20 Δεκ. 2019

Γιατί ο Κόρμπιν είναι ένας «πολιτικός του μέλλοντος»

Ποια θα είναι η πολιτική συνέχεια

μετά τις εκλογές στη Βρετανία

Η εκλογική ήττα των Εργατικών στη Βρετανία και η προσεκτικά σχεδιασμένη πλήρης αποδόμηση του Τζέρεμι Κόρμπιν και του προγράμματός του από μεριάς του συντηρητικού κατεστημένου στη χώρα, την ΕΕ αλλά και ολόκληρη τη δύση, γεννά λογικά το ερώτημα εάν οι προοδευτικές επιλογές διέρχονται διεθνώς την περίοδο μιας «πολιτικής ερήμου». Αν, όπως διατείνεται η διεθνής αριστερά σ’ όλες τις εκφάνσεις της, οι πολιτικές της -προσαρμοσμένες βεβαίως στα δεδομένα κάθε χώρας και ανάλογα με τη συγκυρία- απαντούν στα προβλήματα της εποχής και αφορούν στη μελλοντική οργάνωση δημοκρατικών, δίκαιων και παραγωγικών κοινωνιών, τότε γιατί τόσο μικρές πολιτικές επιδόσεις; Μήπως έχουν δίκιο οι συντηρητικοί όταν μιλάνε για ξεπερασμένες και παλιές πολιτικές συνταγές; Και μήπως η αριστερά παραμένει εγκλωβισμένη στον ιδεολογικό δογματισμό του περασμένου αιώνα, που φυσικά επειδή αφορά σε κοινωνικές αναλύσεις από την εποχή ήδη του 19ου αιώνα αδυνατούν να είναι σημερινές προτάσεις και γι’ αυτό απορρίπτονται από τον λαϊκό παράγοντα στην κάλπη;  

Αυτά περίπου τα ερωτήματα τίθενται γενικά από το διεθνές συντηρητικό κατεστημένο (δυστυχώς την τελευταία δεκαετία ενισχυόμενο από ακροδεξιές και νέο-ολοκληρωτικές δυνάμεις, που σαφώς έχουν ενισχύσει τη θέση τους σ’ όλη τη δύση)  απέναντι στη διεθνή αριστερά και τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις όπου Γης. Ο ενιαίος τρόπος, η σχεδόν πανομοιότυπη λεκτική και το ίδιο μέσο διατύπωσης αυτών των ερωτημάτων (δηλαδή τα σημερινά μέσα ενημέρωσης, που πλέον εκπροσωπούν πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα και πόρρω απέχουν από την ευθύνη ενημέρωσης των πολιτών), με τα οποία τίθενται τα ερωτήματα, δίνουν μια πρώτη ερμηνευτική απάντηση σχετικά με τη βασιμότητά τους αλλά και την ειλικρίνεια προθέσεων των ερωτώντων!   

Για να αρθρωθεί αντίλογος σ’ αυτά, δεν θα μπορούσε να γίνει προσφυγή στην εμπειρία μιας χώρας και μόνο. Όμως η Βρετανία είναι μια ξεχωριστή περίπτωση χώρας και αξίζει τον κόπο να ασχοληθούμε ειδικά μ’ αυτή για να βγάλουμε γενικότερα συμπεράσματα!

Γιατί η Βρετανία είναι ξεχωριστή περίπτωση;

Για πολλούς λόγους, αλλά εδώ θα αναφέρω δύο από τους πλέον σημαντικούς:

1. Είναι χώρα επίλεκτη του διεθνούς καπιταλισμού, μία από τις μητροπόλεις του. Άρα είναι κατάλληλη ευκαιρία να εξαχθούν συμπεράσματα στο πλαίσιο μιας αναγκαίας πια στα μέρες μας γενικής αξιολόγησης του καπιταλιστικού συστήματος, ως προτεινόμενης από την πολιτική συντήρηση βάσης για θετική πορεία του κόσμου και για τον τρέχοντα 21ο αιώνα. Ταυτόχρονα είναι παράδειγμα προς αποφυγή και ενδεικτική περίπτωση κράτους, που μέσα σε μια γενιά από ισχυρός διεθνής πολιτικός, οικονομικός παράγων, μετέπεσε σε παγκόσμιο παρία, που κινδυνεύει μάλιστα να κατακερματιστεί ως επικράτεια εις τα εξ ων συνετέθην. Η Βρετανία είναι η χώρα στην οποία εφαρμόστηκε κατά κόρον η μεγάλη «εναλλακτική» ιδέα ανανέωσης του διεθνούς καπιταλισμού, ο νεο-φιλελευθερισμός. Η αποβιομηχάνιση (μόνο και μόνο για να ηττηθεί πολιτικά ο Άρθουρ Σκάργκιλ και η βρετανική εργατική τάξη) και ο πλήρης εξανδραποδισμός της οικονομίας της χώρας από δυναμικά παραγωγική (λόγω και της τεράστιας συμβολής της κοινοπολιτείας) σε χρηματοπιστωτική και οικονομία υπηρεσιών, σήμερα δείχνει τα τελικά της αποτελέσματα. Η Βρετανία, στο σημείο αυτό, δηλαδή η «ιστορικότητά» της ως περίπτωση μητρόπολης στην οποία δοκιμάστηκε (και απέτυχε παταγωδώς) ο νεο-φιλελευθερισμός, διαφέρει από άλλες ανάλογες περιπτώσεις στην Ευρώπη και κατά τούτο: Ήταν η μόνη στην οποία δεν μεσολάβησε αυτά τα χρόνια «σοσιαλδημοκρατικό διάλειμμα», οικονομικής πολιτικής (που στις άλλες χώρες ανέκοψε τη βιαιότητα εφαρμογής της νεο-φιλελεύθερης συνταγής), με δεδομένο ότι ο Τόνι Μπλερ που από μεριάς Εργατικών διαδέχτηκε τον θατσερισμό, όχι μόνο δεν άλλαξε οικονομική πολιτική αλλά σε ορισμένα πεδία την εμπέδωσε και την επεξέτεινε στα ίδια χνάρια των συντηρητικών προκατόχων του. Κλείνοντας αυτό τη σημείο: Η Βρετανία είναι σήμερα η χώρα μιας χαμένης γενιάς, υπόδειγμα αποτυχίας της πολιτικής συντήρησης και του νεοφιλελευθερισμού. Γι’ αυτό αξίζει να ασχοληθούμε επιλεκτικά με την περίπτωσή της.

2. Η Βρετανία είναι επίσης μοναδική περίπτωση ισχυρής ευρωπαϊκής χώρας, που αντιμετωπίζοντας τις διαλυτικές πλέον συνέπειες της περιόδου που ανέφερα πιο πάνω,  αντί να επιχειρήσει τη «φυγή προς το μέλλον», ολοκληρώνοντας τη συμβολή της στο ευρωπαϊκό ενοποιητικό εγχείρημα (και διεκδικώντας ίσως τη διεύρυνση του γαλλο-γερμανικού άξονα με τη δική της συμμετοχή), επιστρέφει στον «εθνικισμό του Brexit» ως δήθεν λύσης στα αδιέξοδά της, δραπετεύοντας από την αλήθεια σχετικά με τα αίτια της σημερινής κατάντιας της. Πάντα υπό την πολιτική διαχείριση των συντηρητικών! Γίνεται έτσι ένα κεντρικό παράδειγμα προς αποφυγή, καμπανάκι κινδύνου και για άλλες ισχυρές χώρες της ΕΕ. (Με πρώτη τη Γερμανία, η οποία προσέφερε ισχυρές ενδείξεις εμμονής στη λάθος συνταγή, με τη δεκαετία των «διασωστικών δραμάτων» του σοϊμπλισμού, τον οποίο ακόμη και σήμερα διστάζει να εγκαταλείψει, διακινδυνεύοντας να συμπαρασύρει όλη την Ευρώπη σε υφεσιακό κύκλο. Και η οποία, αν παρατείνει πολύ ακόμη τον δισταγμό της σε οικονομικές πολιτικές που αποδεδειγμένα πια συμβάλλουν στις αντιπληθωριστικές πιέσεις, θα ευθύνεται απολύτως για την τυχόν νέα οικονομική κρίση που πολλοί πλέον πιθανολογούν βασίμως).      

Στη Βρετανία είναι, λοιπόν, που την ύστατη μάχη αποτροπής του μοιραίου κλήθηκε να δώσει ο Τζέρεμι Κόρμπιν!

Τα βασικά επιχειρήματα κατά του Κόρμπιν, συμπεριλαμβανομένων των επικρίσεων από μεριάς της μπλερικής πτέρυγας του κόμματος και του ίδιου το Τόνι Μπλερ, είναι βασικά δύο: ότι δεν τοποθετήθηκε καθαρά κατά του Brexit («πάτησε σε δύο βάρκες» είναι ο συρμός της κριτικής αυτής) και ότι οι προγραμματικές αναφορές του για την απαξιωμένη σήμερα Βρετανία οδεύοντας στον 21ο αιώνα, είναι ξεπερασμένες και παλαιο-σοσιαλιστικές.

Οι θέσεις του Κόρμπιν είχαν δύο βασικά σημεία στήριξης, που απομυθοποιούν αυτήν την κριτική –αν υποθέσουμε ότι είναι καλόπιστη και όχι τμήμα μιας επεξεργασμένης τακτικής της άτυπης συμμαχίας συντηρητικών δυνάμεων, από την ακροδεξιά ως το αντιδραστικό πολιτικό κέντρο, που συμπράττουν σ’ ολόκληρη την Ευρώπη για την αποτροπή προοδευτικών εξελίξεων. (Έχει μάλιστα εδώ ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί ο αντικειμενικός ρόλος 5ης φάλαγγας που διαδραματίζουν με διαφορετικές τεκμηριώσεις αλλά πανομοιότυπο πολιτικό αποτέλεσμα οι συντηρητικοί σοσιαλδημοκράτες και οι διαφόρων προελεύσεων «κεντρώοι», σε μια πρωτοφανή στην παγκόσμια ιστορία των πολιτικών ιδεολογιών και 30 χρόνια μετά την κατάρρευση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού ιδιότυπη «εκστρατεία μίσους» κατά της αριστεράς).       

Πρώτο σημείο στήριξης του πολιτικού λόγου του Κόρμπιν: To brexit είναι αποτέλεσμα της βρετανικής κρίσης, και όχι αίτιό της. Με δεδομένο το σημείο αυτό και στη βάση του βρετανικού δημοψηφίσματος που συνιστά λαϊκή βούληση μη αντιστρέψιμη στον παρόντα χρόνο, η συζήτηση σχετικά με το ποιός είναι υπέρ ή κατά του brexit είναι αποπροσανατολιστική του πραγματικού διαλόγου που πρέπει να ανοίξει στη βρετανική κοινωνία, που δεν είναι άλλη από το πως η χώρα θα σταματήσει την καθοδική πορεία της (που από το brexit επιταχύνεται, αντί να ανακόπτεται) και θα αναζητήσει παραγωγική ανασυγκρότησή της την προσεχή περίοδο.

Δεύτερο σημείο στήριξης του πολιτικού λόγου του Κόρμπιν: Συμβάλλοντας στην κατά το προηγούμενο σημείο προσπάθεια ανοίγματος διαλόγου που χρειάζεται η Βρετανία (ανακοπή καθοδικής πορείας και αναζήτηση της πορείας ανασυγκρότησής της), κατάθεση προγραμματικών προτάσεων των Εργατικών, σε 3 βασικούς άξονες:

1. Η ενίσχυση του κρατικού παρεμβατισμού είναι αναγκαία για την επανασχεδίαση της οικονομίας και της παραγωγικής ανεξαρτησίας μιας χώρας όταν καλείται να χειριστεί ένα σοκ σαν το Brexit (με τη χώρα σε παρακμή από τις συνέπειες του κύκλου Θάτσερ-Μπλερ, αντί για άλμα έκανε βήμα προς τα πίσω με την έξοδο από την ΕΕ). Η ενίσχυση του κρατικού ρόλου ως καταλύτη ανασυγκρότησης της εκτός ΕΕ Βρετανίας αφορά σε επανακρατικοποιήσεις (και μάλιστα με πρόνοιες προχωρημένων σοσιαλιστικών μέτρων, π.χ. 3 συνδιοίκηση, κράτος-ιδιώτες-εργαζόμενοι), κοινωνική μέριμνα με αποτροπή ιδιωτικοποίησης της δημόσιας Υγείας, και μεγαλύτερο έλεγχο στις νομισματοπιστωτικές λειτουργίες (άμεσης εφαρμογής, αφού η χώρα δεν είναι στην ευρωζώνη), σε συνδυασμό με αναδιανομή των βαρών για την αναγκαία ανασυγκρότηση, με αύξηση της φορολογίας των πλουσίων.      

2. Ευθεία πρόσκληση των πολιτών σε πολιτική ανατροπής της προηγούμενης 30ετίας.

3. Καθαρή και σαφής αποστασιοποίηση από τις συντηρητικές πολιτικές των Εργατικών, που συνέβαλαν στην εμβάθυνση της κρίσης στη χώρα.

Σε τέτοιες συνθήκες (με την ακροδεξιά του Φάρατζ για πρώτη φορά να δίνει τόσο ξεκάθαρα σκληρή γραμμή υπερψήφισης των Τόρις) και με αυτές τις θέσεις (και όχι βεβαίως με τις θέσεις που του χρεώνονται από τους συντηρητικούς και τη μπλερική 5η φάλαγγα μέσα στο κόμμα) κρίνεται ο Κόρμπιν.

Το συμπαγέστατο 32% είναι η παρακαταθήκη που αφήνει ο Κόρμπιν στους Εργατικούς. (Και που φυσικά δεν είναι το χειρότερο από το 1935, όπως γράφεται, η αναφορά είναι για βουλευτικές έδρες που δεν είναι λογικά συγκρίσιμα τα στοιχεία τα δύο εποχών -για παράδειγμα στη Σκωτία οι Εργατικοί ενώ τότε λάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος των εδρών, σήμερα τις λαμβάνει το αυτονομιστικό κόμμα της Στέρτζον, ενώ οι Εργατικοί δεν λαμβάνουν ούτε μία έδρα).

Το κόμμα με αυτήν την εμπεδωμένη πλέον ριζοσπαστική πολιτική που επέβαλε ο Κόρμπιν, θέτει μεσοπρόθεσμα ευθέως το ερώτημα των πολιτικών ανατροπών, όχι «κουβεντιαστά» αλλά με εμφανές δημοκρατικό αποτύπωμα.

Με τα σημερινά δεδομένα, πολύ δύσκολα το κόμμα θα φύγει από τα χέρια της προοδευτικής πτέρυγας και θα επιστρέψει στα χέρια των δεξιών επιγόνων του Μπλερ. Στις εκλογικές αναμετρήσεις που θα ακολουθήσουν και χωρίς πια την εκκρεμότητα του brexit, θα δούμε τί θα επακολουθήσει!

Αλλά αυτός ήταν ο Τζέρεμι Κόρμπιν και αυτά έκανε στην ηγεσία των Βρετανών  Εργατικών! Και φυσικά δεν ήταν ένας πολιτικός του παρελθόντος, όπως επιχειρήθηκε αγωνιωδώς να του προσδοθεί τέτοια ταυτότητα, από την οργανωμένη βρετανική συστημική γραφειοκρατία, που μαζί με τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών τρέμουν για κάθε επαπειλούμενη αλλαγή στους θεσμούς, τις πολιτικές και τις διαδικασίες που αμφισβητούν την εξουσία τους. Και έτσι θα πρέπει να κριθεί και όχι ως ο «Στάλιν», που τολμά να μιλάει για την αύξηση της φορολογίας των ισχυρών, όπως ο ίδιος ο Μπορίς Τζόνσον τον χαρακτήρισε στην Telegraph, ξεπερνώντας κάθε όριο συντηρητικής προπαγάνδας.

(Στη φωτογραφία ο Τζέρεμι Κόρμπιν με τον Τζέρι Άνταμς σε μια φωτογραφία του 1984)