10 Δεκ. 2019

Οι πραγματικές πολιτικές διαφορές του ΚΙΝΑΛ με τον ΣΥΡΙΖΑ

Το τέλος της «κεντροαριστεράς»

Εδώ και μερικά χρόνια εξελίσσεται μια πραγματική πολιτική βεντέτα ανάμεσα στο ΚΙΝΑΛ και τον ΣΥΡΙΖΑ. Οι εκατέρωθεν χαρακτηρισμοί είναι βαρείς και πολιτικά μειωτικοί  μεταξύ τους, σηματοδοτώντας μια αντίθεση που παρουσιάζει ενδιαφέρον, τόσο σε ό,τι αφορά το βάθος και την ένταση, όσο και το πολιτικό περιεχόμενό της.

Πέραν του πραγματικού περιεχομένου της έχθρας, που φυσικά δεν είναι άλλη από τη διεκδίκηση πολιτικών κοινών, από τις τελευταίες εκλογές και μετά έχουν καταπέσει πολλά από τα προσχήματα που την τροφοδότησαν. Επειδή η πολιτική δεν είναι άσκηση διακομματικών διαγκωνισμών αλλά δοκιμασία ανταπόκρισης σε πραγματικές ανάγκες πολιτών βάσει των ιδεολογικών αρχών που κάθε παράταξη ασπάζεται, η συνέχιση της ίδιας αντιπαράθεσης με διακυβέρνηση Μητσοτάκη και ξεκάθαρες αναφορές του κυβερνώντος κόμματος σε μια αποθρασυνόμενη ακροδεξιά, είναι ανάγκη να τεθούν επί τάπητος οι πραγματικές διαφορές ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ. Μόνον έτσι θα διαγνωστούν τα αληθή όρια του επιζητούμενου από τις προοδευτικές δυνάμεις και αναγκαίου πολιτικού μετώπου, που θα ανατρέψει τον πολιτικό εκφραστή της σημερινής δημοκρατικά και κοινωνικά δυστοπικής Ελλάδας. Διαφορετικά, δυνάμεις που εντάσσονται στο κοινωνικό σώμα των συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων που αρθρώνουν τη διαμορφούμενη πολιτική πλειοψηφία, θα συνεχίσουν να παραμένουν δέσμιες σύγχυσης και να αυτο-αποκλείονται από το αίτημα της ανατροπής του ιδιότυπου ακροδεξιού νεο-φιλελευθερισμού του Κυριάκου Μητσοτάκη, προτιμώντας να πολεμούν τον ΣΥΡΙΖΑ αντί της δεξιάς. Με τον νεο-μητσοτακισμό μόνο ωφελούμενο πολιτικό παράγοντα από τη συνέχιση αυτής της αντιπαράθεσης, συντηρητικές πολιτικές παρατάξεις και μόνο θα ανεχόντουσαν τη συνέχιση της πολιτικής αντιπαράθεσης ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ επί προσχημάτων. Κι αυτό, πρέπει να σταματήσει εδώ!

Τι έλεγε βασικά και ως κεντρική πολιτική θέση του το ΚΙΝΑΛ ως τις εκλογές επιτιθέμενο στον ΣΥΡΙΖΑ;  Έλεγε, κατά βάση, 3 πράγματα:

-ότι ο ΣΥΡΙΖΑ λόγω της κυβερνητικής συνεργασίας με τον Καμμένο, δεν ήταν προοδευτική, αλλά συντηρητική και δεξιά πολιτική δύναμη! Με βάση αυτή τη θέση του ΚΙΝΑΛ, απέρριπτε κάθε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, «βγαίνοντάς του απ’ τ’ αριστερά»,

-ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση εφαρμόζει δεξιά πολιτική (τη μνημονιακή), και

-ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κατάλοιπο του ιστορικού κομμουνισμού και επομένως, δεν υπάρχει περιθώριο συνεργασίας.

Αφήνοντας κατά μέρος πριν απ’ όλα ότι το τρίτο από τα παραπάνω σημεία, με όρους στοιχειώδους πολιτικής λογικής, είναι τελείως ασύμβατο με τα δύο πρώτα, ας τα δούμε επί της ουσίας.

1. Η αναμφίβολη δεξιά καταγωγή του ανύπαρκτου σήμερα κομματικού μορφώματος υπό τον Καμμένο, προσδίδει πρωτογενή βασιμότητα στο επιχείρημα. Γεννάται όμως αυτοδικαίως το ερώτημα: Οι αλλεπάλληλες κυβερνητικές συνεργασίες  του πολιτικού προγόνου του ΚΙΝΑΛ (δηλαδή του ΠΑΣΟΚ, ήδη τεθέντος μετεκλογικά και με επίσημες αποφάσεις σε κατάσταση «πολιτικής διασωλήνωσης»), με το ΛΑΟΣ και με τη ΝΔ (2010-2014), διαφέρουν πολιτικά σε κάτι; Πώς κέκτηται δικαίωμα άσκησης κριτικής εξ αριστερών παράταξη που έχει συνεργαστεί στενότατα με τους κ.κ. Καρατζαφέρη και Σαμαρά;

Μέχρι τις εκλογές από το ΚΙΝΑΛ δινόταν σ’ αυτό μια απάντηση: Συνεργαζόμασταν με τον διάβολο, έλεγαν, «για τη διάσωση της πατρίδας». Μόνον που αυτό (αν το δεχτεί κανένας ως βάση για συζήτηση –εγώ προσωπικά δεν το δέχομαι) δεν μπορεί να έχει εφαρμογή αλά καρτ! Ή για να διασωθεί η πατρίδα  όποιος και οποτεδήποτε κυβερνάει δικαιούται να το χρησιμοποιεί ως πολιτικό μέσο, ή τέτοιες παρά φύσει πολιτικές συνεργασίες δεν είναι ανεκτές και για τον οποιονδήποτε λόγο, οπότε και είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέες!

Τί απομένει απ’ αυτά; Απομένει το «παιδικό» επιχείρημα «ναι, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ ανέκοψε το διασωστικό εγχείρημα του Γ. Παπανδρέου» και ένεκα τούτου ο Τσίπρας αποστερείται του δικαιώματος «να διασώζει» με παρά πολιτική φύσει συνεργασίες. Τούτο προφανώς δεν ισχύει, για όποια παράταξη διατείνεται -όπως το ΚΙΝΑΛ- ότι στο βωμό της όποιας διάσωσης της πατρίδας καταπίπτουν οι πολιτικές διαχωριστικές και ιδεολογικές γραμμές (κάτι, που -επαναλαμβάνω- προσωπικά δεν με βρίσκει σύμφωνο). …Μόνο, που πριν μπει κανένας σε τέτοια συζήτηση πρέπει να διαθέτει τόσο επιλεκτική μνήμη, ώστε να του διαφεύγει ότι την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου και τη διασωστική προσπάθειά της …δεν ανέκοψε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ο Σαμαράς και -κυρίως- βουλευτές του ίδιου του τότε ΠΑΣΟΚ και σήμερα ΚΙΝΑΛ, οι οποίοι μάλιστα απολαμβάνουν σήμερα αποδοχής και αναγνώρισης από την κυρία Γεννηματά!       

Όμως, και επί του πολιτικού αποτελέσματος δεν ευσταθούν όσα λέγει το ΚΙΝΑΛ για τη συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ως προς τα δείνα που διατείνεται η κυρία Γεννηματά και οι υποστηρικτές της ότι επισώρευσε η κυβερνητική συνεργασία Τσίπρα-Καμμένου στις πλάτες της προοδευτικής παράταξης. Γιατί; Διότι το πρακτικό πολιτικό αποτέλεσμα της συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποδεδειγμένα πλέον είναι η διάλυση και η εξαφάνιση του δεξιού κομματικού μορφώματος Καμμένου και η μετακίνηση σημαντικού μέρους στελεχών και ψηφοφόρων των ΑΝΕΛ στον ΣΥΡΙΖΑ. Δηλαδή το πολιτικό ισοζύγιο της παρά πολιτική φύσει συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατέληξε σε μεταφορά δυνάμεων από τη δεξιά στην αριστερή πλευρά του πολιτικού φάσματος. Ενώ η αναλογία με τη συνεργασία με Καρατζαφέρη και Σαμαρά, είχε σαν αντίστροφο πρακτικό πολιτικό αποτέλεσμα την εν συνεχεία ενδυνάμωση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα, ενώ σήμερα επίλεκτα πρόσωπα εκείνης της συνεργασίας 2010-2014 ηγούνται της ακροδεξιάς πτέρυγας του κυβερνώντος κόμματος, υπουργοί και ο ένας αντιπρόεδρος μάλιστα της Ν.Δ., δηλαδή ασκούν εξουσία!!!

Παρά ταύτα, όλ’ αυτά θα είχαν ήδη καμφθεί, αν το ΚΙΝΑΛ είχε κάνει στοιχειωδέστατη αυτοκριτική για τα έργα και τις ημέρες της συνεργασίας με την ακροδεξιά! Δηλαδή, είχε καθαρά και απροσχημάτιστα αναγνωρίσει ότι έκανε λάθος Αλλά, δεν το έχει κάνει. Κι όχι μόνο δεν το έχει κάνει σε καμιά περίπτωση, αλλά αντίθετα από τον θρόνο της περίεργης καθέδρας, στην οποία έχει στρογγυλοκαθήσει ως κάποιος δήθεν «γκουρού» της διάσωσης-καταστροφής, κουνάει το δάχτυλο στον ΣΥΡΙΖΑ ότι εκείνος είναι που κατέστρεψε την Ελλάδα! Αν δεν είναι αλαζονικό υπόλειμμα της από χρόνια χαμένης εξουσίας του ΚΙΝΑΛ, είναι έλλειμμα καταγραφής της πολιτικής πραγματικότητας, δηλαδή προάγγελος σήψης.                           

2. Στην περίπτωση που το ΚΙΝΑΛ τα προηγούμενα 4-5 χρόνια άρθρωνε λόγο τεκμηρίωσης ότι δεν μπορεί να γίνει διάλογος με το ΣΥΡΙΖΑ λόγω του ότι η κυβέρνησή του εφήρμοζε μνημονιακή πολιτική, το λογικό κενό είναι πρόδηλο και δεν υπάρχει ανάγκη να πούμε πολλά! Ιδίως, από τη στιγμή που το ΚΙΝΑΛ (τότε βενιζελικό ΠΑΣΟΚ) υπερψήφισε στη συμφωνία κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-δανειστών!

Απομένει το «επόμενο επιχείρημα» που είχε επιστρατεύσει το ΚΙΝΑΛ τα προηγούμενα έτη και επί διακυβέρνησης Τσίπρα για την κριτική του στο 3ο μνημόνιο (το οποίο -επαναλαμβάνω- το ΚΙΝΑΛ διά της ψήφου του είχε εγκρίνει): Η κυβέρνηση Τσίπρα, έλεγε το ΚΙΝΑΛ, δέσμευσε την Ελλάδα σε επαχθείς όρους, αν και θα μπορούσε να το είχε αποφύγει.

Ωστόσο, και εδώ αναδύεται ένα ερώτημα ανάλογο με εκείνο που ετέθη στο προηγούμενο σημείο 1: Μπορεί ένα κόμμα που συμμετείχε σε διακυβέρνηση η οποία επισώρευσε 25%  αθροιστική ύφεση επί των ημερών των κυβερνήσεων στις οποίες μετείχε, που προχώρησε σε οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων κατά 35% κατά μέσο όρο, που αύξησε την ανεργία από το 12% στο 28%, (κ.λπ. κ.λπ. είναι γνωστά και δεν προσφέρει η επανάληψή τους) να ασκεί τέτοια κριτική; Και το «μπορεί» εδώ, αναφέρεται τόσο σε λογικό πεδίο, όσο και στο πεδίο εκείνου του πολιτικού ήθους που προϋποθέτει στοιχειώδη αυτογνωσία για εκείνον που αρθρώνει δημόσιο λόγο –ιδίως όποιον ασκεί κριτική σε ύψιστους τόνους εδώ κατά πολιτικών αντιπάλων του. Και τούτο, ακόμη κι αν οι εξελίξεις που ακολούθησαν δείχνουν ότι παρά την αυστηρότατη κριτική κατά του ΣΥΡΙΖΑ ότι η διακυβέρνηση Τσίπρα υπήρξε αποτελεσματική ως προς το ένα από τα κύρια τμήματα της δέσμευσής της ενώπιον των πολιτών, οδηγώντας τη χώρα εκτός μνημονίων!      

Μένουν δύο πτυχές: ότι δήθεν η διακυβέρνηση Τσίπρα κόστισε 200 δισ. (ο Μητσοτάκης έλεγε 100 δισ. και ο Στουρνάρας 86 δισ., οποιαδήποτε σοβαρή τεκμηρίωση του επιχειρήματος ουδέποτε προσκομίστηκε από τον οποιονδήποτε εκ των τριών), και ότι το 3ο μνημόνιο (μπορεί να το ψήφισε το ΚΙΝΑΛ από την ανάγκη διάσωσης της χώρας, αλλά…) θα ήταν αχρείαστο αν δεν είχε ο Τσίπρας. Το πρώτο απ’ αυτά τα δύο κοντεύει ήδη να καταλήξει σε χιουμοριστικό αφήγημα. Το δεύτερο,  όμως,  είναι εντυπωσιακά αυτοδιαψευδόμενο, αφού το ΚΙΝΑΛ (τότε βενιζελικό ΠΑΣΟΚ) προανήγγελλε επισήμως και προκαταβολικά την υπογραφή 3ου μνημονίου εάν τυχόν η κυβέρνηση συνεργασίας που θα σχημάτιζε με τον Αντώνη Σαμαρά έχοντας κερδίσει η ΝΔ τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, προκειμένου η Ελλάδα να εντασσόταν σε προληπτική πιστοληπτική γραμμή, όπως ρητά προβλέπουν οι κανονισμοί της ευρωζώνης. Επομένως, πως μπορεί το 3ο μνημόνιο να ήταν αχρείαστο και να προέκυψε μόνο επειδή ήρθε ο Τσίπρας, όταν το ΚΙΝΑΛ (το τότε βενιζελικό ΠΑΣΟΚ, δηλαδή) πριν ακόμη κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις εκλογές το αναγόρευε ως επιθυμητό και απαραίτητο στο προεκλογικό πρόγραμμά του Ιανουαρίου 2015;

3. Εδώ το θέμα αφορά στην απολύτως ατυχή αναφορά Γεννηματά περί «νεκομμουνιστικού» ΣΥΡΙΖΑ. Ατυχή επί του περιεχομένου της (που ουδέποτε άλλωστε έγινε σαφής ως προς αυτό). Ατυχέστατη, όμως και κυρίως, επί της πολιτικής ουσίας της! Διότι η αστεία προσπάθεια Γεννηματά να «τσαλαβουτήξει» στη διεκδίκηση ακροδεξιών και αντικομμουνιστικών εκλογικών κοινών, αφ’ ενός μεν δεν είχε τύχη όσο η ΝΔ κατέστη προνομιακός εκλογικός προορισμός των ακροδεξιών και των  αντικομμουνιστών, αφ’ ετέρου δε συνέβαλε στην πολιτική νομιμοποίηση και αποθράσυνση της ελληνικής ακροδεξιάς. Ακριβώς όπως το 2012 ο Αντώνης Σαμαράς με το «εμπρός να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας» (από τους εισβολείς πρόσφυγες, υποτίθεται) έδωσε τροφή στην ενδυνάμωση του χρυσαυγητισμού. Σήμερα, το ίδιο φαινόμενο στις εκλογές του 2019 ανιχνεύεται με την ενδυνάμωση του χρυσαυγήτικου  υποκατάστατου της «Ελληνικής Λύσης», που όμως τούτη τη φορά προέκυψε και με ανάμιξη στην βελοπουλική ακροδεξιά νομιμοποίηση και από το ΚΙΝΑΛ.

Ας δούμε τώρα, τα πιο «λαϊκά» επιχειρήματα του ΚΙΝΑΛ κατά του ΣΥΡΙΖΑ:

- «είπαν ψέματα ότι θα σκίσουν το μνημόνιο κ.λπ., μόνο και μόνο για να κερδίσουν την εξουσία». Δηλαδή, ο ΣΥΡΙΖΑ εγνώριζε και πριν ακόμη κυβερνήσει ότι δεν θα ήταν δυνατό να υποχωρήσουν οι ευρωπαίοι δανειστές από τη μνημονιακή συνταγή και η μετεκλογική υπαναχώρησή του δεν υπήρξε προϊόν βίαιας προσγείωσης ενός κόμματος που ποτέ άλλοτε δεν είχε κυβερνήσει στην πραγματικότητα κατανόησης του συσχετισμού δυνάμεων στην ΕΕ, αλλά ήταν αποτέλεσμα ανήθικης και συνειδητής ψευδολογίας για να καταλάβει την εξουσία. Αλήθεια, ποιός το πιστεύει στη πραγματικότητα αυτό; Και εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αυτοί οι ελάχιστοι που ενώπιοι-ενώπιοις και όχι «για να γίνεται κουβέντα» το πιστεύουν, θεωρεί η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ  ότι συναπαρτίζουν τη σώφρονα εκείνη μερίδα του εκλογικού σώματος, στη οποία κάποια κόμμα θα άξιζε τον κόπο να επενδύσει  ως το προνομιακό κοινό του;

- «ο ΣΥΡΙΖΑ με την κυβερνητική πολιτική του ευθύνεται για την εκλογική επικράτηση Μητσοτάκη». Προσέξετε: επιχείρημα που εκφέρεται από κόμμα που πολλές φορές προεκλογικά διατύπωσε την επιθυμία και την πρόθεσή του να συνεργαστεί μετεκλογικά με τον κ. Μητσοτάκη! …Αλλά σ’ αυτά «ολίγον έγκυος» δεν υπάρχει! Είτε η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν επιθυμητή, οπότε και το ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί να μέμφεται τον ΣΥΡΙΖΑ ότι συνέβαλε σε μια νίκη προς την οποία το ίδιο είχε ανοιχτά εκφράσει την θετική του αντίδραση, είτε ήταν ανεπιθύμητη, οπότε και κάθε δήλωση βουλήσεως περί μετεκλογικής συνεργασίας του ΚΙΝΑΛ με τον κ. Μητσοτάκη υπήρξε μέρος των αιτίων για την εκλογική νίκη της δεξιάς. Κι ακόμη, ποιά ευθύνη του ΣΥΡΙΖΑ; Μετεκλογικά ανιχνεύεται αγαστή συνεργασία ΝΔ-ΚΙΝΑΛ σε πληθώρα πεδίων, ενώ από κοινού τα δύο κόμματα με τη σύμπραξη τις περισσότερες φορές της παραχρυσαυγήτικης «Ελληνικής Λύσης»  ψηφίζουν από κοινού στη Βουλή τα περισσότερα  νομοσχέδια του νεο-μητσοτακισμού…

-τέλος, υπάρχει και η πρόσκληση που και εγώ προσωπικά δέχτηκα από φίλους του ΚΙΝΑΛ, να δοθεί μια ακόμη ευκαιρία στην παράταξη που παλιότερα μας ένωσε για να κερδηθεί πολιτικό έδαφος έναντι του ΣΥΡΙΖΑ και έτσι μετεκλογικά με όρους σχετικής ισοτιμίας να προέκυπτε μια πιο ισορροπημένη συνεργασία της προοδευτικής παράταξης ανάμεσα στους δύο βασικούς εκφραστές της, τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ. Αυτό, πέραν του ότι το ΚΙΝΑΛ ως αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ διαγκωνιζόταν με τη ΝΔ σε δεξιές κορώνες δυναμιτίζοντας κάθε ενδεχόμενο συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων μετεκλογικά,  αποδείχτηκε ότι είχε σοβαρό πολιτικό κόστος για το αντιδεξιό μέτωπο, αφού ως αποτέλεσμα του μεταφέρθηκαν όχι αμελητέες δυνάμεις απ’ ευθείας στον κ. Μητσοτάκη. Όμως, κυρίως, επειδή η πολιτική δεν είναι κολπάκια και συνεννοήσεις πολιτικών παραγόντων αλλά συνάντηση παρατάξεων με κοινωνικές δυνάμεις, το εκλογικό αποτέλεσμα έδειξε ότι το αίτημα «δώστε μια ακόμη ευκαιρία στο ΚΙΝΑΛ, για τα μάτια του ΠΑΣΟΚ», απορρίφτηκε ηχηρά από τους πολίτες. Και παρά την απόρριψή του το ΚΙΝΑΛ αρνείται και σήμερα κάθε διάλογο με τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ φλερτάρει συχνά-πυκνά με τον κ. Μητσοτάκη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το ίδιο το ΚΙΝΑΛ μετεκλογικά προχώρησε επίσημα στην πολιτική διασωλήνωση του γεννήτορά του, δηλαδή του ΠΑΣΟΚ, πλήττοντας κατάστηθα τις πολιτικές παραδόσεις, τις οποίες υποτίθεται ότι τιμά. (Κι αφήνω της αλλεπάλληλες αήθειες παραλληλισμού του βρώμικου ’89 με το σκάνδαλο Novartis. Λες και ο κόσμος που έχει αναφορές μνήμης στη σκευωρία κατά του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και παρακολουθεί και τα σημερινά, δεν μπορεί να κάνει τη διάκριση μεταξύ αποδεδειγμένης πολιτικής σκευωρίας και υπαρκτού κατά γενική ομολογία σκανδάλου, με σοβαρές ενδείξεις ανάμιξης σ’ αυτό πολιτικών  προσώπων, όπως αποδεικνύεται από την παραγγελία άσκησης δίωξης κατά του κ. Λοβέρδου. Κυρίως, όμως, λες και δεν μπορούμε να δούμε και θα ανεχόμασταν εμείς οι παλιότεροι την ανεπίτρεπτη αήθεια να ζυγίζονται από το ΚΙΝΑΛ και να βρίσκονται περίπου ισόβαρες οι περιπτώσεις προσωπικοτήτων του Ανδρέα Παπανδρέου με τον …Λοβέρδο! ) Αυτό δεν είναι σε καμιά περίπτωση και όσος χρόνος και να περάσει συγχωρητέο από την κυρία Γεννηματά! Υπήρξε κορυφαία προσβολή προς την τεράστια λαϊκή δύναμη που έκανε τη αλλαγή πολιτική πραγματικότητα. Και για μένα προσωπικά υπήρξε και το έσχατο σημείο κατάπτωσης πολιτικών ηθών της παράταξής  μου από την ίδια τη σημερινή ηγεσία της και φυσικά έκτοτε κάθε σχέση μαζί της διεκόπη οριστικά! Οι δεξιοί με τους δεξιούς και οι αριστεροί με τους αριστερούς!

Μετεκλογικά το ΚΙΝΑΛ, υφιστάμενο τις συνέπειες του πολιτικού αδιεξόδου όπου έχει οδηγηθεί από τις ίδιες τις επιλογές του, φαίνεται να δίνει την έσχατη μάχη οπισθοφυλακών κατά του ΣΥΡΙΖΑ: Συγκεκριμένα, πολλοί από το ΚΙΝΑΛ, για να ανακόψουν τη μη αντιστρεπτή πλέον πορεία του προοδευτικού πολιτικού κόσμου προς τον ΣΥΡΙΖΑ, θυμήθηκαν το βρώμικο ’89. Είναι, λέει, οι πολιτικοί πρόγονοι του ΣΥΡΙΖΑ που κάθισαν στο σκαμνί τον πρόεδρό μας. Έτσι είναι! Μόνο που ενώ από μεριάς ΣΥΡΙΖΑ εγώ σήμερα ακούω θέσεις πολιτικής δικαίωσης του Ανδρέα Παπανδρέου, από την άλλη πλευρά την ίδια ώρα όσοι από το ΚΙΝΑΛ θυμούνται το «βρώμικο ΄89» πριν λίγες μέρες ανέχτηκαν και κάλυψαν πολιτικά την απόφαση διασωλήνωσης του ΠΑΣΟΚ! Κυρίως, όμως, όσοι από το ΚΙΝΑΛ (τελείως τεχνητά και σε μια αγωνιώδη αλλά ατυχή προσπάθεια να δώσουν παράταση στην επί πολιτικών προσχημάτων αντιπαράθεσή τους με τον ΣΥΡΙΖΑ) θυμούνται σήμερα την παράσταση της σκευωρίας του ειδικού δικαστηρίου υπό τον Β. Κόκκινο, παραβλέπουν το βασικότερο: Ρίχνουν ανάθεμα στον ΣΥΡΙΖΑ παραβλέποντας -φυσικά σκοπίμως- ότι την ίδια ώρα φλερτάρουν πολιτικά με τα πρόσωπα και την παράταξη που ενορχήστρωσε τη σκευωρία κατά του προέδρου του ΠΑΣΟΚ.  

Ας μη γελιόμαστε! Διάλογος με την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ στις παρούσες συνθήκες και με ζητούμενο προοδευτικές πολιτικές εξελίξεις δεν έχει περιεχόμενο! Συνεργασία με μια αντικειμενικά φιλοδεξιά παράταξη, όπως το ΚΙΝΑΛ, παρέλκει. Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται ισχυρό πολιτικό κομματικό υποκείμενο, για να εκπροσωπηθεί αποτελεσματικά η νέα κοινωνική πλειοψηφία που αναδύεται από την επανάληψη του πολιτικού φαινομένου των συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων καταπιεζόμενων στρωμάτων και του ταυτόχρονου πολιτικού φαινομένου ριζοσπαστικοποίησης των ίδιων στρωμάτων. Και επειδή πρόκειται για πολιτικά κινηματική βάση εξελίξεων προς προοδευτική κατεύθυνση, καμιά ηγεσία κανενός ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί να ανακόψει την πορεία των πραγμάτων, πολύ περισσότερο λειτουργώντας αντικειμενικά υπέρ της συντηρητικής πολιτικής παράταξης. Δεν είναι πλέον διάλογος ηγεσιών και έχει καταστεί απ’ ευθείας διάλογος κοινωνικών δυνάμεων με πολιτικούς φορείς. Διάλογος από τον οποίο είναι σαφές ότι το ΚΙΝΑΛ απέχει και αδυνατεί να παρακολουθήσει. Άλλωστε, ποτέ μια υπαλληλοποιημένη ιδεολογικά και σε επίπεδο  αρχών πολιτική οντότητα δεν θα μπορούσε να έχει ρόλο σε κινηματικής μορφής και «από τα κάτω» ενεργοποιήσεις του λαϊκού παράγοντα και θα λειτουργούσε τελικά υπέρ της συντήρησης.  

Εν κατακλείδι, σήμερα το ΚΙΝΑΛ απομονωμένο, αχρείαστο (για την προοδευτική παράταξη, αλλά δυνάμει εφεδρεία του νεο-μηστοτακισμού) και μόνο του, δεν του απέμεινε -κατά την παρά πολιτική φύσει ανάμιξή του στον διάλογο που αφορά στην προοδευτική παράταξη- παρά να δηλητηριάζει τις εξελισσόμενες οσμώσεις μεταξύ προοδευτικών πολιτών υπό τον ΣΥΡΙΖΑ. Ανεπίτρεπτα για τα δημοκρατικά ήθη στοχοποιεί πρόσωπα, συκοφαντεί προσωπικότητες, χαρακτηρίζει ανερυρθρίαστα ως «γενίτσαρους» όσους διαφωνούν με την κυρία Γεννηματά. Με ποιές πολιτικές παρακαταθήκες, άραγε, νεοσσοί του νεο-μητσοτακικού πολιτικού σκηνικού (αλλά δυστυχώς και παλιοί συναγωνιστές μου) θρασύνονται να με εντάσσουν, εμένα και πολλούς άλλους, στους «γενίτσαρους»; Όσοι το κάνουν δικαιούνται λέτε μέρισμα στον διάλογο για το μέλλον της προοδευτικής πολιτικής παράταξης στην Ελλάδα; Εγώ λέω όχι και προσθέτω: ως εδώ! Έτσι, προσφέρονται «υπηρεσίες 5ης φάλαγγας» στη δεξιά υπό την ακροδεξιά σημερινή υποστασιακή αναδιάρθρωση της υπό τον κ. Μητσοτάκη, πλήττοντας τη μόνη διαθέσιμη ελπίδα για αλλαγή στην Ελλάδα την επόμενη περίοδο. Το ΚΙΝΑΛ θα εισπράξει ασφαλώς ιστορικά τα επίχειρα των επιλογών του!

Φευ!

Και αντίο!