3 Ιαν. 2020

Γιατί -αν συνεχιστεί έτσι- η διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ θα μετατραπεί σε τραγωδία

Γιατρέ μου,

μήπως δεν θα ξανακερδίσω

ποτέ άλλοτε εκλογές;

Οι αναφορές κατά της διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ,  στο εσωτερικό του κόμματος, συγκεκαλυμμένες ή και ανοιχτές, πληθαίνουν. Από τις αντιπαραθέσεις στις συνεδριάσεις των πολιτικών οργάνων του κόμματος, μέχρι τις δημοσιεύσεις τεκμηριώσεων πάσης μορφής και προθέσεων, ιδεολογικού περιτυλίγματος ή και ολοκάθαρης διένεξης περί τη νομή της εξουσίας στην αξιωματική αντιπολίτευση και την διακηρυττόμενη ως ενιαία σ’ όλες τις τάσεις προσδοκία-σκοπό για νίκη στις επόμενες εκλογές, αναδύεται ολοκάθαρα μια θνησιγενής πολιτική συνθήκη που προαναγγέλλει την παταγώδη αποτυχία του διευρυντικού εγχειρήματος.

Η ένταση των διαφορών πιστοποιεί την ύπαρξη βαθύτατου ιδεολογικού διχασμού, τόσο σε ό,τι αφορά την καθαρά θεωρητική πρόσληψη των αρχών του μαρξισμού, ως μεθόδου ανάλυσης των κοινωνικών αντιθέσεων, όσο και σχετικά με την αντίληψη περί της πολιτικής αριστεράς στον 21ο αιώνα. Οι διαφορές μου θυμίζουν ανάλογες αντεγκλήσεις μεταξύ ΠΑ.ΣΟ.Κ. και παραδοσιακής αριστεράς σε παρόμοια ζητήματα. Από την εποχή εκείνη ιστορικό έχει μείνει ένα κείμενο του Ανδρέα Παπανδρέου με τίτλο «Ο Μαρξ, ο Λένιν και η δικτατορία του προλεταριάτου», στο οποίο εκτίθεται για πρώτη φορά το δημοκρατικό πρόταγμα ως αναπόσπαστο μέρος μιας μεθοδολογίας σοσιαλιστικής μετάβασης, σε αντίστιξη με τον κλασσικό μαρξισμό-λενινισμό και τη θέση του για το ρόλο του κόμματος-πρωτοπορία για τη διαδικασία της ίδιας μετάβασης.       

Στα σημερινά μέτρα, και επειδή εδώ δεν είναι ένα άρθρο θεωρητικής αναφοράς αλλά μια ανάλυση σχετικά με την πολιτική επικαιρότητα, οι ιδεολογικές διαφορές που επισημαίνονται δεν είναι άσχετες με τις εσωκομματικές σκοπιμότητες των πτερύγων που διαγκωνίζονται για την ηγεμονία στο εσωτερικό του ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Σε κάθε περίπτωση, επειδή η προοδευτική παράταξη στην Ελλάδα σήμερα έλκει την ιστορική καταγωγή της τόσο από την παραδοσιακή αριστερά όσο και από τον χώρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η σχηματοποίηση του εσωκομματικού διαγκωνισμού που βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη για τον έλεγχο του κόμματος στο πλαίσιο του διευρυντικού εγχειρήματος, μοιραία -θά ‘λεγε κανένας- καταλήγει στην αφαιρετική αντιπαράθεση «συριζαίων»-«πασοκογενών». Όμως το γεγονός και μόνον ότι η αντιπαράθεση σχηματοποιείται με τέτοιο τρόπο, ενώ το σαφές και συνειδητώς τεθέν αιτούμενο του υπό ανασυγκρότηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι ένα μαζικό κόμμα, ικανό να υλοποιήσει και να νομιμοποιήσει δημοκρατικά μια οργανωμένη και δημοκρατικά νομιμοποιημένη πολιτική ανατροπή, αποδεικνύει τη «ρηχότητα» των πραγμάτων. Αντί για τις αναγκαίες αναπροσαρμογές της αριστεράς σε θεωρία και πολιτική πρακτική, που γεννά η συγκυρία όπως εξελίσσεται ραγδαία στον 21ο αιώνα, εμπεδώνεται ένα σκηνικό άγονου φατριασμού. Και, φυσικά, έτσι το όλο εγχείρημα υπονομεύεται εξ αφετηρίας.     

Από την οριστικοποίηση της πορείας προς το συνέδριο του «σχήματος» ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Προοδευτική παράταξη, που έχει προγραμματιστεί να συγκροτηθεί σε συνεδριακή μορφή τον Μάιο του 2020, έχει εκδηλωθεί  μια ανοιχτή σύγκρουση, που δεν αποφεύγει την ανταλλαγή χαρακτηρισμών, σε τόνους και περιεχόμενο, που δεν μπορεί να συνιστά βάση πολιτικής συνύπαρξης όσων παίρνουν μέρος στον αχρείαστο κατά τη γνώμη μου καυγά.

Δύο ενδεικτικά παραδείγματα:

α. η προκλητικότατη για τον ιστορικό ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τα μέλη και στελέχη του (που, αρέσει δεν αρέσει, αποτελεί τον πυρήνα του διευρυντικού σκοπού) αναφορά πρώην υπουργού του Γ. Παπανδρέου, και

β. η φοβερή φράση σε χθεσινό μόλις άρθρο στο commonality περί του «…ανδρεο-παπανδρεϊκού ΠΑ.ΣΟ.Κ. της διαφθοράς και του σκανδάλου Κοσκωτά…», με το οποίο προφανώς ο αρθρογράφος ξεκαθαρίζει ότι δεν μπορεί να προκύψει συνύπαρξη του ιστορικού ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με την πασοκική παράδοση.  

Υπάρχει κανένας που πιστεύει ότι με τέτοιες εκατέρωθεν προσεγγίσεις μπορεί να υπάρχει εδραία προσδοκία να επιτύχει το ανασυγκροτητικό και ενοποιό εγχείρημα της  διεύρυσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.; Εγώ λέω όχι! Το καλύτερο που θα μπορούσε κανένας να προσδοκά σε τέτοιες συνθήκες είναι μια συνύπαρξη τακτικού χαρακτήρα με στόχο μια εκλογική επιτυχία και μια 2η ευκαιρία πρόσβασης στην εξουσία. (Μια νέα ευκαιρία, ποιοτικά και πρακτικά απολύτως ασύμβατη με την επιτυχή 1η ευκαιρία αποτίναξης της συντεταγμένης μνημονιακής εξάρτησης, ουσιαστικής για πρώτη φορά μακροπρόθεσμης ρύθμισης του εξωτερικού χρέους και ανατοποθέτησης του διεθνούς λόγου της Ελλάδας από αποικία χρέους σε παράγοντα γεωπολιτικής σταθερότητας [συμφωνία των Πρεσπών] και εναλλακτικού ενεργειακού παίκτη ευρύτερης επίδρασης στις εξελίξεις [πολιτική αγωγών και πλήρης ενεργοποίηση της διαδικασίας ενάσκησης εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της χώρας στους υδρογονάνθρακες στο Ιόνιο, το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο]).

Όμως, μια τέτοια συνένωση ασύμβατων μεταξύ τους προσλήψεων της πολιτικής ανάγκης που ιστορικά καλείται να υπηρετήσει η αριστερά αυτών των καιρών, με τα κινήματα βάσης του 21ου αιώνα, από την ουσιαστική αμφισβήτηση του καπιταλιστικού οικονομικού, παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου που καταρρέει, μέχρι την ανακοπή και αποτροπή της Κλιματικής Αλλαγής και την πολιτισμική αναθεώρηση του σημερινού «δημοκρατικού» πλαισίου πλασματικής αντιπροσώπευσης, μιντιακής και υπό το σκληρό πλέγμα ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων δήθεν αποτύπωσης των κοινωνικών αιτημάτων, δεν είναι κίνημα πολιτικών ανατροπών, ούτε είναι προοδευτικό κόμμα, ουδέ καν πολύ περισσότερο είναι αριστερά!

Τελικά δεν είναι παρά ένα μπλοκ εξουσίας υπό κυοφορία! Ένα εναλλακτικό μπλοκ εξουσίας απέναντι σ’ αυτό του ιδιότυπου ακροδεξιού νεο-φιλελευθερισμού που υπό το ετερόκλητο και τυχοδιωκτικό όχημα του νεο-μητσοτακισμού κυβερνά σήμερα τη χώρα. Η αριστερά δεν μπορεί και δεν δικαιούται ιστορικά να προτείνει ως λύση του ακατάλυτου αιτήματος σοσιαλιστικής αλλαγής μια εναλλαγή των μπλοκ εξουσίας. Αν το κάνει θα ήταν μια τερατική πολιτική κλωνοποίηση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» του περασμένου αιώνα (ως άγους εκ του αποτελέσματος) κατά τον τρέχοντα 21ο αιώνα. Αν το κάνει, απλά θα πάψει να είναι αριστερά! Πολύ περισσότερο, αφού η συνεπεία της χαίνουσας καπιταλιστικής κρίσης προλεταριοποίηση σήμερα ευρύτατων τμημάτων της μεσαίας τάξης, παράγει δημοκρατικές νομιμοποιήσεις ριζοσπαστικοποίησης της πλειοψηφίας των πολιτών, που καθιστούν απολύτως αναιτιολόγητη κάθε σκέψη επιβολών μιας «δικτατορίας του σημερινού προλεταριάτου».

Η σκιαμαχία που περιγράφω, έχει σημασία να εντοπίσω πώς συγκεκριμένα συναρθρώνεται σε διλημματικού τύπου απολύτως οππορτουνίστικα ερωτήματα που θέτουν οι αλληλοσπαρασσόμενες μεταξύ τους πτέρυγες, στην πορεία προς το τύποις συνέδριο ανασυγκρότησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Ενδεικτικά αναφέρω μερικές από τις μηχανίστικες παρουσιαζόμενες από τις ενδοπαραταξιακές φατρίες εκατέρωθεν αντιθέσεις:      

- Κόμμα ή παράταξη (λες και μπορεί να υπάρξει δημοκρατικά νικηφόρο κόμμα σε εκλογές τον 21ο αιώνα χωρίς αναφορές σε κινηματικά και παραταξιακά στοιχεία της κίνησης των μαζών),

- Συνέδριο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ή του διευρυμένου κομματικού σχήματος (λες και θα μπορούσαν ποτέ να αναμένουν οι κινηματικής συγκρότησης ριζοσπαστικοποιημένες μάζες που κινούνται σε προοδευτική κατεύθυνση την κομματική διαδικασία να ολοκληρώσει τον υπαρξιακό πολιτικό κύκλο της, για να επιχειρηθεί η μαζικοποίηση του πολιτικού υποκειμένου ανατροπής -κόμμα, παράταξη, μέτωπο, ο,τι δήποτε και αν είναι),

- Προσχώρηση ή σύμπραξη (λες και θα μπορούσε ποτέ να αρθρωθεί ενιαίος προγραμματικός πολιτικός λόγος περί μέλλοντος, με πολιτικές μεταγραφές και όχι με σφυρηλάτηση πολιτικής ενότητας), και

- Face control ή ανοιχτή πρόσβαση (λες και η εξατομικευμένη συνέπεια σε ιδέες και υπηρέτηση πολιτικών σκοπών θα μπορούσε να τίθεται υπό την κρίση οιουδήποτε ιερατείου).

Απολύτως προσωπικά, ως προερχόμενος από το ΠΑ.ΣΟ.Κ., προφανώς δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω υπό την ετεροχρονισμένη αξιολογητική κρίση των υπολειμμάτων της παραδοσιακής αριστεράς της δεκαετίας του 1980, τον ιδρυτή του Κινήματος και το τεράστιο πολιτικό έργο του 1981-1989. Γιατί αυτό υποδεικνύει η φράση του αρθρογράφου στο commonality περί του «…ανδρεο-παπανδρεϊκού ΠΑ.ΣΟ.Κ. της διαφθοράς και του σκανδάλου Κοσκωτά». Ούτε σημείο στίξεως δεν θα χαράμιζα σε τέτοιο διάλογο!

Αντιλαμβάνομαι, εξ αντιθέτου, και θεωρώ λογικό και θεμιτό ότι κανένας παλιός συριζαίος δεν θα ανεχόταν εισβολή αξιωματούχων άλλου χώρου, οι οποίοι μη σεβόμενοι διαδικασίες, παραδόσεις και συλλογικά παραδεδεγμένα σ’ ένα υπάρχον από χρόνια τώρα  κόμμα, απειλούν -εξ ονόματος μάλιστα του ίδιου του Τσίπρα- με περιθωριοποίηση τα μέλη και τα στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Όπως και να ‘ναι, όμως, και όποιος κι αν έχει το μικρότερο ή το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την εμπέδωση αυτού του ενδοπαραταξιακού διχασμού, και μάλιστα επί σκιαμαχιών (όπως προσπάθησα να εξηγήσω), έτσι δουλειά δεν γίνεται!

Κι αυτό ή θα αλλάξει με άμεσες, σαφείς και αποτελεσματικές παρεμβάσεις εκκαθάρισης αυτού του πεδίου αναμέτρησης των εκατέρωθεν οππορτουνισμών, είτε το ιστορικό εγχείρημα ανασυγκρότησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Προοδευτική Συμμαχία θα εκπέσει των προσδοκιών του προοδευτικού κινήματος στην Ελλάδα σε γήπεδο νέου κύκλου χαμένων ευκαιριών της αριστεράς.