25 Αυγ. 2019

Τα αίτια της μεγαλύτερης στην ιστορία οικολογικής καταστροφής από ανθρώπινα έργα

O Αμαζόνιος και ο καπιταλισμός

Στην Ασία το στοιχείο που κυριαρχεί είναι ο άνθρωπος. Στην Αμερική είναι η φύση - Κλοντ Λεβι-Στρος

Η νέα επιδρομή της υποκινούμενης από τον τραμπισμό ακροδεξιάς επέμβασης στη Λατινική Αμερική, σήμερα, ως πρώτο θύμα της δεν επιλέγει μόνον τους πολίτες αλλά και το περιβάλλον. Δηλαδή, τις δύο εναπομένουσες αυτο-αναπαραγόμενες πηγές πλούτου στον πλανήτη: τους ανθρώπους και το φυσικό περιβάλλον. Όλα τα υπόλοιπα παραγωγικά στοιχεία στη Γη μας, τα κατέφαγε (ή, στην καλύτερη περίπτωση, τα έχει οδηγήσει σε οριακή κατάσταση αποθεμάτων τους) η αδηφάγα κερδοσκοπία της παγκοσμιοποίησης.

Ο παραλληλισμός με τις δεκαετίες 1950-1960, όταν εκδηλώθηκε το πρώτο κύμα αμερικανικών πολιτικών επεμβάσεων στη Λατινική Αμερική, αποδεικνύει ότι η διαφορά με το σήμερα είναι πως τότε τα θύματα του ανερχόμενου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καπιταλισμού περιορίζονταν μόνο στους τοπικούς πληθυσμούς, τους οποίους καταδίκασε σε φτώχεια και εξαθλίωση.  Σήμερα, η βλάβη είναι πανανθρώπινη!

Αποτελεί ιστορικό κόλαφο (αλλά και επαρκέστατο πολιτικό αποδεικτικό στοιχείο των μακροχρόνιων αποτελεσμάτων του κερδοσκοπικού καπιταλιστικού αυτοσκοπού), ότι ενώ όλες οι υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη από το τέλος του μεγάλου πολέμου αναπτύχθηκαν με σχετικά γρήγορα βήματα, οι περισσότερες χώρες της λατινικής Αμερικής (και υπό άκαμπτες νεο-αποικιοκρατικές οικονομικές πρακτικές, δηλαδή εκεί όπου δοκιμάστηκε για πρώτη φορά το μοντέλο του νεο-φιλελευθερισμού) παρέμειναν περίπου στάσιμες ως τη δεκαετία του 1980. Τότε η χρεοκοπία των δικτατορικών μοντέλων πολιτικού ελέγχου της ηπείρου και η αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών σε κάποιο βαθμό επέτρεψαν τον εκδημοκρατισμό των «λατινικών» οικονομιών και την επιτάχυνση της ανάπτυξης με έναν ιδιότυπο κεϊνσιανισμό, με δικαιότερη κατανομή του πλούτου, που είχε σαν αποτέλεσμα την ενίσχυση της μεσαίας τάξης.

Πολλοί  συντηρητικοί οικονομολόγοι αποδίδουν αυτή τη διαφορά αναπτυξιακών φάσεων μεταξύ λατινικής Αμερικής και Ασίας-Αφρικής, δηλαδή στον λεγόμενο «τρίτο κόσμο», μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε οικονομικούς και όχι πολιτικούς λόγους. Οι οικονομολόγοι αυτοί αποδίδουν την αναπτυξιακή καθυστέρηση στη λατινική Αμερική στο γεγονός ότι η περιοχή δεν υπήρξε θέατρο των καταστροφών του πολέμου και έτσι δεν διέθετε το ανοικοδομητικό μέσο των υποδομών ως ατμομηχανή της ανάπτυξης, όπως έγινε στην Ευρώπη.

Όμως, ανοικοδομητικός οργασμός δεν έλαβε χώρα ούτε στις ασιατικές (με εξαίρεση την  Ιαπωνία) και αφρικανικές χώρες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επίσης, ούτε στις Η.Π.Α. έγινε ανοικοδόμηση στην κλίμακα υποδομών που έγινε στην Ευρώπη και εκεί περιορίστηκε σε ανοικοδόμηση ιδιωτικών κατοικιών λόγω αύξησης του πλούτου στη μεσαία τάξη λόγω της ραγδαίας ανάπτυξη. Τέλος, η «μη πολιτική» εξήγηση της αναπτυξιακής καθυστέρησης στη λατινική Αμερική μεταπολεμικά, εμμένει ότι η «πίσω αυλή» της νέας μητρόπολης του  καπιταλισμού, δηλαδή των Η.Π.Α., οφείλεται στον κατά βάση αγροτικό χαρακτήρα των λατινοαμερικάνικων οικονομιών.

Έτσι, θα αρκούσε κανένας να προσφύγει στην πολιτική παρατήρηση ότι με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου περίπου τελειώνει η ιστορία της παλιάς αποικιοκρατίας στην Ασία και την Αφρική, την ίδια ώρα που με τις στρατιωτικές χούντες στη λατινική Αμερική εμπεδώνεται η νεοαποικιοκρατία, για να ερμηνευτεί πλήρως (πάντα υπό τη γενικότητα καταγραφής των εξελίξεων πλανητικής κλίμακας) η αναπτυξιακή καθυστέρηση στο ισπανόφωνο τμήμα της Αμερικής, ενώ στον υπόλοιπο τρίτο κόσμο αρχίζει μια αναπτυξιακή βελτίωση.    

Η σημερινή εικόνα της φλεγόμενης Αμαζονίας προφανέστατα δεν είναι απόρροια της Κλιματικής Αλλαγής, αλλά προϊόν άμεσων πολιτικών επιλογών. Η Κλιματική Αλλαγή δεν ευθύνεται εκεί (όπως συμβαίνει στο οικολογικά πιεζόμενο μέχρις δραματικών ορίων βόρειο ημισφαίριο), διότι εκεί δεν έχουν θέρος. Παράλληλα, η αλληλουχία πολιτικών γεγονότων που έδωσαν την εξουσία σ’ έναν ακροδεξιό θαυμαστή των λατινομερικάνικων δικτατοριών και η επί των ημερών της ακροδεξιάς διακυβέρνησής του ανοιχτή πολιτική διαμάχη για την εκμετάλλευση των τροπικών δασών πριν ακόμη ξεσπάσουν οι πυρκαγιές, δεν μπορεί να αποδοθεί σε σύμπτωση. Ιδίως, αν αυτά συνδυαστούν  με την αδιαφορία με την οποία ο Μπολσονάρου επί 20ήμερο αφήνει χωρίς καμιά κυβερνητική αντίδραση τις πυρκαγιές να επιτελούν ανενόχλητες τη μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή στην ιστορία της Γης.

Σύμφωνα με κάποιες ενδιαφέρουσες απόψεις σημαντικών σύγχρονων διανοουμένων (αν και μελλοντολογικού, περισσότερο, παρά πρακτικού, περιεχομένου), ο πλανήτης μας έχει εισέλθει στη «ανθρωπόκαινο» περίοδο. Δηλαδή, την εποχή όπου οι ανθρώπινες δραστηριότητες αφήνουν ανεξάλειπτα ίχνη πάνω στη Γη, επικαθορίζοντας τις περιβαλλοντικές εξελίξεις.

Δεν ξέρω αν είναι έτσι. Αλλά και δεν σκοπεύω να περιμένω την απόδειξη ότι είναι έτσι! Η ανάγκη αντιστροφής αυτής της αυτο-καταστροφικής πορείας του ανθρώπου δεν μπορεί να περιμένει ως τότε και είναι απολύτως επείγουσα.

Η ανακοπή, σε πρώτη φάση, και η αντιστροφή, στη συνέχεια, της καταστροφής αυτής, έχω την εντύπωση ότι περνάει μέσα από δύο πεδία δράσεων:  α. την προσφυγή στον συλλογικό ανθρώπινο πολιτισμό, ως μόνης παρακαταθήκης αξιών και στον αντίποδα της καπιταλιστικής εκμεταλλευτικής «μηχανής», που αλέθει ανεξέλεγκτα το κοινό μέλλον μας, και β. την κυριαρχία της σοσιαλιστικής ιδεολογίας και πρακτικής στις ανά την υφήλιο πολιτικές διαδικασίες.

Αυτό ίσως είναι το σημερινό αποτύπωμα της ιστορικής καστοριαδικής ρήσης: Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;