22 Δεκ. 2019

H τεράστια συμβολή της υπόθεσης Ινδαρέ στην αποτύπωση της ατομικής δημοκρατικής ταυτότητας

Δημοκρατία ή κανονικότητα

Η υπόθεση Ινδαρέ ήδη έχει πάρει τον δρόμο της ως δικαστική εκκρεμότητα. Πολύ καιρό μετά από σήμερα, θα εκδοθούν κάποιες τελεσίδικες αποφάσεις και ανάλογα με την ετυμηγορία θα ξανανάψει ο πόλεμος των πληκτρολογίων για την υποστήριξη των εκατέρωθεν απόψεων.

Όμως, το περιστατικό αυτό εξατομικευμένα ο καθένας μας, είτε το σκέφτηκε μόνος και χωρίς να εξωτερικεύσει ο,τιδήποτε (ίσως ούτε απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του δεν έλαβε θέση) είτε δημοσία εξέφρασε την άποψή του, μεταβάλλεται σ’ ένα ιστορικό σημείο-ορόσημο των πραγμάτων της εποχής: Την οριστική εκκαθάριση της δημοκρατικής σύγχυσης που τελευταία ανιχνεύεται μέσα στον κάθε πολίτη τούτης της χώρας, με τελεσίδικη ένταξή του στο δημοκρατικό όχημα ή τη διέλευσή του στην αντίπερα όχθη!

Γιατί στο περιστατικό Ινδαρέ, εκείνο που διαπιστώνεται ως πυρήνας του δημόσιου διαλόγου που παρήχθη είναι ότι εδώ δεν μπορεί κανένας να είναι και με τη δημοκρατία και με τη δικαιολόγηση του βιασμού της. Δεν χρειάζεται καν η εκκαθάριση της δικαστικής εκκρεμότητας, ως η ύστατη προσχηματική φυγή των όψιμων τροφίμων του νεο-ολοκληρωτισμού που αντιμάχονται τη δημοκρατία, για να σου διαφεύγει εδώ το κύριο ζήτημα: Το σπίτι του καθένα μας, η οικογενειακή μας εστία, ο τόπος διάκρισής μας από το σκηνικό της δημοσιότητας όπου κινούμεθα τις περισσότερες ώρες της μέρας, η περιοχή των γνήσιων εκμυστηρεύσεων, το χωράφι της τόλμης ανομολόγητων αμαρτημάτων μας (που όμως αυτομάτως καθαγιάζονται ως θεμιτές επιθυμίες επειδή διεκδικήθηκαν σ’ εκείνον τον κλειστό χώρο), η χρυσή και μόνη ευκαιρία της ημερήσιας απομόνωσης, όλ’ αυτά, ως καίρια στοιχεία συγκρότησης της ατομικής προσωπικότητας ολοκληρωμένων ατόμων-πολιτών, δεν παραβιάζεται από κανέναν και για κανένα λόγο! Αν αυτό καμφθεί, λόγω ή έργω -αλλά πάντως με εκφρασμένη προς τούτο βούληση της κρατικής εξουσίας που το επιχειρεί- απλά η δημοκρατία παύει να υφίσταται!

Γι’ αυτό και συνύπαρξη μεταξύ εκείνου που αποδέχεται αυτήν την απαράβατη αρχή και εκείνου που αποστασιοποιείται απ’ αυτή, με οποιοδήποτε πρόσχημα, δεν είναι νοητή! Πρόκειται πλέον για πολίτες δύο διαφορετικών κόσμων, που δεν είναι εφικτή η συλλειτουργία τους στο κοινωνικό γήπεδο της ανοχής μεταξύ των διαφορετικοτήτων, που πρεσβεύει η δημοκρατία. Για να το πω τρυφερά: Αν ομολογείς ότι σκοπός σου είναι να αφαιρέσεις την ελευθερία μου, και μάλιστα στο ίδιο το σπίτι μου και εξατομικευμένο άσυλό μου, δηλαδή ακριβώς στο σημείο όπου συμβολικά και πρακτικά συναρθρώνεται η εγγυημένη αυτονομία της ατομικής μου υπόστασης, ως πολίτης, συμπεριφορά και πολιτισμός, τότε δεν θα αρχίσουμε να συζητάμε για να σε πείσω να μην το κάνεις! Θα αντιδράσω και θα αμυνθώ με όλα τα μέσα που διαθέτω για να σε σταματήσω και να σε εκδιώξω από τον κύκλο ελευθερίας μου. Δεν θα το «κουβεντιάσουμε» το θέμα. Πόλεμο θα έχουμε!

Επομένως, η υπόθεση Ινδαρέ είναι μοναδική ευκαιρία για να διαπιστωθεί στον καθένα από μας αν υφίσταται η απολύτως βαρύνουσα δήλωση δημοκρατικής πολιτικής βουλήσεως του ατόμου, ή όχι! Λιγότερη ή περισσότερη δημοκρατία μπορεί να υπάρχει, ανάλογα με τις ευαισθησίες και τα καθαρά πολιτισμικά στοιχεία «εύρους νοός» που υπάρχουν σε κάθε πολιτική ηγεσία που ασκεί εξουσία. Αν, όμως, καταπέσει η δημοκρατική προϋπόθεση, αφ’ εαυτής καταπίπτει και η εντολή ενάσκησης της εξουσίας αυτής, η οποία στην περίπτωσή μας εκ της ελληνικής κάλπης αναδύεται, ως ορμέμφυτη εκ του αντιθέτου δήλωση βουλήσεως περί «κανονικότητας».

Κι ακριβώς αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των δύο: Η δημοκρατία δεν επιδέχεται άλλη ερμηνευτική του περιεχομένου της εκδοχή, πέραν της διαπίστωσης περί της ύπαρξεώς της, ή μη. Η «κανονικότητα» είναι σχετικού περιεχομένου δήλωση πολιτικής βουλήσεως και απολύτως αδύναμη και αναρμόδια για να ορίσει συνυπάρξεις διαφορετικοτήτων. Μ’ άλλα λόγια, αν κάποια «κανονικότητα» είναι το πλαίσιο εκείνο που ορίζει λειτουργία κράτους, είναι επιβολή, ολοκληρωτισμός και αντι-δημοκρατία! Απλά είναι δημοκρατικά αντικανονική!

Η ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος το ορίζει με σαφήνεια: «H τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Eλλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Όχι απλώς δικαιούμεθα ως πολίτες να κηρύξουμε αυτόν τον πόλεμο αλλά είμαστε και υποχρεωμένοι να το κάνουμε!

Κοντολογίς, η υπόθεση Ινδαρέ είναι η έσχατη απόδειξη ότι στην Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη μια προσπάθεια δημοκρατικής εκτροπής. Κι αυτό καμιά πλειοψηφία δεν μπορεί να το νομιμοποιεί, ο,τιδήποτε και αν επιστρατεύεται ως το κίνητρο της εκτροπής. Για να το πω απλότερα, με τον τρόπο που προσπάθησα να το θέσω πριν λίγο καιρό σε κάποια άλλη ανάλυσή μου και με άλλες αφορμές: Η υπόθεση Ινδαρέ μπορεί κάλλιστα να είναι ανεκτό περιστατικό στο πλαίσιο μιας οπωσδήποτε τεθειμένης πολιτικής κανονικότητας. Ποτέ, όμως, δεν θα μπορούσε να είναι μέρος μιας δημοκρατικής ομαλότητας!       

Όμως, εκτός απ’ αυτούς που πέρασαν στο αντίπαλο της δημοκρατίας πολιτικό αφήγημα περί «κανονικότητας», υπάρχουν κι εκείνοι που ενώ δηλώνουν ότι συμπαρατάσσονται με τη δημοκρατία, την ίδια ακριβώς στιγμή με μια σειρά άλλα προσχήματα ή αληθώς πλανώμενοι από δευτερεύοντα ζητήματα, ταυτίζονται με τους αρνητές της.

Διερωτάται κανένας: Μπορεί να συνυπάρχει κάποιος πολιτικά με κάποιον άλλον, με κριτήριο π.χ. τη συμφωνία των δύο ως προς τα χαρακτηριστικά καταλληλότητας του Προέδρου της Δημοκρατίας, και ταυτόχρονα ο ένας να εξανίσταται για τη μεταχείριση της οικογένειας Ινδαρέ, ενώ ο άλλος δικαιολογεί τη μεταχείριση αυτή ως «κανονική»; Και σε ό,τι μεν αφορά τον δεύτερο, τα πράγματα είναι καθαρά: Όχι απλώς ανέχεται αλλά υποστηρίζει κιόλας την εκτροπή. Ο πρώτος, όμως, τί κάνει; Μπορεί χωρίς να έχει αποτραπεί η επαπειλούμενη δημοκρατική εκτροπή και χωρίς να έχει αποκατασταθεί πλήρως η δημοκρατική ομαλότητα, να γίνεται διάλογος περί της καταλληλότητας ενός προτεινόμενου προσώπου για την Προεδρία της Δημοκρατίας, σε ένα «σκηνικό» κανονικότητας μεν, δημοκρατικής ανωμαλίας δε; Φυσικά όχι!

Δηλαδή, απολογούμενοι είναι και στην αντίπερα πολιτική όχθη του δημοκρατικού προτάγματος περνούν και όσοι ανέχονται τη συνύπαρξή τους με εκείνους που δικαιολογούν την κάμψη των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων για τον οποιοδήποτε λόγο και με την οποιαδήποτε αιτιολογία, και δεν διαχωρίζουν άμεσα τη θέση τους από την εκτροπή, ενώ ανέχονται την πολιτική συνύπαρξή τους με τους αντιπάλους της δημοκρατίας.

Για ποιόν λόγο άραγε ένας πολίτης ειλικρινής υποστηρικτής της δημοκρατίας, θα αισθανόταν την ανάγκη να αλλάξει τη λέξη-πλαίσιο-πολιτικό όρο και να πει τόσα πολλά για το πλασματικό υποκατάστατό της, την «κανονικότητα»; Προδήλως το κάνει επειδή η δημοκρατία δεν «κουμπώνει» στις αντιλήψεις του για την ενάσκηση της εξουσίας.
Κι εδώ βρίσκεται και μια καίρια (αλλ’ όχι πλήρης, φυσικά) απάντηση και περί του πώς ευδοκιμεί μέσα σ’ αυτές τις νεο-ολοκληρωτικές πολιτικές απόψεις το φαινόμενο της υστερικής «φανατίλας», με την οποία όσοι έχουν τέτοια στάση υπερασπίζονται την εκτροπή ως δήθεν αναγκαία: Αν μαζευτούμε όλοι μαζί, λένε και το πιστεύουν, εμείς που είτε ανεχόμαστε είτε υποστηρίζουμε τη δημοκρατική εκτροπή και αρχίσουμε να φωνάζουμε οργανωμένα για την αναγκαιότητά της θα παραχθεί η αναγκαία οιονεί δημοκρατική νομιμοποίηση για τον αντιδημοκρατικό σκοπό. Λες και η δημοκρατία θα μπορούσε ποτέ να είναι υπόθεση εντάσεων υποστήριξης της ανάγκης κατάργησης ή στην καλύτερη περίπτωση περιστολής της, και όχι απαράβατη προϋπόθεση-πλαίσιο του πολιτεύματος.

Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ότι όσοι υποστηρίζουν τη δημοκρατική εκτροπή εικονοποιούν το ζήτημα κατεξευτελίζοντας το κεντρικά προσωποποιημένο θύμα της, τον κ. Ινδαρέ!

Παραθέτω μερικές ενδεικτικές «δημοκρατικές ατάκες», που διατυπώθηκαν σε διάλογο σε κοινωνικό δίκτυο, εν είδει σχολίων και αντιδρώντας στον συγκλονισμό που ένας φίλος μου τόλμησε να δηλώσει ότι αισθάνθηκε ακούγοντας το ηχητικό ντοκουμέντο από τις διαμαρτυρίες του δεμένου και με κουκούλα στο κεφάλι κ. Ινδαρέ.

- «Ε, τι σκηνοθέτης θα ήταν εάν δεν σκηνοθετούσε την σύλληψη του. Μόνο που δυστυχώς ήταν μια πολύ κακή σκηνοθεσία»,

- «Έβγαζε λόγο ο χρυσός μου; Ήρωας!»,

- «Δεν ντρέπεται σε τέτοια ηλικία να το παίζει άναρχο άπλυτος»,

- «Εγώ πάλι ύστερα από το βίντεο που είδα είμαι πεπεισμένη ότι εκτός από σκηνοθέτης είναι και ηθοποιός με έφεση λόγω ύφους στην αρχ. Τραγωδία»,

- «Σίγουρα για ηθοποιός κάνει για σκηνοθέτης δεν ξέρω...χαχαχα»,

- «Πόσο γελοίος ο τύπος».  

Επίσης, συνοδεύω το σημερινό κείμενό μου με μια φωτογραφία-μοντάζ που αποπειράται να γελοιοποιήσει τον κ. Ινδαρέ, η οποία κυκλοφόρησε σε κάποιο άλλο κοινωνικό δίκτυο και αναπαράχθηκε μαζικά. Στη σκαιά επιχείρηση κατεξευτελισμού συμπεριλαμβάνεται τουλάχιστον ένας βουλευτής της ΝΔ, που δεν δίστασε ως οπτικό υλικό τεκμηρίωσης της γνώμης του να αναρτήσει φωτογραφία του βάναυσα κακοποιημένου πολίτη.

Πρόκειται για αναφορές που φέρουν το άγος εκπληκτικής αναλογίας τους με δημόσιες αναφορές κατεξευτελισμού των Εβραίων, επί των ημερών του πρώιμου ναζισμού. Αυτό το αισθητικό, νοηματικό και πολιτικό αμπαλάζ έχουν τέτοιες αναφορές στην Ελλάδα του 21ου αιώνα.! Και, δυστυχώς, φοβάμαι πως είναι ακόμη χειρότερα, διότι στις από τότε εικόνες ναζιστικών βιαιοτήτων κατά των Εβραίων (πριν αρχίσει η επιχείρηση μαζικής εξολόθρευσης τους) εγώ βλέπω απλούς πολίτες να κρατάνε με την στάση τους μιαν απόσταση από εκείνο το πογκρόμ, δείγμα μιας ανέκφραστης αγωνίας για την εκτροπή που βίωναν.

Σήμερα; Θα περίμενε κανένας σε χώρα που ανήκει στο δημοκρατικό πεδίο, τόσο μαζική απροσχημάτιστη και βάρβαρη πλειοδοσία υποστήριξης της αστυνομικής κτηνωδίας; Κι αν η συνέχεια, τότε, την εποχή του ναζισμού, ήταν το αιματηρό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, σήμερα τι πρέπει να περιμένουμε από τους συμπαραστάτες των ξυλοδαρμών, των εξευτελισμών και των πραγματικών βιασμών, υπό το αδιανόητο για δημοκρατικούς πολίτες πρόσχημα αποκατάστασης της «κανονικότητας»;

Είναι, δηλαδή, ολοφάνερο ότι με πρόσωπα που έχουν καταστεί φορείς νομιμοποίησης της αστυνομικής βίας και τεκμηρίωσης μάλιστα και της αναγκαιότητάς της, οι δημοκρατικοί πολίτες όχι απλά δεν μπορούν να συνυπάρξουν, αλλά υποχρεούνται και να αντιπαρατεθούν αποφασιστικά μαζί τους.

Τελειώνοντας θέλω να πω ότι με αποκλειστική ευθύνη της σημερινής πολιτικής εξουσίας ο πόλεμος μεταξύ μας για την υπεράσπιση της δημοκρατίας από τις αλλεπάλληλες επιχειρούμενες εκτροπές της διακηρυττόμενης κυβερνητικής «κανονικότητας» έχει πλέον ανοίξει! Εικάζω (αν και δεν το εύχομαι) πως δεν θα κλείσει εύκολα και χωρίς να καταλήξει να υπάρξουν νικητές και ηττημένοι στο ανοιχτό αυτό μέτωπο. Είτε η δημοκρατική ομαλότητα θα αποκατασταθεί είτε η ανωμαλία της  «κανονικότητας» θα παγιωθεί. Και το θέμα, νομίζω, εκφεύγει πια και της συντεταγμένης διαδικασίας διακομματικής αντιπαράθεσης, με δεδομένη την απολύτως ανεπαρκή αντιπολίτευση που ασκεί εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τη βαρύτητα του ζητήματος.

Ήδη, η πολιτική ανεπάρκεια του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο σημείο αυτό, παράγει αυθόρμητες και δυναμικές ετοιμότητες μεγάλου αριθμού πολιτών, ανεξαρτήτως κομματικής ένταξης, να ενεργοποιηθούν με ζητούμενο την αποκατάσταση της δημοκρατίας, πέραν -αν όχι και σε αντίθεση- με το κομματικό κατεστημένο. Πρόκειται για μια κινηματικού τύπου και από τα κάτω ενεργοποίηση, που είτε ο ΣΥΡΙΖΑ θα συμπορευτεί μαζί της, είτε, αν όχι, θα μείνει πίσω στην παρεξηγήσιμη γραμμή λεκτικής και μόνο του αντίδρασής του στην αντιδημοκρατική «κανονικότητα», μεταπίπτοντας από κόμμα ανατροπής σε συστημικό μέρος ενός «πλάσματος δικομματισμού», χωρίς ουσιώδες πολιτικό περιεχόμενο και χωρίς φορτία διακυβευμάτων ιστορικού βάθους.

Οι εποχές και οι συνθήκες δεν είναι για εκτονωτικές των κοινωνικών αντιθέσεων σκιώδεις αντιπολιτεύσεις, ασκούμενες από πλήρως γραφειοκρατικοποιημένους και εξ ίσου σκιώδεις πρώην υπουργούς. Και δεν θα αργήσει πολύ ο χρόνος, κατά τον οποίο η αξιωματική αντιπολίτευση θα καταστεί στα μάτια των πολιτών η χλεύη ενός βλακωδέστατου δικομματισμού, ενώ η δημοκρατία θα πνέει τα λοίσθια.