4 Σεπ. 2019

Ζητούμενη η πολιτική βάση της συνέχειας Τσίπρα

Αντιπολίτευση ή Διεύρυνση;

Παρακολουθώ με προσοχή τη συζήτηση σχετικά τη διεύρυνση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Θεωρώ πως εκτός από τους υποστηρικτές του αφορά και σε ένα μεγάλο κομμάτι πολιτών, που αντιλαμβάνονται ότι κόμμα με άμεση επιρροή στο 1/3 των πολιτών της χώρας  συγκαταλέγεται αυτονόητα στην πολιτική ατζέντα της εποχής.

Είναι, όμως, μια συζήτηση που μαγνητίζει και διεθνές ενδιαφέρον. Για δύο λόγους: α. Διότι το 32% που έλαβε το κόμμα στις πρόσφατες εκλογές είναι σε πανευρωπαϊκή κλίμακα ποσοστό που δεν περνάει απαρατήρητο, ιδίως σε συνέχεια της αντιλαϊκής οικονομικής πολιτικής του όταν κυβερνούσε, και β. διότι ως κόμμα της αριστεράς αποτελεί εκ των πραγμάτων ένα μοναδικό πείραμα στο εσωτερικό της Ε.Ε., στην ίδια την ιστορία της, σχετικά με τις πολιτικές αλλαγές επ’ αριστερά, που εξ αιτίας της 10ετούς κρίσης λαμβάνουν χώρα στην ήπειρο και διαπερνούν τις κοινωνικές εξελίξεις.

Φυσικά, ένα «πείραμα» εξ ορισμού δεν εγγυάται την επιβεβαίωση εκείνου που φιλοδοξεί να αποδείξει. Άλλωστε, ο πειραματισμός την αντίκρουση της απροσδιοριστίας σ’ ένα διερευνώμενο πεδίο επιχειρεί να περιορίσει. Το πολιτικό πείραμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δηλαδή, σε καμιά περίπτωση δεν εγγυάται την επιτυχία του. Ουδέ καν ένα υψηλό εκλογικό ποσοστό και μια εμπεδωμένη επιρροή (κατά πάσα πιθανότητα ευρύτερη της λαϊκής ψήφου) δεν την εγγυώνται.  Όλ’ αυτά είναι η βάση, επί της οποίας θα αποδειχτεί από τις εξελίξεις που έπονται η «ιστορικότητα» της περίπτωσης ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ή μη. Θα διαφανεί, δηλαδή, εάν το 2015-2019 ήταν μια έκρηξη οργής των ταλαιπωρημένων από την κρίση και τα αποτυχημένα μέτρα χειρισμού της Ελλήνων και ως εκεί, ή ένα καίριο βήμα ουσιώδους αλλαγής των μεταδικτατορικών πολιτικών πραγμάτων.

Βλέποντας ό,τι έχει τεθεί ως τώρα  στο τραπέζι στη συζήτηση για τη διεύρυνση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. διαπιστώνω ότι η πολιτική βάση της παραμένει ασαφής, άχρωμη και με ελάχιστες αναφορές (τις περισσότερες, μάλιστα, «νευρικού» τύπου) σε καίριες ιδεολογικές και κοινωνικές διαφορές με τον κομματικό ανταγωνισμό από μεριάς της Ν.Δ.. Νομίζω πως λυδία λίθος της αδυναμίας αυτής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι η αφροσύνη (ή η άστοχη επιλογή) να μην έχει καταστεί ευκρινές τί κατισχύει στο επερχόμενο πολιτικό «έργο» του κόμματος. Θα είναι από ‘δω και πέρα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ένα κόμμα που θεσμικά και ιδεολογικοπολιτικά θα ασκεί κατά προτεραιότητα αντιπολίτευση; Ή θα είναι μια παράταξη σε διαδικασία διεύρυνσης;

Ακούω ήδη στ’ αυτιά μου τις οιμωγές κομματικών παραγόντων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και δυνάμει συνοδοιπόρων τους, ότι το δίλημμα που θέτω είναι ψευδές και προσχηματικό, απόρροια μιας αποστασιοποίησής μου από τη θετική αύρα του διευρυντικού προτάγματος. Αντιπολίτευση και διεύρυνση, λένε αυτές οι οιμωγές, είναι αυτονόητες παράλληλες προτεραιότητες για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Γνώμη μου είναι πως τέτοιος ξορκισμός ενός υπαρκτού πολιτικού διλήμματος είναι λάθος αντίδραση -αν δεν είναι ενοχικές υπεκφυγές της επ’ αυτού ανεπάρκειας του κόμματος και της ηγεσίας του. Το κόμμα, ως «μηχανή» παραγωγής πολιτικής, και οι προτεραιότητές του αυτονόητα είναι το κέντρο των διεργασιών που θα ορίσουν τη συνέχεια. Όμως, ένα κόμμα, ακόμη και το καλύτερα οργανωμένο και με σχετικά σταθερή ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση, δεν αρκεί για να διαθέτει πολιτικό λόγο του εύρους  μιας παράταξης με μεγάλη επιρροή στους πολίτες. (Η ιστορική αποτυχία του Κ.Κ.Ε. να διευρύνει την αναφορά του στο κομματικό σκηνικό και η παγίωση του περιθωριακού ρόλου του ως εγγενούς πλέον στοιχείου της ταυτότητάς του, παρά τις πολιτικές σταθερές που το διαπερνούν, το αποδεικνύουν!) Μεγάλη παράταξη με τους πολίτες θεατές (πολύ περισσότερο χωρίς τους πολίτες) δεν είναι νοητή! Εκτός κι αν είναι πολιτική παράταξη της συντήρησης.

Αντίθετα, ιδίως εάν η διευρυντική προσπάθεια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εξ επιλογής αποσκοπεί  προσδώσει  κινηματικό χαρακτήρα στο εγχείρημα (υπό την οπτική ότι η προσέλκυση ριζοσπαστικοποιημένων ή σε φάση προϊούσας ριζοσπαστικοποίησης και ένεκα της κρίσης πολιτών είναι ο πυρήνας μιας διακηρυκτικά αριστερής και αρκούντως ανατρεπτικής προαίρεσης της νέας παράταξης, όπως εγώ υποστηρίζω μετ’ επιτάσεως), πρώτα θα πρέπει να απαντηθεί εάν προτεραιότητα θα είναι ο αντιπολιτευτικός σκοπός (και ποιός θα είναι αυτός) και αν θα έπονται οι εγγραφές νέων μελών και τα πανηγυρικά συνέδρια των «περισσότερων απ’ όσους ήμαστε ως σήμερα».

Με τέτοιες ασάφειες στο σημείο αυτό διαβλέπω επίσης ένα σοβαρό κίνδυνο (αν και λόγω της θερινής ραστώνης δικαιολογείται μια χαλαρή ως τώρα αντιπολίτευση -γι’ αυτό και παρέχεται μικρή πίστωση χρόνου…): Η αντιπολίτευση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να μεταπέσει, από κεντρικό σημείο οριοθέτησης της διαφοράς του κόμματος από το κυβερνών, σε μια «αντιπολιτευτική μηχανική» των σκιωδών αντιπαραθέσεων. Δηλαδή, αντί να παράγεται και να διατίθεται σταθερά στο υπό ενεργοποίηση ριζοσπαστικοποιημένο σώμα της ελληνικής προοδευτικής παράταξης μια αριστερή εναλλακτική συνολική πρόταση πολιτικής, να εξαντλείται η αντιπολίτευση στην κοινοβουλευτική τεχνική διαξιφισμών, χωρίς σοβαρό πολιτικό αποτέλεσμα, μεταξύ των μελών της εκατέρωθεν πολιτικά τεχνοκρατικής κομματικής νομενκλατούρας.   

Η άσκηση αντιπολίτευσης και η εκπροσώπηση πληττόμενων από τη σημερινή διακυβέρνηση κοινών, θα φέρει τον κόσμο στη διευρυντική προσπάθεια. Δεν θα τον φέρουν τα διευρυμένα ωράρια τον κομματικών γραφείων για να γίνονται νέες εγγραφές!

Η ψευδαίσθηση ότι ο Χαρίτσης, ο Τζανακόπουλος και η Αχτσιόγλου αρκεί να αντιπαρατίθενται στους υπουργούς του Κυριάκου Μητσοτάκη με ομιλίες και ανακοινώσεις για να ασκείται αντιπολίτευση προσέλκυσης κοινών -και δη και με χαρακτήρα κινηματικής προγραμματικής ενεργοποίησης ανατροπών- καλό είναι να τελειώσει με την επέλευση του φθινοπώρου.

Εκτός από την δομική αντίκρουση της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής, που οφείλει να σκιαγραφεί με σαφήνεια όχι μόνον τον στόχο αποπομπής της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής αλλά ταυτόχρονα να ορίζει και από τί θα αντικατασταθεί ο νεο-μητσοτακισμός, πρέπει να εκπέμπεται καθαρό πολιτικό προσκλητήριο ανατροπής. Και με τη σημερινή εικόνα φυσικά δεν εκπέμπεται.  Αντίθετα, η κυρίως εικόνα είναι η διαιώνιση μιας τρέχουσας  αντιπαράθεσης, το περιεχόμενο της οποίας μοιάζει πολύ με την εικόνα της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Είναι μια αντιπολιτευτική στάση, πάντως, που περισσότερο προσιδιάζει σε υπηρέτηση μιας ατζέντας με κεντρικό το ερώτημα «ποιός θα υπηρετούσε καλύτερα την ίδια πολιτική, η Ν.Δ. ή ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.», ενώ το ζητούμενο είναι «με ποιά πολιτική» πρέπει να αλλάξουμε τη σημερινή.

Τη ρητή προτεραιότητα για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην άσκηση της αντιπολίτευσης έχω την εντύπωση ότι επιβάλλει και η ίδια η σημερινή κυβερνητική πολιτική! Διότι, φυσικά, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλά με μια κακή διακυβέρνηση. Έχουμε να κάνουμε με μια κυβέρνηση ταχύρρυθμης «επιστροφής στο παρελθόν» και σ’ όλα τα κακά που έφεραν την κρίση και προκάλεσαν την καταστροφή μας. Από τον πρωτοφανή νεποτισμό μέχρι την ανοιχτή εκτροπή σε πρόδηλες αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις. Και από την άρση της προτεραιότητας αποκατάστασης της εισοδηματικής κατάστασης των ασθενέστερων (ως μέρος της προσπάθειας ενδυνάμωσης του δημοκρατικού πολιτεύματος), έως τα ρουσφέτια πολυτελείας υπέρ των ισχυρών στο Ελληνικό και αλλού. Κι ακόμη, από τις καθ’ όλα απαράδεκτες αναφορές Μητσοτάκη περί «δανεισμού» των γλυπτών του Παρθενώνα, που παραχωρούν εσαεί στη Βρετανία την κυριότητα απαράγραπτων ελληνικών πνευματικών και ιστορικών δικαιωμάτων, μέχρι την κρισιμότατη για τα εθνικά συμφέροντα υποτιμητική διαχείριση της υπόθεσης ηγεσίας της ΕΥΠ, ως «θέμα κομματικών ημετέρων».     

Για τον λόγο αυτόν η πολύ σοβαρή υπόθεση της άσκησης αντιπολίτευσης από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν μπορεί να εξαντλείται σε ανακοινώσεις και ομιλίες στη Βουλή, αλλά επεκτείνεται σε ενεργοποίηση κινημάτων οργανωμένης αντίδρασης πληττόμενων κοινών από τις επί μέρους κυβερνητικές πολιτικές αλλά και στη γενική εικόνα. Αν -αντί γι’ αυτά- αρκείται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε τρέχουσα αντιπολίτευση, αντί να ενεργοποιεί ριζοσπαστικοποιημένα κοινά, θα τα περιορίσει σε ασήμαντους πολιτικούς ρόλους και θα τα μετατρέψει σε «κομματικές αποσκευές», όταν η κινηματική πολιτική υπόστασή τους τα καθιστά πυρήνα προαγωγής των αναγκαίων ανατροπών και αλλαγών.           

Μ’άλλα λόγια, η αντιπολίτευση που οφείλει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στους πολίτες (και όχι στους υποστηρικτές του) είναι η άρση παγίωσης σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης της πλασματικής εντύπωσης ότι οι πρακτικές δημοκρατικών εκτροπών σε πληθώρα πεδίων πολιτικής ασκούνται από τον Μητσοτάκη δήθεν «δικαιωματικά», στο πλαίσιο της γενικής εντολής που του έδωσε η πρόσφατη κάλπη! Ορίζεται έτσι το περιεχόμενο ενός νέου ανένδοτου αγώνα, ως το πλαίσιο πολιτικής εκπροσώπησης συγκλινόντων δημοκρατικών, ταξικών και πολιτισμικών στοιχείων, που θα καταστούν και οι ορίζουσες της χώρας για τη συνέχεια.

Και για να το ξεκαθαρίζουμε: Δεν θα τις θέσει αυτές τις ορίζουσες το κόμμα, διευρυμένο ή όχι! Τις ορίζουσες θα τις θέσουν οι ίδιοι οι πολίτες μέσω -και με την ευκαιρία- της κινηματικής ενεργοποίησής τους σε φορέα ανατροπής. Το κόμμα θα περιοριστεί να ανοίξει τη ζήτηση και με πολιτικό «όχημα» αυτόν τον νέο ανένδοτο αγώνα, θα δεσμευτεί να εκπροσωπήσει τα προτάγματά του χωρίς μικροκομματικές «αρπαχτές» και να γίνει καταλύτης των εξελίξεων.  

Αν -αντί γι’ αυτό- ως κεντρικό σημείο στη μετεκλογική ταυτότητα και την ατζέντα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επικρατήσει ο διευρυντικός μονόλογος και μόνον, όπως κινδυνεύει να συμβεί, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα έχει περισσότερο παρά ποτέ καταστεί συστημικό «εργαλείο». Δηλαδή θα στηρίζει την πολιτική που το ίδιο διατείνεται ότι επιθυμεί να ανατρέψει. Και τούτο θα επικαθορίσει καταλυτικά και την πολιτική ταυτότητα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όσο περισσότερα μέλη κι αν εγγράψει και όσο κι αν αριθμητικά διευρυνθεί η παράταξη. Θα είναι πια ένας πολυαριθμότερος, ίσως, αλλά αναμφίβολα ταυτόχρονα και ένας συντηρητικότερος πολιτικός οργανισμός.