17 Ιαν. 2020

Τα πολιτικά στοιχεία της πρότασης για την κυρία Αικατερίνη Σακελλαροπούλου

Συγχαρητήρια, Κυρία Πρόεδρε!

Με την πρόταση Μητσοτάκη για την κυρία Αικατερίνη Σακελλαροπούλου ως υποψήφια για την Προεδρία της Δημοκρατίας κλείνει ένα πολιτικό κεφάλαιο που έτεινε να καταστεί κρίσιμο θεσμικό βαρίδι για την ποιότητα της δημοκρατίας μας, με αποκλειστική ευθύνη του πρωθυπουργού.

Ο χρόνος της δημόσιας συζήτησης για τα ονόματα είχε τραβήξει πολύ περισσότερο απ’ όσο επιτρεπόταν (αν και μάλλον πρόωρα), εν αναμονή μιας απόφασης, που κατά τις επίσημες αναφορές Μητσοτάκη μεγάλο μέρος των στοιχείων λήψης της διαμορφώθηκε σε χειμερινό θέρετρο και σε αυστηρά προσωπικό πλαίσιο. Δηλαδή, το ίδιο πλαίσιο με εκείνο που δυστυχώς επανέλαβε ο πρωθυπουργός στη διαγγελματικού τύπου ανακοίνωσή του για την κυρία Σακελλαροπούλου. (Εφ’ όσον καθ’ αυτό διαγγέλματα εκφωνούνται από πολιτικές ηγεσίες για σοβαρό λόγο που αφορά σε υποθέσεις θεμελιωδών συμφερόντων της χώρας και σε κρίσιμες συνθήκες και όχι για τέτοια ζητήματα και με τέτοιο τρόπο -ας το εξηγήσει κάποιος αυτό στον κ. Μητσοτάκη!) Υπογραμμίζω, λοιπόν, ότι ένα μέρος των εξηγήσεων που έδωσε προς τους πολίτες ο πρωθυπουργός για τα κίνητρα της πρότασής του σχετικά με το πρόσωπο της νέας Προέδρου της Δημοκρατίας περιείχε αναφορές περί του ιστορικού ρόλου που όπως ο ίδιος τον αντιλαμβάνεται προσωπικά, πέπρωται να διαδραματίσει ως πρωθυπουργός κάνοντας την πρότασή του!!!

Αυτά είναι πολιτικές ανοησίες, με κόστος, όμως, για την ποιότητα των θεσμών μας, ευτελίζοντας και το πρόσωπο στο οποίο αφορούν. Δυστυχώς ο σημερινός πρωθυπουργός δείχνει να μην αντιλαμβάνεται ότι το κορυφαίο πολιτειακό αξίωμα και τα πρόσωπα που υποδεικνύονται για το πόστο, δεν μπορεί να καθίστανται -και μάλιστα ανοιχτά και καθ’ ομολογία- στοιχεία του σχεδιασμένου προφίλ πολιτικών παραγόντων. Αν ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται την αήθεια, τότε τί να του πούμε εμείς οι πολίτες;

Η θεσμική υπόσταση του Προέδρου της Δημοκρατίας, δυστυχώς, με απόλυτη ευθύνη της παράταξης της οποίας ηγείται σήμερα ο κ. Μητσοτάκης και με τη σύμπραξη του τότε βενιζελικού ΠΑΣΟΚ (σήμερα ΚΙΝΑΛ), ευτελίστηκε σημαντικά ήδη από το 2015. Η νοοτροπία της τότε σαμαρικής ΝΔ, συνδυαζόμενη με την μανία εξουσίας του κ. Βενιζέλου, αποπειράθηκαν τότε να δημιουργήσουν τεχνηέντως (φυσικά με τη συμπαράσταση των πασίγνωστων εκδοτικών συμφερόντων) την εντύπωση ότι η τότε αντιπολίτευση περίπου είχε υποχρέωση να υπερψηφίσει την υποψηφιότητα Δήμα για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλιώς «η χώρα θα έπεφτε στα βράχια», κατά το κλισέ της εποχής. Ισχυρισμός των Σαμαρά-Βενιζέλου, που από την ίδια την πραγματικότητα αποδείχτηκε στη συνέχεια πολιτικά καταχρηστικός και ανέντιμος απέναντι στην σαφέστατη αντιμνημονιακή διάθεση των Ελλήνων πολιτών.

Τα γεγονότα απέδειξαν ότι η χώρα παρ’ ότι έγιναν πρόωρες εκλογές λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας, όχι μόνο δεν «έπεσε στα βράχια», αλλά εξήλθε του μνημονιακού πλαισίου, επιτυγχάνοντας συντριπτικά καλύτερους όρους απεμπλοκής από εκείνους που εδήλωναν ότι επεδίωκαν αν έμεναν στην κυβέρνηση για άλλα 2 χρόνια οι κ.κ. Σαμαράς και Βενιζέλος. Διότι, το μείζον πολιτικό στοιχείο των γεγονότων εκείνων, εν προκειμένω το αντιμνημονιακό κλίμα, προφανώς δεν θα μπορούσε να διέλθει χωρίς να παραχθούν τρέχοντα πολιτικά αποτελέσματα στο δημόσιο βίο μας. Μ’ άλλα λόγια, εάν τυχόν η απάτη υφαρπαγής μιας δήθεν δημοκρατικής συναίνεσης στη μνημονιακή επιλογή διά του Προέδρου επικρατούσε, θα εκδηλώνονταν σοβαροί τριγμοί στην πολιτική ομαλότητα, επικαθορίζοντας στη συνέχεια επικίνδυνα τότε τις πολιτικές εξελίξεις εξ αφορμής ολοκλήρωσης της θητείας του κ. Κάρολου Παπούλια.

Είναι απολύτως ανταποκρίσιμη στα ισχύοντα θεσμικά δεδομένα η τότε καθαρά πολιτική απόφαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ να προκαλέσει τις πρόωρες εκλογές του 2015. Τα κόμματα εκπροσωπούν τις πολιτικές απόψεις των πολιτών και όχι τεχνητές και μιντιακά κατασκευασμένες δήθεν πολιτικές συναινέσεις, χωρίς να συντρέχουν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Παράλληλα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως της περιορισμένης γκάμας αρμοδιοτήτων που διαθέτει, είναι κεντρικό κομμάτι του ελληνικού πολιτικού παζλ και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα συνθήκη δημοκρατικής ομαλότητας. Τυχόν εκλογή τότε Προέδρου στο πλαίσιο μιας απολύτως πλασματικής και εκβιαστικής δήθεν πολιτικής συναίνεσης, ενώ οι πολιτικές διαφορές είχαν το βάθος και τις εντάσεις που όλοι γνωρίζουμε, θα ήταν καθαρός εμπαιγμός απέναντι στους θεσμούς. Και θα ήταν, την ίδια ώρα, και πλήρως αποσταθεροποιητική βάση για τον όποιον Πρόεδρο που θα είχε τυχόν εκλεγεί να ασκήσει τα ρυθμιστικά καθήκοντά του, τύποις ως παράγων ενότητας των πολιτών, επί της ουσίας, όμως, τοποθετημένος αναγκαστικά στο φιλομνημονιακό επιχείρημα -στην αντίπερα πολιτική όχθη, δηλαδή, της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων, όπως λίγο αργότερα αποδείχτηκε από το δημοψήφισμα.

Δυο πρόσθετα στοιχεία στο σημείο αυτό:      

1. Ιδίως η τότε σαμαρική-βενιζελική απόπειρα υφαρπαγής μιας δήθεν δημοκρατικής συναίνεσης στη μνημονιακή επιλογή διά του Προέδρου της Δημοκρατίας υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Σαμαράς το 2012 επέβαλε αχρείαστες και μάλιστα διπλές εκλογές «για ένα ξεροκόμματο πρωθυπουργίας του»! Και η σύμπραξη Βενιζέλου στις εξελίξεις εκείνες διά της συμμετοχής του (είτε εξ ανοχής είτε εξ έμπρακτης συμμετοχής –παραμένει άγνωστο ως σήμερα) στην ανατροπή εκλεγμένου πρωθυπουργού, υπογραμμίζει το μέγεθος της πολιτικής απάτης που πήγε να στηθεί και τον βαθμό αήθειας όσων θρασύνονταν να καταγγέλουν την αντιπολίτευση ΣΥΡΙΖΑ του 2015, με το επιχείρημα ότι δεν συναίνεσε σε μια προφανή αλλοίωση της λαϊκής βούλησης που θα προέκυπτε αν τυχόν παρατεινόταν επί διετία η διακυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.  

2. Οι ανωτέρω επισημάνσεις ισχύουν ανεξαρτήτως της μνημονιακής παράτασης, που προέκυψε στη συνέχεια, με υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ από την άκαμπτη αντιμνημονιακή θέση του ως κόμμα της αντιπολίτευσης. Άλλωστε, απαιτήθηκαν δεύτερες εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2015 για να εγκριθεί και να νομιμοποιηθεί πολιτικά εκείνη η υποχώρηση.  

Για να επιστρέψουμε στα σημερινά, ο τυχάρπαστος και θεσμικά ελαφρός τρόπος με τον οποίο, όμως, ο κ. Μητσοτάκης αντιμετώπισε τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας, αναδύεται επίσης ολοκάθαρα από το πως ο ίδιος επέβαλε την πολιτική αποδυνάμωσή του θεσμού-προσώπου κατά την πρόσφατη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης! Δηλαδή, αλλάζοντας το θεσμικό προαπαιτούμενο του προηγούμενου συντάγματος για 180 ψήφους εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας (ανάγκη ευρείας κοινοβουλευτικής στήριξης), κι αν όχι, εκλογές μετά από τις οποίες θα αρκούσε η απλή πλειοψηφία στη Βουλή.

Δείτε εδώ πως έχουν εκλεγεί μεταδικτατορικά οι Πρόεδροι:

-(Στασινόπουλος – προσωρινός μεταβατικός Πρόεδρος)

-Τσάτσος 1975: 210 ψήφοι

-Καραμανλής 1980: 183 ψήφοι

-Σαρτζετάκης 1985: 180 ψήφοι

-Καραμανλής 1990: 153 ψήφοι

-Στεφανόπουλος 1995: 181 ψήφοι

-Στεφανόπουλος 2000: 269 ψήφοι

-Παπούλιας 2005: 279 ψήφοι

-Παπούλιας 2010: 266 ψήφοι

-Παυλόπουλος 2015: 233 ψήφοι

Τί αποδεικνύεται; Ότι σε μία μόνο περίπτωση εκλέχτηκε Πρόεδρος με απλή πλειοψηφία. Σ’ όλες τις άλλες περιπτώσεις το κομματικό σύστημα στην Ελλάδα αξιοποίησε τον θεσμό για να υπηρετήσει την ενότητα των πολιτών.

Ποιά σκοπιμότητα ήταν εκείνη που οδήγησε τον κ. Μητσοτάκη να υποβαθμίσει σήμερα αντικειμενικά τον ίδιο θεσμό και να εγκαταλείψει το θεσμικό προαπαιτούμενο των 180 ψήφων στη Βουλή; Πολύ περισσότερο όταν η αξιωματική αντιπολίτευση είχε ξεκαθαρίσει από πολύ νωρίς ότι δεν θα δημιουργούσε πρόβλημα με εκλογές, προτείνοντας πρόσωπο από τον χώρο της ΝΔ; Ενδιαφέρει άραγε τους πολιτικούς θεσμούς η προσωπική στάση Μητσοτάκη καταψήφισης (για ακατανόητους ως σήμερα λόγους) του Πρ. Παυλόπουλου το 2015; Αυτό είναι προσωπική υπόθεση και δεν μπορεί η ανάγκη υπηρέτησης ξανά αναγκών του προσωπικού πολιτικού προφίλ του κ. Μητσοτάκη να προσβάλλει θεσμούς και δημοκρατικές διαδικασίες!

(Η τελευταία αναφορά μου, θέλω να είμαι σαφής σ’ αυτό, δεν αποτελεί δικό μου αξιολογικό κριτήριο για την πολιτική ταυτότητα του κ. Πρ. Παυλόπουλου, η οποία αμφίβολα είναι δεξιά, ούτε σχόλιο περί  του πώς άσκησε τα καθήκοντά του ως Πρόεδρος, με δεδομένο ότι κατά γενική ομολογία τα άσκησε επαρκέστατα. Άλλο, όμως, η πολιτική ταυτότητα των θεσμικών προσώπων και άλλο η λειτουργία τους σε επίπεδο άσκησης των καθηκόντων τους. Κι εδώ μιλάμε για τον θεσμό του προέδρου της Δημοκρατίας και όχι για το πως ένα κόμμα θα κάνει τρέχουσα πολιτική!)  

Επί πλέον, σε βάρος του κ. Μητσοτάκη καταλογίζεται αναμφίβολα η επιστράτευση του δημόσιου διαλόγου για το πρόσωπο του επόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας (του κορυφαίου δηλαδή πολιτειακού θεσμού), με τρόπο που αποσκοπούσε στην προσπάθειά του να αλλάξει η δυσμενέστατη σε βάρος του εικόνα και τρέχουσα πολιτική ατζέντα, από τις ατυχέστατες και δυστυχώς με σοβαρό κόστος για την Ελλάδα προσωπικές και κυβερνητικές στιγμές του ταξιδιού του στις ΗΠΑ και αποκλεισμού της Ελλάδας από τη διάσκεψη για τη Λιβύη. Αν ο κ. πρωθυπουργός  σεβόταν κατ’ ελάχιστον τον θεσμό και το ίδιο το πρόσωπο της κυρίας Σακελλαροπούλου ασφαλώς θα μεριμνούσε ο όλος χειρισμός ανακοίνωσης του ονόματος να γινόταν σε στιγμή διαφορετική και τουλάχιστον σε ευκρινή θεματολογική απόσταση από τις τρέχουσες εξελίξεις στα σοβαρά θέματα εξωτερικής πολιτικής και κυριαρχίας της χώρας. Άλλωστε η θητεία του σημερινού Προέδρου ολοκληρώνεται τον προσεχή Μάρτιο και υπήρχε χρόνος. Κι αυτό είναι το τρίο σημείο, στο οποίο ανιχνεύεται η αήθεια, να είναι οι προσωπικές επικοινωνιακές ανάγκες Μητσοτάκη που επελέγη να εξυπηρετηθούν με όχημα τη θεσμική κορυφή του πολιτεύματός μας.

Τέλος, μια μεγάλη απρέπεια του κ. Μητσοτάκη κατά της κυρίας Σακελλαροπούλου ήταν η αναφορά του κ. πρωθυπουργού  στην πολιτική τοποθέτηση της κυρίας Προέδρου της Δημοκρατίας. «Εξ όσων  γνωρίζω δεν ανήκει στην παράταξή μας», είπε ο κ. Μητσοτάκης. Δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε τόσο ευθέως αήθη αναφορά για πρόσωπο, του οποίου η ιδιότητα του καίριου πόστου για το οποίο προτείνεται, αυτονόητα τον περιάγει σε θέση αποστέρησης του όποιας παραταξιακής φόρτισης έφερε η δημόσια παρουσία του έως σήμερα. Κι αυτή η αήθεια, για να εμφανιστεί ο κ. Μητσοτάκης περίπου ως «αρχάγγελος της ενότητας των πολιτών». Βεβαίως, η αντίφαση που αναδύεται από το γεγονός ότι όταν προτάθηκε η κυρία Σακελλαροπούλου για την ηγεσία του κορυφαίου διοικητικού δικαστηρίου μας ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης διεφώνησε με το πρόσωπο το οποίο σήμερα προκρίνει για το ύπατο πολιτειακό αξίωμα, παραμένει ενδεικτικό στοιχείο του εν γένει σκηνικού  αηθειών για τους χειρισμούς του.    

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι η παρούσα διεθνής συγκυρία προσφερόταν για αναγκαίες κατά τα άλλα κινήσεις ποιοτικής αναβάθμισης του δημόσιου βίου μας, σε πεδία όπως η κατά τα άλλα απολύτως σημαντική, επαινετή και υπό διαφορετικές συνθήκες ιδιαίτερα χρήσιμη πτυχή ότι το ύπατο πολιτειακό αξίωμα περιέρχεται σε χέρια γυναίκας. Δεν το υποτιμώ! Τουναντίον!  

Συνεκτιμώνται βεβαίως και άλλα στοιχεία για την κυρία Σακελλαροπούλου! Σημειώνω ότι η δικαστική και επιστημονική της αυθεντία αφορά σε θέματα δημόσιας διοίκησης, σε συνθήκες που η ολοκληρωμένη γνώση, εμπειρία και κατάρτιση σε ζητήματα διεθνούς δικαίου θα ήταν σημαντικής προστιθέμενης αξίας για την εικόνα της Ελλάδας στον κόσμο. Σε καμιά περίπτωση δεν είναι κριτήρια αξιολόγησης της κυρίας Σακελλαροπούλου, άλλα πράγματα που άκουσα, όπως για παράδειγμα αποφάσεις δικαστηρίων υπό την προεδρία της, φερ’ ειπείν για τον 13ο-14ο μισθό ή την νομιμότητα των μνημονίων. Θέμα με αυτά θα υπήρχε για την νέα κυρία Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αν τυχόν ανιχνεύονταν ανεπίτρεπτες εμφιλοχωρήσεις άλλων κριτηρίων  πέραν της καθαρά δικανικής κρίσης. Αλλά αυτά δεν  υπάρχουν ούτε κατά διάνοια!

Τα υπόλοιπα που αναφέρονται από ορισμένους για «μεγάλες κινήσεις» Μητσοτάκη, που «έχει την πρωτοβουλία» και άλλα ανάλογα, δεν έχουν σημασία. Ο σημερινός πρωθυπουργός δεν έχει περισσότερο από προκατόχους του πρωτοβουλία έναντι των άλλων. Αντίθετα, όποτε έλαβε πρωτοβουλίες, όπως και αυτή η τελευταία να προτείνει την κυρία Σακελλαροπούλου για το ύπατο πολιτειακό αξίωμα, ο κ. Μητσοτάκης απέτυχε να τις υπηρετήσει με τη δέουσα σοβαρότητα και αρτιότητα. Όμως αυτά είναι τρέχοντα πολιτικά κουτσομπολιά και αποψούλες που δεν μπορεί να αφορούν ένα σημαντικό πολιτικό πρόσωπο-θεσμό. Ίσως εγώ δεν μπορώ να το δω έτσι, αφού κατά τη γνώμη μου πολιτικές «αρπαχτές» σε τέτοιες περιπτώσεις καθόλου δεν αρμόζουν.  Ή, ακόμη, διότι και η ανθρώπινη πλευρά της ευελπιστώ να κυριαρχήσει στη διαχείριση των σοβαρών δημόσιων υποθέσεων που αναλαμβάνει, σ ένα πεδίο, την Πολιτική, που η ανθρωπιά μοιάζει να απουσιάζει πλήρως.   

Η ίδια η κυρία Σακελλαροπούλου, ως βέβαια ήδη νέα Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας θα κριθεί από τη ίδια τη θητεία της. Και οι ανυπόκριτες ευχές όλων μας για μια γόνιμη θεσμική παρουσία, που θα ενώνει τους πολίτες και θα προάγει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της Ελλάδας, την συνοδεύουν από την αρχή και ομοθύμως!