14 Ιαν. 2020

Γιατί η Ελλάδα πρέπει να απέχει από διεθνείς διασκέψεις για το λιβυκό ζήτημα

Η Τουρκία, η Λιβύη,

το Καστελόριζο και η ΑΟΖ

Διαβάζω εδώ και μερικές μέρες κριτική κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, σχετικά με την απουσία της Ελλάδας από διεθνείς διασκέψεις με αντικείμενο το λιβυκό ζήτημα, όπως έχει διαμορφωθεί τελευταία. Οι αναφορές κατά του αδύναμου και προφανώς ακατάλληλου πρωθυπουργού, έρχονται σαν συνέχεια της πανωλεθρίας του πρόσφατου ταξιδιού Μητσοτάκη στις Η.Π.Α., δυστυχώς με σοβαρές συνέπειες για το κύρος της Ελλάδας, και επισύρονται ως τεκμηριώσεις της ανεπάρκειας του Έλληνα πρωθυπουργού (δυστυχώς προφανούς ανεπάρκειας κατά τα άλλα) να εξασφαλίσει ισχυρή διεθνή παρουσία για τη χώρα μας.

Η κριτική αυτή προέρχεται, μάλιστα, ακόμη και εξ αριστερών και δεν περιορίζεται στη γνωστή δεξιά και ακροδεξιά οπτική των πραγμάτων, που φιλοξενείται ως σύνοικος πλέον και όχι ως ξένη συνεργαζόμενη άποψη με τον νεο-μητσοτακισμό της Ν.Δ., εξοβελίζοντας τον πυρήνα της μεταδικτατορικής δεξιάς πολιτικής, δηλαδή τον ίδιο τον καραμανλισμό, σε περιθωριακούς σήμερα ρόλους μέσα στο ίδιο το κόμμα του.   

Όμως, έχω την εντύπωση ότι αυτή η θέση περί συμμετοχής της Ελλάδας σε πολυμερείς διασκέψεις για διάφορα ζητήματα της διεθνούς συγκυρίας, συμπεριλαμβανομένου και του λιβυκού, δεν είναι παραγωγική για την προαγωγή των συμφερόντων της χώρας μας. Εκτός απ’ αυτό, ακόμη, δεν θεωρώ πως είναι αριστερή ματιά στις παγκόσμιες εξελίξεις. Δεν είναι θέαση των εξελίξεων στον πλανήτη με όρους υπηρέτησης των πάγιων αρχών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή της επιζήτησης της ειρήνης στον κόσμο, της σταθερής υποστήριξης των κανόνων του διεθνούς δικαίου ως μόνου μέσου για την επίλυση των διαφορών καθώς και της αρχής της μη ανάμιξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κυρίαρχων κρατών.

Φυσικά, εδώ υπάρχει ένας ισχυρός αντίλογος: Η Λιβύη, από όποιον εκπροσωπείται σήμερα διεθνώς (και αυτός είναι η κυβέρνηση-μαριονέτα αλ Σάρατζ της Τρίπολης), συμμετέχει σε κινήσεις με τις οποίες αμφισβητούνται ευθέως δικαιώματα της Ελλάδας στην ΑΟΖ της στην ανατολική Μεσόγειο. Δεν μπορεί, επομένως, η Ελλάδα να μένει απαθής!

Και δεν έμεινε! Η Ελλάδα, με όλο το οπλοστάσιο διπλωματικών μέσων που διαθέτει διευκρίνισε ότι η συμφωνία Ερντογάν-αλ Σάρατζ, με την οποία επιχειρείται οικειοποίηση μέρους της ελληνικής ΑΟΖ κυρίως από την Τουρκία και σε πολύ μικρότερο βαθμό από την κυβέρνηση της Τρίπολης του αλ Σάρατζ, είναι άκυρη και αντιτίθεται στο ισχύον διεθνές δίκαιο, ενώ με τις δέουσες ενέργειες της Αθήνας διαμηνύθηκε και προς τον Ο.Η.Ε. η ελληνική θέση. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα ενημέρωσε το σύνολο σχεδόν των διεθνών  παραγόντων για τη στάση της, εξασφαλίζοντας μάλιστα και ρητή θετική υποδοχή για τα ελληνικά συμφέροντα από τη μεγάλη πλειοψηφία των χωρών που αναμιγνύονται στο ζήτημα.

Ως εκεί όμως! Η ανάμιξη της Ελλάδας σε διεθνείς πρωτοβουλίες για το λιβυκό ζήτημα (πέραν της προσφοράς καλών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και μόνον και ούτε βήμα πιο πέρα –κάτι που εδώ δεν θα μπορούσε να υπάρξει), αν επιλεγόταν, θα μετέτρεπε τη χώρα μας σε διάδικο μέρος μιας υπόθεσης που δεν αφορά σ’ εμάς: τη διευθέτηση μιας εσωτερικής διαφοράς τρίτης χώρας, της Λιβύης εν προκειμένω!

Φυσικά, το πνεύμα που διαπερνά τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη, αποδεικνύει ότι -αν μπορούσε- το μέγαρο Μαξίμου που χαράσσει την -ο Θεός να την κάνει- σημερινή εξωτερική πολιτική μας, θα τσαλαβουτούσε μέχρι τον καβάλο σε συμμετοχές σε διεθνείς διασκέψεις για το λιβυκό. Μ’ άλλα λόγια είναι η αδύναμη σημερινή θέση της Ελλάδας (συντριπτικά πιο αδύναμη από τη διεθνή θέση και το κύρος που κατείχε αμέσως μετά τη συμφωνία των Πρεσπών), που καθιστά τη χώρα μας αζήτητο παράγοντα της διεθνούς επέμβασης για διευθέτηση της εσωτερικής κρίσης στη Λιβύη. Όμως, ακόμη κι αν εζητείτο από την Ελλάδα να συμμετέχει σε τέτοια διεθνή διάσκεψη θα έπρεπε να αρνηθεί τη συμμετοχή της!            

Γιατί; Διότι εκείνο που διαφεύγει της προσοχής πολλών είναι ότι η σχέση της Ελλάδας με το λιβυκό ζήτημα στη σημερινή μορφή του, δεν είναι προϊόν που αυτόνομα αναδύεται από ελληνο-λιβυκές διαφορές που επιζητούν διευθέτηση. Αν ήταν τέτοιου περιεχομένου ζήτημα, τότε φυσικά και θα έπρεπε να μας ανησυχεί η απουσία της Ελλάδας από τις όποιες διεθνείς διαμεσολαβήσεις. Όμως, όλη η σημερινή σχέση της Ελλάδας με την αδύναμη κυβέρνηση της Τρίπολης του αλ Σάρατζ, δεν διαθέτει δική της αιτιολογική βάση και δυναμική, αλλά τεχνηέντως υφίσταται μόνον ως μέρος των διεκδικήσεων της Τουρκίας κατά κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Είναι δηλαδή πτυχή της τουρκικής προσπάθειας διεθνοποίησης των διεκδικήσεων της Άγκυρας κατά της χώρας μας. Και αλλίμονο, αν η Ελλάδα με τη στάση της συνέβαλε στη διεθνοποίηση των ελληνοτουρκικών! Ποιά διεθνής διαμεσολαβητική αρμοδιότητα (πέραν ίσως της προσπάθειας για την αποφυγή θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο, ως ατυχούς ενδεχόμενου και υπό τις παραδοχές του ισχύοντος διεθνούς δικαίου, που θωρακίζουν απολύτως τα δικαιώματα της χώρας μας) δικαιούται να διεκδικεί ρυθμιστικό παρεμβατικό ρόλο με επίδικο θέμα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας πλήρως εγγυημένα από το διεθνές δίκαιο; Καμιά! Και φυσικά η Ελλάδα απλά δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται σε καμιά κυβέρνησή της να καταστήσει αρμοδιότητα διεθνών διαμεσολαβητικών παρεμβάσεων  (όπως επιζητεί η Τουρκία) δικαιώματά της που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Κι αυτό θα συνέβαινε, αν η Ελλάδα εμπλεκόταν αναρμοδίως σε παρέμβαση με ζητούμενο διευθέτηση σε εσωτερική λιβυκή υπόθεση, ανοίγοντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς τον δρόμο διεθνοποίησης και των τουρκικών διεκδικήσεων σε βάρος της ελληνικής ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο.

Είναι τελείως διαφορετικό να επικαλείται παγίως μια χώρα το διεθνές δίκαιο ως το  μόνο ανεκτό μέσο επίλυσης διαφορών, από το να συναινεί μια χώρα σε διεθνοποίηση μιας διαφοράς, ενώ το διεθνές δίκαιο ορίζει πλήρως τι ισχύει επί της ίδιας διαφοράς. 

Το τί κάνουν άλλες χώρες της περιοχής δεν είναι «οδηγός» ελληνικής εξωτερικής πολιτικής! Για παράδειγμα η Ιταλία έχει μακρά ιστορία παρεμβάσεων (ακόμη και αποικιοκρατικού χαρακτήρα) στη Λιβύη. Επίσης, σήμερα η Ιταλία «καίγεται» για την ανακοπή των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων από την Αφρική προς τη Ευρώπη. Αυτά δεν ενδιαφέρουν την Ελλάδα!

Σπεύδω να επεξηγήσω, επειδή συχνά η εξωτερική πολιτική υπόκειται σε περιορισμούς κατανόησης των κανόνων της από τους πολίτες (συνεπεία των υφιστάμενων κλισέ εσωτερικής πολιτικής σκοπιμότητας), ότι η περίπτωση του κυπριακού, διαφοροποιείται από τις ελληνο-τουρκικές διαφορές ακριβώς κατά τούτο: Τα ελληνοτουρκικά είναι μονομερής απαίτηση από μια χώρα σε βάρος δικαιωμάτων μιας άλλης, που την ισχύ τους εγγυάται το διεθνές δίκαιο! Ενώ το Κυπριακό είναι εξ αφετηρίας και λόγω του συστήματος περί εγγυητριών δυνάμεων των ιδρυτικών για την Κυπριακή Δημοκρατία συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου, διεθνές θέμα. Για τον λόγο αυτόν η Ελλάδα (και η Λευκωσία) συναινούν και είναι επισπεύδουσες για διεθνή διαμεσολάβηση υπό τον Ο.Η.Ε. και αναγκαστικά σε επόμενη φάση σε διαβουλεύσεις και μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων (Ελλάδα-Τουρκία-Βρετανία), ενώ την ίδια ώρα η Ελλάδα πρέπει να καταβάλλει κάθε προσπάθεια αποφυγής διεθνοποίησης του σημερινού λιβυκού ζητήματος, για τους λόγους που ήδη εξήγησα. Δεν είναι ανακολουθία σε μια ενιαία εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Απλά είναι διαφορετικά τα ζητήματα και επομένως διαφορετική η βάση επιζήτησης των λύσεων.

Μόνη διεθνής επεμβατική αρμοδιότητα που η Ελλάδα μπορεί να αναγνωρίσει στα ελληνοτουρκικά, είναι η προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για ερμηνευτική διευκρίνιση τυχόν ασαφειών στο διεθνές δίκαιο (π.χ. το ερώτημα εάν τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα). Για την ΑΟΖ, όμως δεν υπάρχει καμιά ασάφεια στο διεθνές δίκαιο! Μόνες περιπτώσεις που κρίθηκαν ως σήμερα από διεθνή δικαιοδοτικά όργανα σχετικά με το θέμα  της ΑΟΖ  (και οι αποφάσεις που εκδόθηκαν θα μπορούσαν να επηρεάζουν την ΑΟΖ του Καστελόριζου) είναι, ως γνωστό, οι περιπτώσεις της νήσου των Όφεων στη Μαύρη Θάλασσα, ως ρουμανο-ουκρανική διαφορά (για νησί όμως χωρίς μόνιμους κατοίκους, όπως το Καστελόριζο) και η υπόθεση για τη νήσο St. Martin's, ως διαφορά μεταξύ Μπαγκλαντές και Mιανμάρ. Και, σημειωτέον, οι αποφάσεις διεθνών δικαιοδοτικών  οργάνων για τέτοιες διαφορές δεν μπορούν να συνιστούν ισχύουσα νομολογία γενικώς εφαρμοστέα σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις, απλούστατα γιατί σ’ αυτά τα θέματα κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Για παράδειγμα, εάν τυχόν κάποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο εκαλείτο να  αποφανθεί επί του ερωτήματος εάν έχει ΑΟΖ το Καστελόριζο συγκεκριμένα ή το δικαίωμά του αυτό περιορίζεται κατά κάποιον τρόπο, θα έπρεπε να συνεκτιμηθεί ο καταλυτικά νησιωτικός χαρακτήρας της ελληνικής επικράτειας, στοιχείο που δεν συντρέχει ούτε στην περίπτωση της νήσου των Όφεων αλλ’ ούτε στην περίπτωση της νήσου St. Martin's.

Αν λοιπόν, υπάρχει κάποιος (εν προκειμένω η Τουρκία) που αμφισβητεί την ισχύ ή την πληρότητα δικαιωμάτων του Καστελόριζου σε ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο, ας επιζητήσει τη διευκρίνιση προσφεύγοντας σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Και όχι με γεωτρητικές πειρατείες, τις οποίες το διεθνές δίκαιο και συγκεκριμένα η σημερινή διεθνής κοινότητα δεν αναγνωρίζει.