13 Οκτ. 2019

Το τίμημα των μακροχρόνια λανθασμένων επιλογών στη Μέση Ανατολή

Τουρκία ή Συρία;

- Το μεγάλο δίλημμα της Ευρώπης

Η αδυναμία της Ευρώπης να πετύχει καταδίκη της τουρκικής εισβολής στη Συρία με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., λόγω του βέτο που έθεσαν Η.Π.Α. και Ρωσία, σηματοδοτεί την εντυπωσιακή υποτίμηση του διεθνούς λόγου της γηραιάς ηπείρου. Η από κοινού πρωτοβουλία που ανέλαβαν οι ευρωπαϊκές χώρες, μόνιμα και μη μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, απορρίφτηκε ύστερα από το βέτο που έθεσαν από κοινού τόσο οι Η.Π.Α. όσο και η Ρωσία, με διαφορετική φυσικά επιχειρηματολογία εκάστη εκ των δύο αυτών χωρών.

Βεβαίως, δεν είναι αυτή καθ’ αυτή η απόρριψη του εξαιρετικά ισορροπημένου  ευρωπαϊκού ψηφίσματος που θέτει επί τάπητος την ραγδαία συρρικνούμενη βαρύτητα του διεθνούς λόγου της Ε.Ε.. Αντίθετα, η αλληλο-εξουδετέρωση  Η.Π.Α. και Ρωσίας στον ανταγωνισμό μεταξύ των δύο αυτών χωρών, που θα μπορούσε κανένας να πει ότι είναι φυσική συνέχεια και συνέπεια παθογενειών της εποχής του Ψυχρού Πολέμου,  συνηθέστατα οδηγεί το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. σε ανάλογες άγονες «αφωνίες» επί μεγάλων διεθνών ζητημάτων, με τη μία από τις δύο αυτές χώρες να θέτει βέτο σε ψηφίσματα που εισηγείται η άλλη.

Εδώ, όμως, το πρόβλημα είναι άλλο και πολύ μεγαλύτερο! Και έγκειται στο ότι η δυτική Ευρώπη και ανεξαρτήτως γεωπολιτικής ισχύος, που από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά διαρκώς μειώνεται, φαίνεται να χάνει και τον ρυθμιστικό και καίρια διαμεσολαβητικό ρόλο της, σε υποθέσεις παγκόσμιας σημασίας, ακόμη και όταν τα πράγματα εξελίσσονται πολύ άσχημα.

Το κοινό βέτο Η.Π.Α.-Ρωσίας δεν υπήρξε τόσο αποτέλεσμα μιας ουσιαστικής διαφωνίας τους στο κείμενο του ευρωπαϊκού ψηφίσματος, αλλά περισσότερο μήνυμα προς την Ε.Ε. ότι δεν μπορεί να έχει κανέναν λόγο στις εξελίξεις στη Συρία από ‘δω και πέρα. Παρ’ ό,τι, μάλιστα, η θέση περί ανακοπής της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στη Συρία είναι περίπου επί της ουσίας κοινή σ’ όλες τις χώρες του δυτικού συνασπισμού αλλά και στη Μόσχα, με την απόρριψη του ευρωπαϊκού ψηφίσματος γίνεται πλέον ή σαφές ότι το συριακό ζήτημα δεν μπορεί πλέον μετά από τόσα χρόνια πολέμου και μετά από διεθνοποίησή του -που διπλωματικά τουλάχιστον διαμορφώνεται ως παγκόσμιο ζήτημα- να τύχει διαχείρισης μέσω των επί μέρους πτυχών του, αλλά απαιτείται διευθέτησή του με πολύ ευρύτερες θεάσεις των συνεπειών του, απ’ ό,τι σαν μια τουρκο-κουρδική διαφορά, με παρεμπίπτοντα αμερικανο-ρωσικά ενδιαφέροντα .

Για να γίνει σαφέστερο τί εννοώ, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι επικρατεί κάποιου είδους εκεχειρία στη στρατιωτική σύγκρουση, φαίνεται αφελής η ελπίδα ότι αυτό θα αρκούσε για μια ουσιαστική εκτόνωση της συριακής κρίσης, χωρίς μονιμότερες αναφορές στην επίλυση του κουρδικού (έστω και με παραπομπές σε μακροπρόθεσμες μελλοντικές επιλογές).

Έτσι, το ευρωπαϊκό ψήφισμα για τη Συρία που απορρίφτηκε άνευ επαίνων, αποκαλύπτει την ανεπάρκεια σχεδιασμού και στρατηγικής για την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, ακριβώς επειδή η γηραιά ήπειρος απέτυχε να ανοίξει τη συζήτηση μεταξύ των δύο κωφευόντων συνομιλητών (Η.Π.Α. και Ρωσία) για μια μονιμότερη λύση στο συριακό, ενώ είναι ορατό ότι τόσο η Μόσχα όσο και η Ουάσιγκτον δεν θα το απέρριπταν.

Μ’άλλα λόγια, αν δε τεθεί επί τάπητος -και μόνο η δυτική Ευρώπη θα μπορούσε να το προσεγγίσει έτσι- το ερώτημα παγίωσης επί τέλους της διεθνούς θέσης της Τουρκίας στην περιοχή και συνεχιστεί η επίδειξη ανοχής απέναντι στην πρόδηλα αναθεωρητική διάθεση της Άγκυρας έναντι των ισχυουσών διεθνών συνθηκών, η διεθνής αποσταθεροποίηση θα συνεχιστεί, θα ενταθεί και θα επεκταθεί! Με συνέπειες τις αντιλαμβανόμαστε όλοι!

Κι όμως! Η δυτική Ευρώπη φαίνεται ακόμη παγιδευμένη σε μια ανοχή έναντι της Τουρκίας, παρ’ όλο που δεν κρύβονται οι αρνητικές συνέπειες σε βάρος της και σε πολλά μέτωπα.

Ο σημερινός αντίλογος στην παραπάνω διαπίστωση είναι δύο επιχειρήματα που ακούγονται καθαρά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ποια είναι αυτά: α. ο φόβος ότι ο Ερντογάν θα εξαπολύσει ορδές προσφύγων προς τη δυτική Ευρώπη, και β. ότι ο Άσαντ είναι ένα ανελεύθερο καθεστώς για να έχει λόγο στη μεταπολεμική Συρία.

Νομίζω πως και τα δύο αυτά συνιστούν την ηχηρότερη απόδειξη της διπλωματικής αμηχανίας των ευρωπαίων!

Διότι:

- το πρώτο, εξετάζοντάς το λογικά και πέραν της ακροδεξιάς ιδεοληψίας των ευρωπαϊκών συντηρητικών κομμάτων, περισσότερο εκλαμβάνεται απειλητικά ως απόρροια ανεπαρκειών της φοβικής ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής (δήθεν γενετική, πολιτισμική και πληθυσμιακή αλλοίωση των χωρών της δυτικής Ευρώπης, όταν το δημογραφικό την ίδια ώρα σοβεί και καμιά σοβαρή ένδειξη ουσιαστικής αντιμετώπισής του δεν υπάρχει), παρά της πραγματικής επίπτωσης από την υποδοχή προσφύγων, με σοβαρή μέριμνα κατανομής τους μεταξύ των χωρών της περιοχής. (Θυμίζω ότι η μικρή Ελλάδα τη δεκαετία του 1990 ενσωμάτωσε θετικά περί το 1 εκατ. πρόσφυγες από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης όταν τα καθεστώτα του λεγόμενου  υπαρκτού σοσιαλισμού κατέρρεαν. Τούτου δοθέντος, μπορεί ολόκληρη η Ευρώπη να τρέμει τα 3,5 εκατ. πρόσφυγες, με τα οποία την εκβιάζει ο Ερντογάν;)  

- το δεύτερο, αφορά στα «υπόλοιπα» της απολύτως ανεπιτυχούς «αραβικής άνοιξης», η οποία αντί να ανοίξει τις δημοκρατικές «ευκαιρίες» για τις χώρες της Βόρειας Αφρικής και του αραβικού παράγοντα, όπως υποσχόταν, κατέληξε να είναι μια γενικευμένη αποσταθεροποιητική θρυαλλίδα σ’ όλο μήκος της ευρω-αφρικανικής και ευρω-ασιατικής μεθορίου. Διερωτώμαι: αν δεν παραμεριστεί στην παρούσα φάση το θέμα του (εν πολλοίς προσχηματικού και με άλλα γεωπολιτικά ευρωπαϊκά κίνητρα) εκδημοκρατισμού της Συρίας, για να προηγηθούν τα ζητήματα του κουρδικού και της συμμόρφωσης της Τουρκίας στη διεθνή νομιμότητα, πώς μπορεί από μεριάς Ευρώπης να συνεχίζει να τίθεται ως προτεραιότητα το θέμα της τύχης του Άσαντ, ακόμη κι αν αυτό καταλήγει σε οφθαλμοφανές σοβαρότατο κόστος για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα και σε εξελίξεις με κόστος χιλιάδες ανθρώπινες ζωές;

Το θέμα, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, δεν έχει πολλούς τρόπους να ειδωθεί από πλευράς της Ευρώπης. Η κατ’ ουσίαν μονοθεματική για τα ευρωπαϊκά δεδομένα γερμανική προσδοκία της κατανάλωσης των 80 εκατ. Τούρκων, που παραβλέπει την κατά κράτος ευρωπαϊκή γεωπολιτική ήττα στο συριακό σ’ όλα τα υπόλοιπα μέτωπα, έχει χρεοκοπήσει ως κοινή ευρωπαϊκή στάση προάγουσα τα συμφέροντα όλων μας.

Η στάση αυτή πρέπει να αντικατασταθεί από μια νέα σαφή οριοθέτηση των ευρω-τουρκικών σχέσεων, ως συνεννόηση πόλων με αντίρροπα συμφέροντα, αντί της αποδεδειγμένα εσφαλμένης αφήγησης ότι με τη σημερινή τουρκική πολιτική υπάρχει πεδίο επαφής προς αμοιβαίο όφελος. Με τη σημερινή ευρωπαϊκή διπλωματική αμηχανία στη μεσανατολική ζώνη και την παράταση της ανοχής απέναντι στα τουρκικά ινάτια, η Ευρώπη θα συνεχίσει να πλήττεται και να χάνει έδαφος, την ώρα που ο νεο-οθωμανισμός θα παγιώνεται.

Δεν απομένουν παρά δύο ακόμη πτυχές σ’ αυτήν την υπόθεση που θα έπρεπε να δούμε.

- Η πρώτη είναι η διακινούμενη απειλή από κοινού Τραμπ-Ερντογάν (καθόλου τυχαία αυτή η σύμπτωση) ότι χιλιάδες τζιχαντιστές θα συρρεύσουν στις χώρες μας, αν τυχόν σκληρύνει η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στην Τουρκία. Τούτο, όμως, είναι θέμα περισσότερο «επικοινωνιακού» βάρους, παρά ουσίας. (Ήδη, οι τζιχαντιστές από την αρχή της συριακής κρίσης επικοινωνιακά αξιοποιούσαν τις βαρβαρότητες των αποκεφαλισμών σε περιοχές που είχαν καταφέρει να ελέγξουν. Και ακόμη και σήμερα οι πιεζόμενοι από την τουρκική εισβολή Κούρδοι της Συρίας εν πολλοίς «επικοινωνιακά» απευθύνονται στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, με τις πληροφορίες περί δραπέτευσης τζιχαντιστών από κέντρα κράτησής τους στη ζώνη που ελέγχουν). Το θέμα της βίας από μεριάς τζιχαντιστών στην Ευρώπη είναι ανάγκη να τύχει ευρωπαϊκού χειρισμού ως γενικό θέμα ασφάλειας και λήψης μέτρων προστασίας από τυχόν τρομοκρατικές ενέργειες, και όχι ως θέμα αναδυόμενο από τον θρησκευτικό χαρακτήρα που φέρει η σχέση χριστιανισμού-ισλαμισμού. Πολύ περισσότερο όταν τα περιστατικά βίας και τρομοκρατικών ενεργειών από ακροδεξιούς επαναλαμβάνονται στη Γερμανία, νωρίτερα στην Ελλάδα και αλλού. Τυχόν συνέχιση χειρισμού της τζιχαντιστικής απειλής ως ζητήματος που απορρέει από θρησκευτικές διαφορές, θα επιτείνει το πρόβλημα, αντί να το αμβλύνει.

- Η δεύτερη είναι το ερώτημα: Πώς η Ευρώπη θα πιέσει αποτελεσματικά την Τουρκία, χωρίς η πρώτη να διαθέτει τα στρατιωτικά μέσα να το κάνει; Όμως (και παρ’ ό,τι οι ευρωπαίοι κάθε άλλο παρά αμελητέα στρατιωτική ισχύ διαθέτουν -άλλο ζήτημα η συρρίκνωση της ισχύος αυτής σε σύγκριση με το παρελθόν), αλίμονο αν επιλεγόταν η ένοπλη πίεση για να συμμορφωθεί η Τουρκία, σε μια στάση υπηρέτησης του διεθνούς δικαίου. Τυχόν θερμή ευρωπαϊκή αντίδραση στη Συρία και την ανατολική Μεσόγειο (όπου και η ευρω-τουρκική διένεξη για τους υδρογονάνθρακες στην κυπριακή ΑΟΖ), είναι φανερό ότι θα ευνοούσε την τουρκική τακτική αφού θα κατέληγε σε μια πολυμερή διεθνή διαβούλευση, ενώ εδώ πρόκειται για διμερή υπόθεση Κύπρου-Τουρκίας. (Σημ.: Και είναι λάθος που κάνουν πολλοί σήμερα, και ενώ η Τουρκία θα επιθυμούσε τέτοια εξέλιξη και προσπαθεί να ωθήσει τα πράγματα εκεί, να συνδέεται το Κυπριακό, που είναι ένα εξ ορισμού διεθνές ζήτημα, με το διμερές ζήτημα παραβιάσεων κυριαρχικών δικαιωμάτων μιας χώρας από μιαν άλλη).

Δηλαδή, οι ευρωπαϊκές πιέσεις προς την Τουρκία θα αρκούσαν απολύτως και θα ήταν παραγωγικές, αν ήταν οικονομικές (κυρώσεις, αναστολή οικονομικών συμφωνιών που ισχύουν κ.λπ. και πολιτικές, δηλαδή με πλήρη διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας. Στερώντας της, μ’ άλλα λόγια, εμπράκτως ζωτικό χώρο απεύθυνσης στη διεθνή κοινότητα για να διακινεί τις ανήκουστες διεκδικήσεις της. 

Μα, κι αν η Τουρκία καταλήξει στην αγκαλιά της Ρωσίας; Έχω την εντύπωση πως το τεράστιο κόστος της Δύσης δεκαετίες τώρα από τον άγονο φιλο-τουρκισμό, δείχνει πως μάλλον θα έβλαπτε παρά θα ευνοούσε τη Μόσχα, εάν προεκυπτε τέτοια εξέλιξη. Και οι Ρώσοι μοιάζει να το κατανοούν αυτό, πολύ περισσότερο απ’ όσο οι αφέλειες των δυτικοευρωπαίων.