26 Οκτ. 2019

Με την ευκαιρία της επετείου της 28ης Οκτωβρίου 1940

Το 1821, το 1940

και η ναυμαχία της Σαλαμίνας 

Η φετινή επέτειος της 28ης Οκτωβρίου είναι η πρώτη με τη νέα ελληνική κυβέρνηση που αναδείχτηκε από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Είναι και η πρώτη φορά που με την αλλαγή μιας κυβέρνησης στη μεταδικτατορική Ελλάδα, επιχειρείται τόσο ανεύθυνη και επικίνδυνη ιδεολογικο-πολιτικοποίηση της επετείου, για να προαχθούν συγκεκριμένοι παραταξιακοί σκοποί, με την ευκαιρία ιστορικού γεγονότος που ένωσε τον λαό κατά του φασισμού και του ναζισμού, που αιματοκύλησαν την ανθρωπότητα προκαλώντας τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Προφανής στόχος να αλλάξουν τα δεδομένα και αναμφίβολα -ιστορικά αναγνωρισμένα ως μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση- γεγονότα και να παρουσιαστούν νέες προσεγγίσεις που ευνοούν απόψεις μιας κάποιας κυβέρνησης –της οποιασδήποτε. Δεν γνωρίζω άλλη περίπτωση χώρας που να έχει επιχειρηθεί τόσο ευθεία εισβολή στην εμπεδωμένη ιστορική μνήμη του λαού της, για να γίνει τρέχον πολιτικό «παιγνίδι». Μόνη αναλογία που βρίσκω ως στάση οργανωμένου κράτους, η αποκατάσταση των βασανιστών της χούντας στη Βραζιλία, που έκανε πρόσφατα ο φιλο-ναζιστής πρόεδρος της χώρας, Ζαΐχ Μπολσονάρου. Στην Ελλάδα, παρά την ανεκδιήγητη προσπάθεια «υφυπουργίσκης» να εμφανίσει περίπου σαν «ψυχαναγκαστικούς πολίτες» όσους από εμάς τιμούμε τους αγωνιστές κατά της δικτατορίας 1967-’74, ως τώρα το επίσημο κράτος δεν είχε τολμήσει να αποκαθάρει βασανιστές και βιαστές της δημοκρατίας μας.

Το θέμα, όμως, δεν είναι ένα μήνυμα της υπουργού Παιδείας που αλλοιώνει ανεπίτρεπτα τη συλλογική μνήμη  του λαού για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Κι όσο κι αν συμβολικά η αήθεια γίνεται διπλά ανεπίτρεπτη λόγω την ιδιότητάς της ως υπουργού «Παιδείας», θα μπορούσε να ήταν μια αστοχία. Να την καταλογίζαμε και  πηγαίναμε παρακάτω…

Δυστυχώς, όμως, δεν πρόκειται περί αυτού! Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Στην κυβέρνηση επανειλημμένες είναι οι προσπάθειες να μας ξαναδιηγηθούν την ιστορία, για να προαχθούν πεποιθήσεις με ολοκάθαρο πολιτικό πρόσημο, ακραία συντηρητικό. Ήδη στην κυβέρνηση μοστράρει ως μέλος της υφυπουργός, που σε εφημερίδα του το 2013 εν μέσω κρίσης, εμφανιζόταν δημοσίευμα, στο οποίο ο αρχιδικτάτορας Παπαδόπουλος καθαγιαζόταν ως «δικαιωμένος» για τον βιασμό της δημοκρατίας μας. Άλλος υπουργός της ίδιας κυβέρνησης εξαναγκάστηκε σε δημόσια αποποίηση αντισημιτικών αναφορών για να γίνει δεκτός στη διεθνή κοινότητα.

Υπουργοί και βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος δίνουν τη μάχη να εμφανίσουν την πιεζόμενη από το προσφυγικό Ελλάδα, όχι ως χώρα γεωπολιτικά συνδεόμενη προνομιακά με το φαινόμενο, αλλά ως δήθεν «χώρα-στόχο» του αντίπαλου εθνο-θρησκευτικού πόλου, του ισλαμισμού, που έρχεται εδώ στο πλαίσιο ενός «σχεδίου» για να αλλάξει το «αίμα» μας και να καταστρέψει τα ελληνο-χριστιανικά ήθη μας. Δεν τα λένε αυτά, ο Όρμπαν, ο Σαλβίνι και ο Βελόπουλος. Υπουργοί και στελέχη της κυβέρνησης τα λένε!

Φυσικά, οι συνέπειες καταγράφονται ανάγλυφα, με μερίδα συμπολιτών μας να εκμεταλλεύονται αυτή τη νομιμοποίηση των ακροδεξιών απόψεων. Στα Βρασνά προ ημερών εξεδιώχθησαν πρόσφυγες που μεταφέρθηκαν εκεί για την αποφόρτιση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Και περισσότερο κι από την ίδια την εκδίωξη εκείνο που έχει σημασία είναι το επιχείρημα που επιστράτευσαν κάποιοι βρασνιώτες για την εκδίωξη: «…οι βρασνιώτες είναι γηγενείς και όχι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και κατοικούν αυτόν τον τόπο περισσότερο από 2.000 χρόνια», αναφέρουν οι διώκτες των προσφύγων σε σχετική ανακοίνωσή  τους.

Το θέμα, πέραν της γελοιότητας των επιχειρημάτων των πούρων Ελλήνων, δεν είναι για πλάκα και αρχίζει να γίνεται πολύ σοβαρό. Πίσω από ανακοίνωση των βρασνιωτών αναδύεται και ανακαλείται στην επιφάνεια το μίσος με το οποίο μερίδα Ελλήνων αντιμετώπισαν τους ομοεθνείς πρόσφυγες του 1922, δηλαδή 97 χρόνια μετά την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού. Είναι σαν να λέμε ότι η Νέα Σμύρνη έχει καταληφθεί από  «…πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία» και δεν κατοικείται, όπως «θα έπρεπε» από γηγενείς που «κατοικούν αυτόν τον τόπο περισσότερο από 2.000 χρόνια». «Εμπρός να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας», ξιφουλκούσε κατά των προσφύγων ο τότε αρχηγός του σημερινού κυβερνώντος κόμματος της ΝΔ, ο Αντώνης Σαμαράς, νομιμοποιώντας αυτές τις απόψεις, με αποτέλεσμα η Χρυσή Αυγή να μπει το 2012 στη Βουλή. Κι αν σήμερα οι νεοναζιστές δεν εκπροσωπούνται κοινοβουλευτικά δεν είναι επειδή εξέλιπαν οι απόψεις τους και η λεκτική εκφοράς των απόψεών τους (που συνεχίζονται απαράλλακτες από τον Βελόπουλο και κυβερνητικούς βουλευτές και στελέχη), αλλά επειδή η χρυσαυγήτικη πρακτική κατέληξε σε δολοφονίες.  

Είναι, δηλαδή, ένα πολιτικό πλαίσιο, εντός του οποίου με κυβερνητική προτίμηση και σχεδιασμό συμβαίνουν ολ’ αυτά! Και δεν είναι μια μεμονωμένη αήθης πρόκληση κατά της συλλογικής μνήμης των πολιτών για την επέτειο της 28η Οκτωβρίου, από μεριάς μιας ανόητης υπουργού Παιδείας.

Πρόκειται, μάλιστα, για ευρύτερο πλαίσιο. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει και από πρόσφατο ιστορικά αστείο ψήφισμα που ενέκρινε το ευρωκοινοβούλιο, στο οποίο ο ναζισμός και φασισμός ταυτίζονται με τη Σοβιετική Ένωση και τον μαρξισμό-λενινισμό, θέση που επίσης και παράλληλα με τα δικά μας αηθέστατα προκαλεί τη συλλογική μνήμη όλων των ευρωπαίων πολιτών για τα γεγονότα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και τα αίτια που τον προκάλεσαν.

Σ’ αυτό το πολιτικό περιβάλλον λοιπόν, το περιβάλλον ενός ιστορικού αναθεωρητισμού που εγκυμονεί νέους διχασμούς για τους ευρωπαϊκούς λαούς και τους πολίτες αυτής της χώρας, λαμβάνουν χώρα αυτά τα γεγονότα. Σε τί διαφέρει αυτό από τον ιστορικό αναθεωρητισμό του Ερντογάν για τη συνθήκη της Λοζάνης και τα σύνορα της καρδιάς του Τούρκου προέδρου; Άλλωστε οι συμπτώσεις ιδεολογιών και απόψεων, όσο και να μεταμφιεστούν, δεν κρύβονται! Προ ημερών ο Όρμπαν χαιρέτισε την τουρκική εισβολή στη Συρία, ως μέσο αποτροπής για την έλευση προσφύγων στην Ευρώπη. Από το Ουρβανό, με το κανόνι του οποίου έπεσε η Κωνσταντινούπολη, μέχρι τον Ουνυάδη που απέτρεψε ηρωικά την επέκταση των Οθωμανών  στα Βαλκάνια, μια ακροδεξιά ιδεοληψία δρόμος.    

Και στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να αντιμετωπιστεί και το πανηγύρι για τα 2.500 χρόνια από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. (Μιας οπτικής στην ιστορία, που -λυπούμαι να πω- στην ίδια παγιδεύτηκε και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ από τον Καμμένο και τις γελοίες γονυκλισίες του για τη ναυμαχία στην αρχαία Ελλάδα).

Διότι εδώ, απολύτως προφανώς, ο εορτασμός και οι τυμπανοκρουσίες για τα 2.500 χρόνια για ένα ιστορικό γεγονός, εξαντλητικά και οριστικά αποτιμημένο από την ιστορική επιστήμη ως προς τις επιρροές και τις επιπτώσεις του στην παγκόσμια ιστορία και καταληκτικά εμπεδωμένο  στη συλλογική συνείδηση των πολιτών τούτης της χώρας, αποσκοπεί στο ξανάνοιγμα της ιστορίας! Με έμφαση πλέον σε σημερινές γεωπολιτικές σκοπιμότητες, όπου η δύση δέχεται (κατά τη σημερινή αφήγηση) την επίθεση των βαρβάρων εξ ανατολών, για την απόκρουση των οποίων η ιστορία προ 2.500 ετών προσφέρει ηρωικές ..αναλογίες! Θα ήταν για πολλά γέλια, …αλλά είναι πολύ επικίνδυνος αυτός ο εμβολιασμός πολιτών του 21ου αιώνα με μίσος κατά των αλλοθρήσκων και των αλλοεθνών που είναι βέβαιον ότι φτάνουν στις ακτές μας (όσοι δεν πνίγονται) όχι ως τέκνα-φορείς κάποιας κατακτητικής προαίρεσης, αλλά ως «ώριμα τέκνα της ανάγκης και της οργής» των πολέμων και της φτώχειας στις χώρες προέλευσής τους.  

Ακόμη χειρότερο και πολύ πιο επικίνδυνο, όμως, είναι ότι με τα ίδια πολιτικά ανακλαστικά της σημερινής κυβέρνησης, οργανώνεται και η φιέστα για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση του 1821!

Γιατί; Διότι, ένα ιστορικό γεγονός αναγέννησης ενός λαού με ιστορικό, γλωσσικό και πολιτισμικό λόγο ευρύτερου  βάρους και σε ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο από την ελλαδική περιοχή, λόγου που είχε βιαίως αφαιρεθεί από κατακτητές επί 400 χρόνια και ανακτήθηκε έπειτα από εθνικοαπελευθερωτική εξέγερση, επιχειρείται «να κοφτεί και να ραφτεί» στα μέτρα της σημερινής ευρω-τουρκικής διαφοράς με ολίγη από αντι-ισλαμισμό, συνέχεια της γελοιότητας του εορτασμού για τα 2.500 χρόνια από τη ναυμαχία τη Σαλαμίνας. Τί πιο φτηνιάρικο και υποτιμητικό για τη γνήσια εξέγερση ενός λαού  για την ελευθερία του και την ανάκτηση του οφειλόμενου σ’ εκείνον ιστορικού λόγου, που ήταν τα μόνα κίνητρα των αγωνιστών του ’21. Έτσι κατανοούν σήμερα οι πολίτες τούτης της χώρας την επανάσταση πριν 200 χρόνια. Επανάσταση, θυμίζω, που έγινε σε αντίθεση με τις επιθυμίες των χωρών της τότε ευρωπαϊκής δύσης, με τον Μέτερνιχ να τρέμει την αποσταθεροποιητική επιρροή που θα είχε η απελευθέρωση των εξεγερμένων Ελλήνων στα τότε δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Και όσοι για χάρη ενός ανεκδιήγητου και αχρείαστου ευρωπαϊσμού στις μέρες μας τολμούν να διατείνονται ότι την ελευθερία μας χρωστάμε σήμερα στις ευρωπαϊκές δυνάμεις του 19ου αιώνα και όχι στους μπουρλοτιέρηδες του Κανάρη και τους εγκλείστους του Μεσολογγίου, να σιωπήσουν! Και να σιωπήσουν οριστικά!

Σ’ αυτό το ίδιο απαράδεκτο πλαίσιο όψιμης αναθεώρησης της ιστορίας για να ευνοηθούν σημερινές πολιτικές ανάγκες ακραία συντηρητικών δυνάμεων και να γίνει  φθηνό τρέχον πολιτικό «παίγνιο», παραβλέποντας τις εμπεδωμένες στους πολίτες θεάσεις στην Ιστορία που ενώνουν τους λαούς και δεν τους διχάζουν, τέλος, γίνεται και η παρούσα συζήτηση  για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Γι’ αυτό και είναι απαράδεκτη και διπλά κατακριτέα η θέση της υπουργού Παιδείας στο μήνυμα για τη φετινή επέτειο της 28η Οκτωβρίου με αναφορές στον «λαϊκισμό» και πλήρη αποσιώπηση του γεγονότος ότι το 1940 δεν έλαβε χώρα ένα στρατιωτικό περιστατικό, αλλά εκδηλώθηκε ρητά, κατηγορηματικά και μαζικά μια άλλη λαϊκή εξέγερση του λαού αυτής της χώρας, απάντηση στον φασισμό και τον ναζισμό!

Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη υπουργός θα έπρεπε να έχει ήδη απομακρυνθεί από την κυβέρνηση. Με τη διατήρησή της ο πρωθυπουργός αναδέχεται βασικό μέρισμα της ευθύνης διχασμού των πολιτών και φαλκίδευσης παλλαϊκών παραδοχών, κι όλ’ αυτά με την ευκαιρία μιας εθνικής επετείου!