20 Αυγ. 2019

Ξεκινώντας τον διάλογο για μια νέα, πλατιά, δημοκρατική αριστερά…

Τι ΔΕΝ είναι ο διάλογος

για τη διεύρυνση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Σε μια ουζοκατάνυξη μέχρι πρωίας στη Ραφήνα λίγο πριν τις πρώτες εκλογές του 2015, ειπώθηκαν πολλά για την απογείωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. τη δεκαετία του ’80… Περισσότερο απ’ όλα, όμως, εκείνο που τέθηκε στο τραπέζι ήταν η προσπάθεια ενός εκ των συνδαιτημόνων να αποσπάσει από μένα την πολιτική διεργασία μεταλλαγής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. εκείνης της δεκαετίας από κόμμα κεντρώων πολιτικών παραγόντων σε ριζοσπαστικό κίνημα ευρείας λαϊκής βάσης, την οποία είχα ζήσει από πολύ κοντά. 

Για να τα πάρουμε με τη σειρά, ήμασταν 4 άτομα εκεί. Δεν αναφέρω τα ονόματά τους γιατί δεν γνωρίζω αν το επιθυμούν.  Την πρωτοβουλία της μάζωξης είχε ένας παλιός φίλος και σύντροφος, πρώην μέλος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., που είχε αποχωρήσει από το κόμμα με την κρίση διάσπασης του ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου τη δεκαετία του ’90. Ο ίδιος ήταν στενότατος συνεργάτης επιφανούς κυβερνητικού στελέχους (με χαρτοφυλάκιο) στις μετέπειτα κυβερνήσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλά έκτοτε δεν τον ξανάδα μέχρι και σήμερα. Από την αρχή ξεκαθάρισε στους υπόλοιπους ότι ενδιαφέροταν για το πολιτικό φαινόμενο ριζοσπαστικοποίησης και μαζικοποίησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Οι άλλοι δύο παρόντες φίλοι ήταν ένας συνάδελφος δημοσιογράφος, που έκανε και τις προσκλήσεις για τη μάζωξη κατά προτροπή του πρώτου, και ένας εξαιρετικός σύντροφος κυβερνητικό στέλεχος (όχι υπουργός) στον μεταγενέστερο δεύτερο κυβερνητικό γύρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ..

Από τότε στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (μερίδα στελεχών του για την ακρίβεια) αναζητούσαν οργανωμενα και εξ επιλογής, λοιπόν, το πολιτικό «κλειδί» που ως και σήμερα ψάχνει το κόμμα αυτό. Υπήρχε επίγνωση ότι με τις περιθωριακές αναλύσεις, ιδέες και θέσεις που ως σήμερα σε μεγάλο βαθμό επικαθορίζουν την πολιτική του ταυτότητα, η διαδρομή θα ήταν σύντομη και θα περιοριζόταν σε μια εκλογική εκτίναξη εξ αντιμονιακής οργής, και όχι σε μια συμβολή πολιτικής αλλαγής του μεταδικατορικού κομματικού συστήματος, που κατέρεε λόγω της κρίσης.

Απ’ αυτήν την οπτική, η εκλογική ήττα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πριν ενάμισι μήνα ερμηνεύει εν πολλοίς πολιτικά και τα αίτιά της. Η ανετοιμότητα του κόμματος της αριστεράς να καταστεί συνειδητά κίνημα πολιτικής αλλαγής απερχόμενου και φθαρμένου πολιτικού συστήματος, σε συνδυασμό με τη μεγάλη (αλλά πολιτικά μονοσήμαντη) προσπάθεια των κυβερνητικών στελεχών να δικαιώσουν τη διακυβέρνηση 2015-2019, οριοθετεί και την εμβέλεια του κυβερνητικού εγχειρήματος Τσίπρα.

Είναι αλήθεια, πως η μεγάλη προσπάθεια των κυβερνητικών στελεχών να δικαιώσουν τη διακυβέρνηση 2015-2019 πέτυχε τον σκοπό της. Ανεξαρτήτως της «ρηχής» αντιπολίτευσης Μητσοτάκη-Γεννηματά και τον πολιτικά άγονο αντισυριζισμό (που μόνο με ανανεωμένη εκδοχή του ακροδεξιού ιστορικού αντικομμουνισμού προσομοιάζει, επιβεβαιώνοντας την άγονη ιδεολογική επιστροφή της συντηρητικής παράταξης στο παρελθόν, αφού τίποτα νέο δεν μπορεί να παράγει), η διακυβέρνηση υπό τον Τσίπρα άφησε πίσω της μετρήσιμο, κρίσιμο, πολυεπίπεδο και ανανεωτικό (για την αποστεωμένη δημόσια διοίκηση) θετικό έργο! Μόνο φανατικοί πλέον δεν το διακρίνουν, εγκλωβισμένοι σε αφήγηματα μικροκομματικών πολιτικών ορίων.        

Παρ’ ό,τι, όμως, ευρύτατες λαϊκές δυνάμεις -ριζοσπαστικοποιημένες ή σε φάση  προϊούσας ριζοσπαστικοποίησης- έκαναν το σαφές νεύμα επικρότησης της προσπάθειας (αυτό δείχνει το 32%), ο περιορισμός του πολιτικού λόγου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην «επικοινώνηση» του κυβερνητικού έργου του περιόρισε το εύρος του εγχειρήματος σε κλασσικές αποτιμήσεις των πραγμάτων μιας διακυβέρνησης. Ενώ το ζητουμένο ήταν η συνέχιση της διαδικασίας πολιτικής αλλαγής του απερχόμενου και φθαρμένου πολιτικού συστήματος. Ο ίδιος ο προεκλογικός λόγος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  αυτο-περιορίστηκε σε μια ανταλλαγή διαξιφισμών σχετικά με το αν ήταν καλή ή κακή η κυβέρνησή του, αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα της πολιτικής «συνέχειας» των επιζητούμενων από ευρείες λαϊκές δυνάμεις ανατροπών. Το θέμα δεν ήταν πλέον αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μπορούσε να κυβερνήσει και να κυβερνήσει καλά (αυτά είχαν απαντηθεί θετικά με την έκδηλη γελοιοποίηση της αντιπολιτευτικής ατζέντας Μητσοτάκη-Γεννηματά περί πρόσκρουσης στα «βράχια», που κατέπεσε απολύτως). Αντίθετα, με δεδομένη την ικανότητα διακυβέρνησης από μεριάς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. , το θέμα ήταν «ποιοι είναι οι επόμενοι πολιτικοί στόχοι» για την εμπέδωση και επέκταση της διαδικασίας αλλαγών, οι οποίες άναρχα, εν πολλοίς με αυθορμητισμό και χωρίς προγραμματική τεκμηρίωση είχαν ξεκινήσει το 2015. Επ’ αυτών, παγερή πολιτική σιωπή!

Η εξάντληση αυτού του σημείου στον προγραμματικό προεκλογικό λόγο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε  μια -αναγκαία κατά τα άλλα- υπόσχεση συνέχισης των κινήσεων εισοδηματικής αποκατάστασης των ασθενέστερων, ήταν πολιτικά άγονη (ως αυτονόητη εξέλιξη), και ταυτόχρονα εκγκλώβισε το κόμμα σε μια συζήτηση  για τη «διακυβέρνηση», όταν η κρίσιμη προστειθέμενη πολιτική αξία του κόμματος δεν ήταν (όπως εξήγησα) η ικανότητα διακυβέρνησης αλλά το σχέδιο συνέχισης των πολιτικών ανατροπών. Κι ακόμη, ο εγκλωβισμός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε τέτοια ατζέντα, είχε δύο πρόσθετες κακές συνέπειες: α. έκανε την πολιτική ταυτότητα του κόμματος να φαίνεται ως εξαρτησιακά  συναρτώμενη με την κυβερνητική του πολιτική υπόσταση (ενοχλώντας προοδευτικούς πολίτες) και β. έκανε τη μνημονιακή πολιτική να εμφανίζεται ως μέρος της ιδεολογικοπολιτικής παραταξιακής του οντότητας, ενώ δεν ήταν.              

Δηλαδή, ο σκοπός διεύρυνσης της πολιτικής ατζέντας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με προγραμματικές αναφορές συνέχισης των αλλαγών στο σώμα της μετα-μεταπολιτευτικής Ελλάδας, που πρωτίστως όφειλε να καταρτίσει και να διακινήσει η κομματική μηχανή, απέτυχε παταγωδώς (ουδέ καν επιχειρήθηκε κάτι σ’ αυτό πεδίο)  καθ’ όλην την περίοδο μετά την έξοδο από το μνημόνιο, με το κόμμα να αποτυγχάνει απολύτως στον δικό του ρόλο. Σε τέτοιο πλαίσιο, απολέστηκαν προοδευτικές δυνάμεις, είτε προς την «απελπισμένη αλλά συνεπή» ψήφο στον Βαρουφάκη και την παραδοσιακή αριστερά, είτε προς την αποχή (δηλαδή τη στάση επιφύλαξης, αφού τίποτα πολιτικά προγραμματικό δεν προσφέρθηκε από τον Τσίπρα για τα επόμενα).

Θα ήταν αυτές οι απώλειες που εντοπίζω εδώ αρκετές για να κερδίσει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τις εκλογές της 7ης Ιουλίου; Δεν το γνωρίζω ούτε και παρελθοντολογώ! Είτε έτσι είτε αλλιώς, όμως, το 32% αποδεικνύει ότι ήταν υπό προϋποθέσεις επιτεύξιμος στόχος.

(Σημ.: Σε μια συγκέντρωση που είχαμε στη «Γέφυρα» μετα τις ευρωεκλογές και εν αναμονή της κάλπης των γενικών εκλογών, ήμουν ο μόνος που υποστήριξα ότι το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών ήταν αντιστρέψιμο. Από τις αντιδράσεις των συντρόφων μου κατενόησα ότι δεν ήμουν απλά ο μόνος που το είπε αλλά ήμουν ο μόνος που και το πίστευε. Η αναφορά μου σ’ εκείνη τη συγκέντρωση της «Γέφυρας» στη μεγάλη «ψήφο διάχυσης» στις ευρωεκλογές, στην οποία πρότεινα ότι θα πρέπει να στοχεύσει  ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τις βουλευτικές εκλογές, δεν έγινε κατανοητή. Διεπίστωσα (εκ των υστέρων, με ωριμότερες σκέψεις) ότι εκείνο το σώμα  ψηφοφόρων της αποχής στις ευρωεκλογές, το οποίο εγώ ερμήνευα ως προϊόν πολιτικής αποστασιοποίησης προοδευτικών κοινών από τον κυβερνητισμό και την προγραμματική σιγή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τη μεταμνημονιακή περίοδο, από τους άλλους συντρόφους μου ερμηνευόταν (αυτή ήταν τότε η προσέγγιση του συρμού) ως εκδήλωση «υποστηρικτικής κόπωσης» πολιτών που «προτίμησαν να πάνε για μπάνιο» αντί να πάνε ψηφίσουν Τσίπρα. Στην ίδια συγκέντρωση, προς τους συντρόφους που συνέβαλαν στην κατάρτιση και συγγραφή του κυβερνητικού προγράμματος για τις βουλευτικές εκλογές, είχα προτείνει να δώσουν έμφαση ακριβώς στον μεσοπρόθεσμο προγραμματικό εξωκυβερνητικό λόγο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αντί για μια προεκλογική αντιπρόταση στη διακυβέρνηση της Ν.Δ. και του Μητσοτάκη. Ούτε αυτό συνέβη!)       

Σήμερα, που μετεκλογικά ανοίγει ξανά ο διάλογος για τη συνέχεια, με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. απεγκωλβισμένο από τον προγραμματικό του «μονόλογο περί διακυβέρνησης», είναι ευκαιρία να λεχθούν αυτά από νωρίς. Παρά τις πιο πάνω αναφορές μου, πρέπει να πω πως διαφωνώ απολύτως με τις παρεμβάσεις που ήδη έχουν γίνει στο άνοιγμα αυτού του νέου γύρου διαλόγου για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως κεντρικού πόλου του ελληνικού προοδευτικού και αριστερού κινήματος, με στόχο την επίρριψη όλης της ευθύνης για την ήττα στην κομματική «μηχανή».       

Πρέπει  να πω πως διαφωνώ ακόμη και με τη συζήτηση περί των ευθυνών για την ήττα! Από τις πρώτες αναφορές διαπιστώνω ότι τέτοια συζήτηση και με ατζέντα την «ευθυνολογία» για την ήττα να επιρρίπτεται στην «κομματική μηχανή», δήθεν ως προϋπόθεσης για να συνεχιστεί ο διάλογος παρακάτω, είναι γεμάτος από σκοπιμότητες μικρές. Οι επιθέσεις κατά προσώπων και του κομματικού μηχανισμού, επ’ ευκαιρία αυτού του διαλόγου, με ανησυχούν, ως προς τις προθέσεις τους, παρ’ ό,τι γίνονται στο όνομα της ηγετικής υπογράμμισης του Τσίπρα.       

Μα, η ηγετική παρουσία του Τσίπρα είναι αυτονόητη! Το άνοιγμα τεχνηέντως μιας συζήτησης περί της δήθεν προβληματικής στην κομματική βάση για την ηγεσία Τσίπρα, και επί ανύπαρκτης βάσης τίθεται (καμιά εδραία αμφισβήτηση του Τσίπρα δεν υπάρχει στις οργανώσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)  και αποπροσανατολίζει τη συζήτηση από το πραγματικό της περιεχόμενο, που δεν είναι άλλο από τον μεσοπρόθεσμο προγραμματικό λόγο του κόμματος για τις αναγκαίες συστημικές ανατροπές. Ένα νέο σώμα επίδοξων «ηρακλέων του στέμματος» (του Τσίπρα), με φιλοδοξία να εκτοπίσει την κομματική νομενκαλτούρα, κρύβεται ενδεχομένως πισω απ’ αυτόν τον αποπροσανατολισμό.

Από την άλλη, είναι αληθές ότι η διείσδυση συντηρητικών σοσιαλδημοκρατικών απόψεων στο διευρυντικό εγχείρημα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. γεννά τον κίνδυνο υιοθέτησης μιας λογικής «πολιτικής τεχοκρατίας», που μεταφέρουν στο πολιτικό DNA τους πρώην πασόκοι (ακόμη και της «ριζοσπαστικής περιόδου» του Κινήματος). Είναι σαν να μπαίνουν αυτόκλητα στο παιγνίδι διεκδίκησης εσωκομματικής εξουσίας, διαβλέποντας ένα κυβερνητικό come back του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δυνάμεις χωρίς την αναγκαία δυναμική ανατροπών, που χρειάζεται η χώρα και αυτή η παράταξη. Αν τυχόν το διευρυντικό εγχείρημα στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. περιοριστεί στο «μοίρασμα εξουσίας» ενδοπαραταξιακά, θα υποτιμούνταν και τα αυθορμήτως ενεργοποιημένα κίνητρα των κοινών που ήρθαν στον ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και εντεύθεν.  Κοινά, που δεν ήρθαν για να διεκδικήσουν μέρισμα πολιτικής εξουσίας, αλλά για να διεκδικήσουν μέρισμα ρόλου εγγυοδοσίας για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας, την οποία η ΕΕ και η εγχώρια πολιτική συντήρηση έπληξε με τη μνημονιακή επιλογή, ως μεθόδου χειρισμού της κρίσης χρέους και των νομισματοπιστωτικών συνεπειών της. 

Έτσι, η πολιτική επιτυχία του διευρυντικού εγχειρήματος δεν είναι η ενσωμάτωση πεποιθήσεων που εντάχθηκαν στα πολιτικά κοινά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Αντίθετα, είναι να μπορέσει το κόμμα να καταστεί καταλύτης ριζοσπαστικοποίησης και προσανατολισμού των ενεργοποιημένων από την κρίση μαζών σε κινηματική πολιτική βάση, ώστε να ανακοπεί ο νεο-μητσοτακισμός, να καταστεί η διακυβέρνησή του ένα «δεξιό πολιτικό διάλειμμα» και να επιστρέψει η χώρα σε τροχιά προοδευτικής ανασυγκρότησης υπό ανατρεπτικές αλλαγές, ακριβώς όπως ξεκίνησε η προσπάθεια την περίοδο 2015-2019.