως μορφωτικής «επανάστασης» υπέρ των επόμενων γενεών, όπως ήταν ως τότε.

Παρ’ ό,τι από το 1960 έχει περάσει μισός αιώνας και η μεσαία τάξη ενίσχυσε τον ρόλο της (όχι, όμως, υπό συνθήκες αστικοδηματικής ωρίμασης) η συλλογικά προσλαμβανόμενη ως πρωτίστως μορφωτική ταυτότητα των ελληνικών πανεπιστημίων διατηρείται ισχυρή. Επίσης, από το 1990 και μετά και επειδή οι προοδευτικές πολιτικές ιδεολογίες της αριστεράς υπέστησαν σοβαρή ήττα ένεκα της κατάρρευσης του στρατοπέδου του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», η πίεση για πανεπιστήμια συνδεδεμένα με τις οικονομικές διαδικασίες και λειτουργίες, εντάθηκε. 

Η προνομιακή συσχέτιση της αριστεράς και γενικά της προοδευτικής πολιτικής παράταξης με την κατάσταση απολύτης ακαδημαϊκής ελευθερίας στα ελληνικά πανεπιστήμια, λόγω και έργω, αλλά και με τον δημόσιο χαρακτήρα τους, υφ’ όλες τις δυνατές συνέπειες αυτού του «δημόσιου χαρακτήρα», έχει πολιτικά αίτια. Οφείλεται στο ότι με τη δημοκρατική εκτροπή της επταετούς δικτατορίας και τον καταλυτικά πρωτεύοντα ρόλο των πανεπιστημίων στην ανατροπή της, την ώρα που στην πολιτική δεξιά επιρρίπτεται ιστορικά η ευθύνη επέλευσης της χούντας, το ασύλο δεν είναι μια απλή ρύθμιση ακαδημαϊκού περιεχομένου. Αντίθετα, είναι μια ad hoc για τα ελληνικά δεδομένα πρόσθετη «ευκαιρία ελευθερίας», με τεράστια συμβολική και πρακτική σημασία για την ίδια τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Κάτι σαν τελευταία και οριακή εγγύηση διασφάλισης των δημοκρατικών λειτουργιών, ακόμη και ανεξάρτητα από το ρέον πολιτικό σκηνικό, το οποίο άλλωστε το 1967 ήταν εκείνο που (είτε με σχέδιο, είτε εξ αποτρεπτικής ανεπάρκειας) έφερε τους συνταγματάρχες. 

Και, φυσικά, την ίδια ώρα, το πανεπιστημιακό άσυλο σε καμιά περίπτωση δεν είναι μια εθιμική παραχώρηση αυτής της πρόσθετης «ευκαιρίας ελευθερίας» στα πανεπιστήμια, τα ελατήρια παραχώρησης της οποίας ιστορικά έχουν αρθεί και δεν έχει απομείνει παρά η ψυχοπαθολογική εμμονή των αντιδικτατορικών αγωνιστών να την τεκμηριώνει  ως αναγκαία. Δηλαδή, κατ’ εφαρμογή της «δόμνιας» λογικής άτυπης παραγραφής του αντιδημοκρατικού πολιτικού «αδικήματος», που βαραίνει μονόπλευρα την πολιτική δεξιά και ήρθε ο καιρός να καταπέσει.   

Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι δημοκρατικά επιτρεπτό να αρθεί, ιδίως υπό τις ομολογημένες παραταξιακές σκοπιμότητες του νεο-μητσοτακισμού, με οσμή ακροδεξιών προταγμάτων. 

Και αν υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα με την εφαρμογή του πανεπιστημιακού ασύλου στις μέρες μας, η πανεπιστημιακή κοινότητα υπό συνθήκες απόλυτης ακαδημαϊκής -και πολύ περισσότερο πολιτικής- αυτονομίας εξ ιδίων οφείλει να βρει τις λύσεις. Ο,τιδήποτε άλλο και ανεξαρτήτως επικαλουμένων επιχειρημάτων και απ’ οποιαδήποτε πλευρά, δεν συνιστά παρά πράξη δημοκρατικής περιστολής. Ιδίως αν συντρέχουν συμπεριφορές και αναφορές κυβερνώντων (δηλαδή κρατικών εξουσιών) αιτιολόγησης του μέτρου, όπως οι σημερινές.

Το όνειρο του νεοέλληνα μικροαστού το Καποδιστριακό να γίνει βερνικωμένη  μπουαζερί  από καρυδιά (όπως έχει δει σε κάποια τηλεοπτική σειρά), εξέλιξη την οποία εμποδίζει δήθεν το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι ζήτημα δημοκρατίας, αλλά φαινόμενο πολιτισμικού αυτοματισμού, μορφωτικής υποβάθμισης.      

Και για τους λόγους αυτούς δεν συγχωρώ την ελαφρότητα με την οποία πολιτικά προοδευτικοί φίλοι προσχωρούν σε μια στάση αποδοχής της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου, επειδή δήθεν οι μικροπωλητές και τα γκράφιτις συνιστούν αίτια κάμψης της αναγκαιότητας των ακαδημαϊκών ελευθεριών, την ώρα που τα ελληνικά πανεπιστήμια αναγνωρίζονται διεθνώς ως αξιοπρόσεκτοι συμβολείς στην παγκόσμια επιστημονική πρόοδο σε πληθώρα κλάδων.