1 Φεβ. 2020

Και ξαφνικά η Χάγη έγινε πανάκεια για τα ελληνοτουρκικά...

H Ελλάδα και η προσφυγή

σε διεθνές δικαστήριο

για την ΑΟΖ

Και ξαφνικά η Χάγη έγινε πανάκεια για τα ελληνοτουρκικά! Η πρόταση για προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για τη ρύθμιση των διαφορών με την Τουρκία κερδίζει εσχάτως έδαφος παρ’ ημίν, σε συνέχεια των αλλεπάλληλων παραβιάσεων δικαιωμάτων κυριαρχίας της χώρας μας στη θάλασσα, στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

Το θέμα δεν τίθεται για πρώτη φορά στην ατζέντα. Η δήλωση της Ελλάδας ότι θα αποδεχόταν προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης κατόπιν σύνταξης συνυποσχετικού με την Τουρκία, υπογραμμίστηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αμέσως μετά από προστριβές τότε με τη γειτονική χώρα για τα κυριαρχικά δικαιώματα στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Εκείνη η ελληνική δήλωση, πριν από δεκαετίες, διαφοροποιείται κατά κόρον από τη σημερινή συζήτηση περί προσφυγής στη Χάγη, σε τρία βασικότατα σημεία:

1. Το συνυποσχετικό: Τότε είχε τεθεί αυστηρά και απολύτως συγκεκριμένα ο όρος της υπογραφής συνυποσχετικού με την Τουρκία, για την αναγνώριση της δικαιοδοσίας του διεθνούς δικαστηρίου. Μ’ άλλα λόγια δήλωση και των δύο προσφευγόντων μερών ότι αποδέχονται προκαταβολικά οποιαδήποτε κρίση του δικαστηρίου και δεσμεύονται να την εφαρμόσουν. Σήμερα, το συνυποσχετικό από μεριάς δημόσιων  δηλώσεων Ελλήνων πολιτικών παραγόντων είτε παρασιωπάται, είτε παραβλέπεται ως όρος για την προσφυγή. Και επειδή η πρόσφατη κυπριακή πρωτοβουλία μονομερούς προσφυγής κατά των παράνομων τουρκικών γεωτρήσεων εντός της κυπριακής ΑΟΖ δεν έχει δοκιμαστεί ως προς τα αποτελέσματά της ως τώρα (είναι ελάχιστος άλλωστε ο χρόνος που έχει παρέλθει) δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι με τον ίδιο τρόπο η Ελλάδα θα μπορούσε να παρακάμψει ένα συνυποσχετικό. Όμως, αυτό είναι ανυπέρβλητο εμπόδιο για να ασχοληθεί το διεθνές δικαστήριο με την υπόθεση. Το συνυποσχετικό είναι μια ρήτρα διαφύλαξης του κύρους του διεθνούς δικαστηρίου και των αποφάσεών του. Και άνευ αυτής το δικαστήριο αποφεύγει να ασχοληθεί με διεθνείς διαφορές, διμερείς ή πολυμερείς. 

(σ.σ.: Για την ολοκλήρωση της εικόνας να υπενθυμίσω ότι η Κύπρος προσέφυγε  μονομερώς και χωρίς συνυποσχετικό, με το «κόλπο» της αποστολής ρηματικής διακοίνωσης στην Τουρκία ορίζοντας προθεσμία για την απάντηση, η οποία επειδή φυσικά παρήλθε άγονη -σιγά η Τουρκία μην «τσίμπαγε»- η Λευκωσία διατείνεται ότι συντρέχουν οι όροι να ασχοληθεί το διεθνές δικαστήριο. Αλλ’ αυτό είναι μάλλον απίθανο και στην καλύτερη περίπτωση αυτό που θα έκανε η Χάγη θα ήταν να προσκαλέσει τα δύο μέρη (Κύπρο και Τουρκία) για να διαγνώσει τις προθέσεις τους. Επειδή δε η Τουρκία απολύτως σαφές είναι ότι δεν επιθυμεί ανάμιξη της Χάγης στην ΑΟΖ της Κύπρου, λόγω του ότι το ισχύον διεθνές δίκαιο δεν επιτρέπει καμιά παρερμηνεία των κυπριακών δικαιωμάτων, όλη η κίνηση θα σταματούσε εκεί. Άλλωστε, με δεδομένο ακριβώς το απολύτως σαφές πλαίσιο του διεθνούς δικαίου επί των δικαιωμάτων νησιωτικού κράτους στην ΑΟΖ, η Κύπρος δεν προσέφυγε μονομερώς με το «κόλπο» αυτό στο διεθνές δικαστήριο με προσδοκία να δικαιωθεί από την κρίση του -που είναι εξ αρχής θετικά δεδομένη- αλλά να υπογραμμίσει στη διεθνή κοινότητα τον εξόφθαλμα παράνομο χαρακτήρα των τουρκικών γεωτρήσεων).

Στην περίπτωση των τουρκικών διεκδικήσεων, όμως, κατά της ελληνικής ΑΟΖ, ούτε τόσο σαφή όσο στην περίπτωση της Κύπρου είναι τα ελληνικά δικαιώματα στην ΑΟΖ της ανατολικής Μεσογείου, ούτε τόσο «στεγανοποιημένη» ως προς τις διεθνείς συνέπειές είναι η ελληνοτουρκική αυτή διαφορά, όσο είναι η κυπρο-τουρκική διαφορά για την ΑΟΖ. Γι’ αυτό και εδώ ένα συνυποσχετικό Ελλάδας-Τουρκίας όχι μόνο θα πρέπει να θεωρείται απολύτως αναγκαίο για να εκδώσει απόφαση το διεθνές δικαστήριο, αλλά και το υπό κρίση θέμα δεν θα είχε τόσο προδιαγεγραμμένη θετική κατάληξη για την Ελλάδα, όσο θα είχε για την ΑΟΖ της Κύπρου. Γι’ αυτό και η Αθήνα θα πρέπει να είναι διπλά προσεκτική!                   

Θα ήταν πρόσφορο η Ελλάδα να επικαλείται πρόθεσή της για προσφυγή στη Χάγη σχετικά με την ΑΟΖ της στην ανατολική μεσόγειο, μόνο και μόνο για να υπογραμμίσει στη διεθνή κοινότητα τον προφανώς παράνομο χαρακτήρα των τουρκικών διεκδικήσεων; Όχι! Διότι, όπως ήδη ανέφερα, δεν είναι απολύτως προφανές ότι οι Τούρκοι παρανομούν (όπως συμβαίνει με την κυπριακή ΑΟΖ). Μάλιστα, υπάρχουν αποφάσεις διεθνών  δικαιοδοτικών οργάνων (κατόπιν συνυποσχετικού των χωρών που προσέφυγαν για τη ρύθμιση των διαφορών τους, άρα οι αποφάσεις αυτές συνιστούν κατά κάποιο τρόπο διεθνές «δεδικασμένο»), οι οποίες δεν ευνοούν την ελληνική θέση ότι το Καστελόριζο έχει ΑΟΖ ακριβώς όπως προβλέπουν οι γενικοί κανόνες του διεθνούς δικαίου και δεν θα έπρεπε να υπάρξει ad hoc ρύθμιση, λαμβανομένων υπόψη άλλων στοιχείων όπως η επήρεια εγγύτητας σε ακτογραμμή άλλης χώρας (της Τουρκίας), το μήκος της ακτογραμμής ή τα δικαιώματα στη θάλασσα συντριπτικά υπέρτερων  πληθυσμιακά "εσωτερικών" Τούρκων κατοίκων. (Στο τελευταίο αυτό στοιχείο εδράζεται και η μάλλον ηττοπαθής στάση μερίδας του πολιτικού προσωπικού της Ελλάδας, σύμφωνα με την οποία αν η Ελλάδα προσέφευγε στο διεθνές δικαστήριο για την ΑΟΖ του Καστελόριζου θα ηττάτο και θα αναγνωρίζονταν κυριαρχικά δικαιώματα επί της ΑΟΖ στην περιοχή και για την Τουρκία).

Θεωρώ την άποψη αυτή ηττοπαθή, διότι -κατά την εκτίμησή μου- η Ελλάδα διαθέτει ισχυρότατα επιχειρήματα που θα μπορούσαν κάμψουν το διεθνές «δεδικασμένο», όπως για παράδειγμα ο νησιωτικός χαρακτήρας ως αναπόσπαστο χαρακτηριστικό των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στη θάλασσα, στοιχείο που -μεταξύ άλλων- δεν ελήφθη υπόψη στις αποφάσεις του διεθνούς δικαστηρίου που δεν εξυπηρετούν τα ελληνικά συμφέροντα. (Αλλ’ αυτό είναι μια άλλη συζήτηση που θα κάνουμε  κάποια άλλη φορά…)

2. Το εύρος δικαιοδοτικής αρμοδιότητας που θα παραχωρείτο από την Ελλάδα στο διεθνές δικαστήριο: Θα ήταν επί του συνόλου των τουρκικών διεκδικήσεων κατά της Ελλάδας, στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, ή θα περιοριζόταν αυστηρά στο θέμα της ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο;

Εδώ υπάρχει ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα: Θα δεχόταν η Ελλάδα (και πολύ περισσότερο θα ήταν η ίδια επισπεύδουσα πλευρά) προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να έχει ασκήσει στο σύνολό τους τα κυριαρχικά δικαιώματά της στη θάλασσα και τον αέρα, που δεν επιδέχονται καμιά αμφισβήτηση από το ισχύον διεθνές δίκαιο; Αν ναι, αυτό θα σήμαινε ότι θα έμενε οιονεί ανοιχτή η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του διεθνούς δικαστηρίου για ad hoc ρυθμίσεις (που φυσικά θα έπλητταν τα ελληνικά συμφέροντα) στα χωρικά μας ύδατα και το εθνικό εναέριο χώρο –πράγμα αδιανόητο. (Κάτι ανάλογο έκανε ο Κώστας Σημίτης στη Μαδρίτη, με την αναγνώριση των περίφημων «ζωτικών συμφερόντων» που διατηρεί η Τουρκία στο Αιγαίο, που τα αναγνώρισε χωρίς προηγουμένως να έχουν ασκηθεί πλήρως τα αναγνωρισμένα από το διεθνές δίκαιο και χωρίς καμιά αμφισβήτηση -πλην της τουρκικής- αδιαπραγμάτευτα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα). Αν όχι, πρώτα θα έπρεπε η Ελλάδα να ανακηρύξει τα χωρικά μας ύδατα και τον εθνικό εναέριο χώρο στα 12 μίλια. Είναι έτοιμη να το κάνει -αν και το δικαιούται απολύτως- η Ελλάδα; Νομίζω όχι!

Τί απομένει; Απομένει μια συζήτηση χάριν εντυπώσεων (για το προφίλ πολιτικών προσώπων) και όχι ουσίας! Και η Ελλάδα στην ελληνοτουρκική διένεξη για τα κυριαρχικά της δικαιώματα στη θάλασσα δεν έχει ανάγκη από εντυπώσεις αλλά από ουσία.

3. Τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων: Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου μίλαγε για προσφυγή στη Χάγη αποκλειστικά για την υφαλοκρηπίδα των νησιών μας, ο κόσμος βρισκόταν  υπό την πίεση των σφαιρών επιρροής του Ψυχρού Πολέμου. Με την Τουρκία, ως το μαλακό υπογάστριο της μητρόπολης του ανατολικού συνασπισμού, την τότε Ε.Σ.Σ.Δ., να έχει τότε πολλαπλάσια και αναντικατάστατη γεωστρατηγική βαρύτητα για τη δύση, απ’ αυτή που έχει σήμερα, αντιληπτή σήμερα ξανά από τη δύση περισσότερο ως αναγκαστικό συμμαχικό «βάρος» (κυρίως λόγω προσφυγικού στην Ευρώπη και διαμάχης εξοπλισμών ΗΠΑ-Ρωσίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ). Και την ίδια ώρα η Τουρκία ολοένα και περισσότερο εμπεδώνεται ευρύτερα ως εικόνα χώρας ασιατικών γεωπολιτικών, δημοκρατικών και πολιτισμικών προδιαγραφών, που απομακρύνεται από το δυτικό μοντέλο.

Αυτά τα στοιχεία αναβαθμίζουν αντικειμενικά τον ελληνικό ρόλο στην περιοχή και δίνουν στη χώρα μας μια ευκαιρία διεκδίκησης αυξημένου λόγου στα Βαλκάνια, την ευρωπαϊκή διαμεσολάβηση προς τον αραβικό παράγοντα (ιδίως για τις αραβικές χώρες που αποστασιοποιούνται από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό και στρέφονται αργά αλλά σταθερά προς ένα νέο αραβικό αυτοπροσδιορισμό του 21ου αιώνα) και την ανατολική Μεσόγειο.

Γι’ αυτό και αν είναι να δοθεί από την Ελλάδα μια μάχη στο διεθνές δικαστήριο θα δοθεί από πολύ καλύτερους όρους, από εκείνους θα δινόταν τη δεκαετία του 1980. 

Εν κατακλείδι, επειδή συγκαταλέγομαι σ’ εκείνους που έχουν υποστηρίξει την προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο, στο πλαίσιο του πλεονεκτήματος που έχει σήμερα η Ελλάδα -και λόγω υδρογονανθράκων και αγωγών- στους διεθνείς συσχετισμούς δυνάμεων, οφείλω να διευκρινίσω:

α. «Ναι» στην προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο, στο πλαίσιο ενός αρθρωμένου σχεδιασμού αναβάθμισης της ελληνικής αυτοπεποίθησης στο παγκόσμιο σκηνικό που μεταβάλλεται. «Όχι» στην προσφυγή, αν είναι μέρος μιας λογικής «να ξεμπερδεύουμε» με τις ελληνο-τουρκικές διαφορές, ακόμη κι αν το κόστος θα ήταν απώλειες κυριαρχίας για την Ελλάδα σε οποιοδήποτε πεδίο.

β. «Ναι» στην προσφυγή, αν προηγουμένως έχουν ασκηθεί πλήρως τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στα νησιά μας στο Αιγαίο και το Καστελόριζο, με επέκταση των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου μας στα 12 μίλια. «Όχι» στην προσφυγή, αν είναι να τεθούν υπό αμφισβήτηση ελληνικά κυριαρχικά κεκτημένα στο Αιγαίο.

γ. «Ναι» στην προσφυγή, αν πρόκειται να αφορά στην υφαλοκρηπίδα των νησιών και την ΑΟΖ, ειδικά του Καστελόριζου, και μόνον του Καστελόριζου. «Όχι» στην προσφυγή, αν είναι να τεθούν υπό αμφισβήτηση δεδομένα δικαιώματα μας στο Αιγαίο και ιδιαίτερα στα Δωδεκάνησα.

δ. «Ναι» στην προσφυγή, αν πρόκειται η Ελλάδα να υπερασπιστεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου τη νησιωτική φύση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της στη θάλασσα. «Όχι» στην προσφυγή, αν είναι προϊόν προσχώρησης στην ηττοπαθή άποψη ότι υπάρχει διεθνές «δεδικασμένο» κατά του πλήρους δικαιώματος του Καστελόριζου επί της ΑΟΖ (ενώ αυτό το διεθνές «δεδικασμένο» είναι μαχητό).

ε. «Ναι» στην προσφυγή, αν πρόκειται να συμβάλλει στη σταθερότητα στην περιοχή και στη διατήρηση της Ελλάδας μακριά από την αποσταθεροποιημένη ζώνη στη μέση Ανατολή. «Όχι» στην προσφυγή, αν είναι να καταστήσει την Ελλάδα διάδικο μέρος της αποσταθεροποιημένης ζώνης όπως διακαώς θα επιθυμούσε η Τουρκία.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η γειτονική χώρα δύσκολα θα προσχωρούσε σε ανάθεση υπό διεθνή δικαιοδοτική κρίση των διεκδικήσεών της στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, αφού ομολογημένα δεν στοχεύει σε διευθέτηση υπαρκτών διαφορών μαζί μας, αλλά σε πλήρη αναθεώρηση προς όφελός της όλων των διεθνών συνθηκών και συμβάσεων, που καθορίζουν τα όρια του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Γι’ αυτό και αυτή η συζήτηση εικάζω πως εν πολλοίς έχει περισσότερο συμβολικό και λιγότερο πρακτικό χαρακτήρα. 

__________________________________ 

(Υγ.: Όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να διαβάσουν και μια παλιότερη ανάλυσή μου εδώ: http://www.molyvi.com/424087502/6851490/posting/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF-%CE%BC%CE%B5-%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82)