21 Ιαν. 2020

Γιατί απέτυχε η διάσκεψη για τη Λιβύη

Το κύκνειο άσμα

της Άγγελα Μέρκελ;

Όταν όλοι δηλώνουν ικανοποιημένοι από τα αποτελέσματα μιας διεθνούς πολυμερούς συνάντησης, η διάσκεψη μάλλον απέτυχε! Πολύ περισσότερο, αφού δεν θα μπορούσαν ποτέ να χωρέσουν σε μια συμβιβαστική ρύθμιση -όπως εξ αρχής είχε προαναγγελθεί ως στόχος της διάσκεψης του Βερολίνου για το λιβυκό ζήτημα- οι καθαρές επεκτατικές προθέσεις του Ερντογάν (που μέχρι και τουρκογενείς ανακάλυψε στη βορειοαφρικανική ζώνη), η αγωνία των ευρωπαίων για το προσφυγικό και τις ροές προς Βορράν και η διένεξη για τους υδρογονάνθρακες στην ανατολική Μεσόγειο.

Η διάσκεψη αυτή, εικάζω, θα μείνει στην ιστορία για δύο λόγους (άλλους από τους σκοπούς σύγκλησής της):

- Ότι μάλλον είναι το κύκνειο άσμα για την καγκελάριο Μέρκελ σε ό,τι αφορά την ενισχυμένη διεθνή παρεμβατική εικόνα της, την οποία συστηματικά προσπάθησε να φιλοτεχνήσει επί των ημερών της -αν και το πέτυχε αποκλειστικά και μόνο στο πεδίο κυριαρχίας της γερμανικής οικονομίας και κυρίως την τελευταία περίοδο της κρίσης στην ευρωζώνη και όχι με τον πλέον αποτελεσματικό (ελέω Σόιμπλε) για το κύρος της χώρας της τρόπο, και

- ότι η διεθνής κοινότητα, σε μια σπάνια συνάθροιση ευρωπαϊκών ηγεσιών και απαλλαγμένη από το άγος της τυχόν παρουσίας Τραμπ, δεν κατάφερε περίπου τίποτα για την αποφόρτιση ενός  παράδοξα βαρύνοντος για τις παγκόσμιες ισορροπίες προβλήματος, του λιβυκού.

Αν υπάρχει κάποιο πρόσθετο στοιχείο από τη διάσκεψη που θα πρέπει να επισημανθεί, αυτό είναι η επιμονή Τραμπ στην πρακτική αποστασιοποίησης από άμεσες παρεμβάσεις και εν θερμώ στην ανατολική Μεσόγειο. Μια στάση, που είναι ασαφές αν θα συνεχιστεί και μετά τις φετινές αμερικανικές προεδρικές εκλογές, αν τυχόν ο Αμερικανός πρόεδρος δεν επανεκλεγεί και η οποία περισσότερο την επιλογή οικονομικού απομονωτισμού του Τραμπ έρχεται να επισφραγίσει, παρά μια «νέα εξωτερική πολιτική» των Η.Π.Α. περιορισμένου αμερικανικού παρεμβατισμού στην περιοχή μας, όπως είχε επιδιώξει ο Μπάρακ Ομπάμα. 

Άλλωστε, αμφιβάλλω αν οι διαθέσιμες πολιτικές προσλαμβάνουσες του σημερινού Αμερικανού προέδρου μπορούν να εμπεριέχουν διαστάσεις παγκόσμιας γεωπολιτικής στρατηγικής, πέραν του παγκοσμίου νομισματοπιστωτικού πολέμου και των καθαρά προεκλογικής σκοπιμότητας «καουμποϊσμών» δολοφονίας -με εντολή του- αξιωματούχων αντίπαλων χωρών.  (Με την ευκαιρία οφείλω να εκφράσω την ικανοποίησή μου, για την ωριμότητα με την οποία σύμπασα η Ευρώπη αλλά και το Ιράν, αντιπαρήλθαν το κατά τα άλλα απαράδεκτο κατά το διεθνές δίκαιο περιστατικό δολοφονίας του Σολεϊμανί. Περιστατικό, που αντιμετώπισαν περισσότερο ως «ανοησία» ενός γραφικού προσώπου που η ανθρωπότητα έχει την ατυχία να ηγείται της ισχυρότερης χώρας του πλανήτη στις σημερινές κρίσιμες συνθήκες και λιγότερο ως συντεταγμένη αμερικανική εξωτερική πολιτική). 

Επιστρέφοντας στη διάσκεψη του Βερολίνου και τα αποτελέσματά της, ήδη οι εχθροπραξίες μεταξύ αντιμαχομένων στη Λιβύη επαναλαμβάνονται. Παρά την αρχικά και λογικά διαφαινόμενη απροθυμία του στρατάρχη Χαφτάρ να ήταν εκείνος που δεν θα συναινούσε σε συμφωνία εκεχειρίας (λόγω του καθαρού πλεονεκτήματος του στα πολεμικά μέτωπα), μετά το Βερολίνο η επανάληψη των εχθροπραξιών ξεκίνησε με ευθύνη της πλευράς αλ Σάρατζ. Και μάλιστα, με πρώτη ενέργεια από μεριάς μισθοφόρων της Τουρκίας, που εξαπέλυσαν επίθεση κατά των δυνάμεων του Χαφτάρ στην περιοχή της Τρίπολης.

Πιο προσεκτική ματιά στα πράγματα, αποδεικνύει με σχετική ευκρίνεια ότι ο παράγων που πρωτίστως ευνοείται από τη συνέχιση των εχθροπραξιών είναι η Τουρκία και όχι ο Χαφτάρ. Και τούτο διότι μόνο με συνέχιση και παγίωση της σημερινής αστάθειας και περιέλευση της Λιβύης για μεγάλο χρονικό διάστημα σε κατάσταση εσωτερικής κρατικής αποσταθεροποίησης, θα μπορούσαν να έχουν νόημα οι «πειρατικού» τύπου κινήσεις της Τουρκίας στην περιοχή, όπως η συμφωνία Ερντογάν με το ενεργούμενό του, τον αλ Σάρατζ, για την ΑΟΖ. Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή τυχόν προχωρούσε κάποια εσωτερική πολιτική διευθέτηση στη Λιβύη, η τουρκική διπλωματία έχει την εμπειρία να κατανοεί ότι οι «αρπαχτές» της Άγκυρας κατά κυριαρχικών δικαιωμάτων στη θάλασσα και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων σε ΑΟΖ όμορων χωρών, δεν θα μπορούσαν να παραταθούν και θα κατέπιπταν αυτομάτως.

Η τακτική του Ερντογάν εδώ και καιρό δεν περιορίζεται σε έγερση θεμάτων στο πλαίσιο της επιδίωξης κάποια στιγμή στο μέλλον και σε μια πολυμερή διεθνή διαβούλευση να έχει λαμβάνειν περισσότερα απ’ όσα (ιστορικά και γεωπολιτικά) αναλογούν στη χώρα του. Αντίθετα, ο Ερντογάν δείχνει να ενεργεί βασισμένος σε μια στρατηγική εκτίμηση της τουρκικής διπλωματίας (δόγμα Νταβούτογλου), σύμφωνα με την οποία η σημερινή εξέλιξη του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων διά της παγκοσμιοποίησης, καταλήγει αναπόφευκτα σε μια νέα τουρκική συρρίκνωση, ενδεχομένως και εδαφική. Άρα η στρατηγική Ερντογάν δεν είναι να βελτιώσει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας του σε μια διεθνή διαβούλευση μελλοντικά, αλλά να ακυρώσει συνολικά τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, τουλάχιστον στα Βαλκάνια, την ανατολική Μεσόγειο, τους κεντρο-ασιατικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς  και τη μέση Ανατολή, περιοχές στις οποίες διεκδικεί ρόλο. Η Λιβύη, σε τέτοιο πλαίσιο, δεν είναι παρά εκδήλωση του συντεταγμένου τουρκικού επεκτατισμού προς δυσμάς στη Μεσόγειο.

Αντίθετα, ο Χαφτάρ, έχοντας εξασφαλίσει σε κάθε περίπτωση λόγο στην επόμενη φάση, δεν θα ήταν εκείνος ο οποίος θα διακινδύνευε με επανάληψη των εχθροπραξιών από μεριάς του ρήξη στις σχέσεις του με τον διεθνή παράγοντα, που από τη διάσκεψη του Βερολίνου αποδεικνύεται ότι τον αναγνωρίζει ως συνδιαμορφωτή των εξελίξεων στη Λιβύη.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να γίνει κατανοητό ότι το σχέδιο που ατύπως ανεχόταν η Ευρώπη για τη Λιβύη, μετά και ως αποτέλεσμα της αφροσύνης με την οποία η ΕΕ υπέθαλψε το δράμα της λεγόμενης «αραβικής άνοιξης» στην αραβική βόρεια Αφρική και συγκεκριμένα στη Λιβύη, δηλαδή ένα σχέδιο άτυπων δύο κρατών (ανατολικής και δυτικής Λιβύης) δεν μπορεί πια να ευδοκιμήσει και το εγκαταλείπει και η Ευρώπη. Επρόκειτο για μια «λύση» ανάγκης, που κυρίως αποσκοπούσε στην ανακοπή των προσφυγικών ροών από την Αφρική προς την Ευρώπη, και όχι σε επιζήτηση βιώσιμης ρύθμισης για τη μετα-κανταφική Λιβύη. Οι συνέπειες της ευρωπαϊκής παρεμβατικής ανεπάρκειας αποκαλύπτονται σήμερα.

Ταυτόχρονα, αναδεικνύονται και οι ανοησίες, φυσικά με κόστος για την Ελλάδα, της αναφοράς Μητσοτάκη περί του δήθεν βέτο που θα έθετε η χώρα μας στις αποφάσεις της διάσκεψης του Βερολίνου, δηλαδή μιας διεθνούς πολυμερούς διακρατικής διαβούλευσης, όπου βέτο δεν είναι σε οποιαδήποτε περίπτωση νοητό.    

Ο επόμενος λυβικός γύρος σχετικά με τα αποτελέσματα της διάσκεψης του Βερολίνου θα διαφανεί από τον βαθμό πιέσεων που θα ασκήσουν οι συμμετέχοντες στη διάσκεψη πάνω στις αντιμαχόμενες πλευρές να τηρήσουν την εκεχειρία. Απ’ αυτήν την οπτική, η εκεχειρία έχει μια ακόμη ευκαιρία.

Επίσης της ουσίας, όμως, με τη φοβική αντίδραση των ευρωπαίων στο προσφυγικό (και προσωπικά της καγκελαρίου Μέρκελ, που δεν θα ήθελε στη δύση της επικυριαρχίας της τη «ρετσινιά» ότι κληρονόμησε στους επόμενους το πρόβλημα με τις ατελείωτες στρατιές αφρικανών  και ασιατών), όσο οι απειλές Ερντογάν ότι θα τροφοδοτήσει την ήπειρό μας με νέες ροές πιάνουν τόπο, το λιβυκό δεν θα εξελίσσεται με βάση την πραγματική δυναμική του αδιεξόδου που παρήχθη από την «αραβική άνοιξη», αλλά θα κινείται ως πολυμερής διεθνής εμπλοκή περί προσφύγων και περί εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων της περιοχής. Και στα δύο αυτά η Ελλάδα έχει μέρισμα επέμβασης, Αντίθετα, στη δημοκρατική συνέχεια για τον βορειοαφρικανικό αραβικό παράγοντα και την απεμπλοκή του από τον φανατισμό του τζιχαντισμού, όχι!