29 Φεβ. 2020

Οι βολικές συμπτώσεις στην προανακριτική

Η σκευωρία, οι μεθοδεύσεις

και οι πολιτικές διώξεις

Η παρακολούθηση των εργασιών της προανακριτικής επιτροπής, εκτός από το τρέχον μεγάλο πολιτικό και δημοσιογραφικό ενδιαφέρον της, διαθέτει και μια άλλη λεπτή πτυχή: Τη διευκόλυνση διακρίβωσης μέσα απ’ τα μάτια απλών πολιτών των πραγματικών πολιτικών συντεταγμένων, εντός των οποίων άνοιξε και εξελίσσεται το θέμα. Κατά την εντύπωσή μου είναι εμφανές και δεν μπορεί με τίποτα «να σπρωχτεί κάτω απ’ το χαλάκι», ότι πρόκειται για ενεργοποίηση των όποιων υφιστάμενων διατάξεων του νόμου περί ευθύνης υπουργών, για πρώτη φορά από την πτώση της χούντας, με ερωτήματα θεσμικού δημοκρατικού ενδιαφέροντος, και όχι υποθέσεις διαφθοράς πολιτικών προσώπων.

Η διαπίστωση άγει και σ’ ένα βαθύτερο συμπέρασμα: Η προανακριτική συγκροτήθηκε μέσα σ’ ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, καθοριστικά επηρεαζόμενο από το κλίμα που διαμορφώθηκε στη χώρα την περίοδο 2015-2019. Δηλαδή, μια περίοδο, που σχετικά μ’ αυτή -επίσης εδώ για πρώτη φορά από την πτώση της χούντας- η αντιπολίτευση έθεσε επίσημα σε αμφισβήτηση την πολιτική νομιμοποίηση εκλεγμένης από δύο αλλεπάλληλες κάλπες κυβέρνησης να ασκήσει τα εκ του συντάγματος σαφώς οριζόμενα καθήκοντά της. (Κάτι ανάλογο, αλλά χωρίς ποτέ να αχθεί αυτή η πτυχή σε υπόθεση κοινοβουλευτικής διερεύνησης, συνέβη και με την πρόθεση του Γ. Παπανδρέου να πραγματοποιήσει δημοψήφισμα, η οποία άλλωστε τότε δεν επιχειρήθηκε, αφού ο τότε πρωθυπουργός ανετράπη σε λίγες ώρες από το ίδιο μπλοκ δυνάμεων της Ν.Δ. και μέρους του τότε ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ήδη ΚΙΝ.ΑΛ., που σήμερα κυβερνάει τη χώρα).

Προσεκτικότερη ματιά στα πράγματα δείχνει ότι εδώ εντοπίζεται μια κρίσιμη μεταβολή των όρων διεξαγωγής του συστήματος κομματικών ανταγωνισμών: Ενώ ως σήμερα υποθέσεις πολιτικής διαφθοράς ή και σκευωρίες περί τούτου (όπως με το «βρώμικο ‘89») επιστρατεύτηκαν από κόμματα με κύριο σκοπό να παραχθούν πολιτικά αποτελέσματα σε βάρος των πολιτικών αντιπάλων τους, σήμερα ελλείψει υποθέσεων φερόμενης πολιτικής διαφθοράς κατά την 5ετία ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (παρ’ ό,τι προσπαθήθηκε με μεγάλη επιμέλεια να παραχθούν τέτοιες υποθέσεις από τη «μιντιακή δικτατορία» που στήριξε και τα μάλα συνέβαλε στη αναρρίχηση του σημερινού μπλοκ εξουσίας στη κυβέρνηση), υιοθετείται το θεσμικό πεδίο, ως πεδίο τέλεσης ενδεχόμενου «πολιτικού εγκλήματος», για να κερδηθούν «πόντοι» στις τρέχουσες κομματικές αντιπαραθέσεις.

Το πράγμα δεν θα ήταν τόσο σοβαρό, αν δεν είχε προηγηθεί προαναγγελία επί 5 συναπτά έτη από μεριάς της αντιπολίτευσης της πρόθεσης να αμφισβητηθεί ανοιχτά η θεσμικά εδραία βούληση της τότε κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης να διεκδικεί το αυτονόητο δικαίωμά της να κυβερνήσει εφ’ όσον έχει εκλεγεί (ή όταν και αν και στο μέλλον τυχόν θα επανεκλεγεί). Άλλωστε, καθόλου τυχαία και συμπτωματικά, πριν μερικές μέρες μόλις, διεξήχθη ενώπιόν μας ως πολίτες, ο απροσχημάτιστος διάλογος σχετικά με το δικαίωμα να αγγίξει ο Τσίπρας τους ελληνικούς «αρμούς εξουσίας», ή όχι, ακόμη κι αν θα έχει κερδίσει στο μέλλον εκλογές. Δηλαδή, εδώ δεν είναι ίσως μια πολιτική αστοχία «ανυπόμονων οπαδών» της Ν.Δ. ή του ΚΙΝ.ΑΛ, αλλά πολιτική εξέλιξη, απόρροια μιας 5ετούς ακροδεξιάς πολιτικής προέλευσης απόπειρας να τεθούν περιοριστικοί όροι στις τρέχουσες δραστηριότητες των κομμάτων.  

Το φαινόμενο που εδώ περιγράφω, ως ρητή πολιτική γραμμή της Ν.Δ. όταν ήταν στη αντιπολίτευση, και με τη σαφέστατη σύμπραξη του ΚΙΝΑΛ, ανιχνεύεται σε πληθώρα περιπτώσεων: από το δημοψήφισμα του 2015, έως τη συμφωνία των Πρεσπών. Κυριάκος Μητσοτάκης και Φώφη Γεννηματά δεν διάρθρωσαν επί μία 5ετία τον θεσμικά προσδιοριζόμενο αντιπολιτευόμενο λόγο τους, αλλά συστηματικά έθεσαν σε αμφισβήτηση τη νομιμοποίηση της κυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να ασκεί τα καθήκοντά της!   

Μόνον που άλλο είναι να εγείρεις τέτοια ζητήματα όταν βρίσκεσαι στην αντιπολίτευση και άλλο να τα ανοίγεις ως κυβερνητικές επιλογές. Στην αντιπολίτευση σε σημαντικό βαθμό η συστηματική διεκτραγώδηση και η υπερβολικά φορτισμένη αρνητική αφήγηση ενός κόμματος για τα εκάστοτε κυβερνητικά έργα θεωρείται (και είναι) μέρος του συστήματος κομματικών αντιπαραθέσεων. Κι αυτό ισχύει ακόμη κι αν η ασυμβίβαστη αντιπολίτευση εκτείνεται και σε υπόνοιες περί αντιδημοκρατικών προαιρέσεων των κυβερνώντων.  Στο κάτω-κάτω ακόμη και ως παγίως τιθέμενο από τις αντιπολιτεύσεις ένα αίτημα «άψογης» λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών λειτουργεί ως τείχος ανάσχεσης «γλιστριμάτων» της οποίας κυβερνητικής εξουσίας.  

Η μεταβολή που επισήμανα ως εδώ, σηματοδοτεί την έγχυση στο πολιτικό DNA ενός κυβερνώντος πλέον κόμματος (και με την υποστήριξη ενός άλλου κόμματος, που φέρει το ειδικό ενδιαφέρον ότι υπήρξε καίριος «αρμός» νομιμοποίησης των εξουσιών που σήμερα αμφισβητούνται -και αμφισβητούνται όχι πλέον από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλά από δυναμικές κοινωνικές και ιδελογικοπολιτικές και σε διεθνή κλίμακα), μιας προσχώρησης στη λογική των καθαρών πολιτικών διώξεων κατά αντίπαλων κομμάτων. Η προανακριτική δεν είναι μια υπόθεση ενδεχόμενης διαφθοράς πολιτικών προσώπων αλλά μια υπόθεση ενδεχόμενης τέλεσης πολιτικών  εγκλημάτων! Αυτό είναι το σημείο που αλλάζει δραματικά τα πράγματα και γεννά βαθύτερες σκέψεις για τα κίνητρα συγκρότησης της προανακριτικής. 

Οι ίδιες οι εργασίες της προανακριτικής εμφανίζουν και μια περίεργη συμπόρευση των όσων συμβαίνουν στο πλαίσιο των εργασιών της με τις γενικές πολιτικές ιδιαιτερότητες της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη. Αμέσως μετά την εμπέδωση ως εγγενούς στοιχείου της σημερινής διακυβέρνησης, την εικόνα της εξαιρετικά χαμηλής πολιτικής ποιότητάς της, στο πλαίσιο των εργασιών της προανακριτικής (και ενώ ως τότε τίποτα το στοιχειωδώς σοβαρό δεν είχε από τις καταθέσεις των μαρτύρων τεκμηριωθεί), αιφνιδίως -και απολύτως εκτός του πεδίου πολιτικών  προσλαμβανουσών της- μια μάρτυρας της προανακριτικής και πρώην κορυφαία δκαστική λειτουργός άνοιξε το ζήτημα ότι ο Παπαγγελόπουλος, λέει, «σχεδίαζε πραξικόπημα»!!!   

Λίγο νωρίτερα, άλλος πρώην κορυφαίος δικαστικός λειτουργός (που μάλιστα είχε ήδη εξεταστεί από την προανακριτική και ενώ ο ίδιος πριν από την προανακριτική είχε δώσει πληθώρα καταθέσεων για παρόμοιες υποθέσεις χωρίς ποτέ να δώσει την  παραμικρή ένδειξη πολιτικών επεμβάσεων στο έργο του ως εν ενεργεία κουρυφαίος δικαστικός λειτουργός), επίσης αιφνιδίως ζητάει να δώσει συμπληρωματική κατάθεση, στην οποία αυτή τη φορά τα θυμάται όλα και ανακαλεί στη μνημη του ότι τελικά έγιναν πολιτικές παρεμβάσεις στη δουλειά του όταν ήταν εν ενεργεία δικαστικός.

Και οι δύο παραπάνω πρώην δικαστικοί-μάρτυρες συνέχισαν να ασκούν τα δικαστικά τους καθήκοντα καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., χωρίς ΠΟΤΕ  να έχουν κάνει λόγο για πολιτικές παρεμβάσεις. Άλλωστε, αν ποτέ το έλεγαν και εγεννάτο στα σοβαρά ζήτημα «πραξικοπήματος» από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., το οποίο καθ’ οιονδήποτε τρόπο θα αφορούσε σε παρέμβαση στις αρμοδιότητές τους, όφειλαν να το έχουν επισημάνει από τότε. Κι αν απέφυγαν τότε να το κάνουν φοβούμενοι την εκδίκηση των δυνάμει «πραξικοπηματιών», σήμερα θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να προσκομίσουν αποδείξεις για δικές τους δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες ελήφθησαν υπό το κράτος πιέσεων των «πραξικοπηματιών» και τις οποίες τότε δεν μπόρεσαν λόγω του φόβου τους να αμφισβητήσουν. Προσκόμισαν  μήπως κανένα τέτοιο στοιχείο; Όχι! Διενέξεις με άλλους δικαστικούς λειτουργούς διατείνονταν πάντοτε πως είχαν.

Όμως, αυτές τις τουλάχιστον περίεργες παρεμβάσεις πρώην δικαστικών στο ζήτημα έγερσης ενδεχόμενων πολιτικών εγκλήματων κατά την περίοδο διακυβέρνησης από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (και όχι ενδεχόμενων εγκλημάτων πολιτικών διαφθοράς), συνοδεύουν και τους προσδίδουν αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο συνδεόμενο ευθύτατα με τη σημερινή διακυβέρνηση της Ν.Δ. και τον συμπληρωματικό ρόλο του ΚΙΝ.ΑΛ., 3 στοιχεία:

1. Η μαζική, χύδην και πέραν κάθε ενδεχόμενου συμπτωματικής θεώρησης των πραγμάτων από ελεύθερους δημοσιογραφικούς κύκλους που θεώνται τις εξελίξεις και μεταφέρουν τις εξελίξεις στην κοινή γνώμη, υιοθέτηση των καταγγελιών περί «πραξικοπήματος» από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (μάλλον ως αποτυχόν θα πρέπει να το εκλαμβάνουν, άλλη εκδοχή δεν στέκει), ως σοβαρών! Ενώ αυτές προδήλως πάσχουν από αφόρητη γελοιότητα. Και υπογραμμίζεται εδώ, ως καταλυτικό κατά την αντίληψή μου στοιχείο των πολιτικών πραγμάτων που αφορούν στην προανακρτική, ότι η υιοθέτηση του γελοίου και παντελώς αναπόδεικτου αποδιδόμενου στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. «πραξικοπήματος» (ως υπόθεσης τόσο σοβαρής ώστε θα πρέπει να διευρυνθεί το πεδίο διερεύνησης της προανακριτικής και στα περί «πραξικοπήματος»), έρχεται από εκδοτικούς κύκλους και δημοσιογράφους-όργανά τους, που συγκαταλέγονται στο μπλοκ εξουσίας που υπό την πρωθυπουργία Κυριάκου Μητσοτάκη σήμερα κυβερνάει τη χώρα. Δηλαδή, της «μιντιακής δικτατορίας» που (με το αζημίωτο και με σαφές αντίκρισμα σε οφέλη επιχειρηματικά και μιντιακά «για πάρτη τους») κατά την περίοδο 2015-2019 και στο πλαισίο του αντισυριζισμού Ν.Δ.-ΚΙΝ.ΑΛ. κατέστη το μεγαλύτερο πολιτικό όπλο του νεο-μητσοτακισμού να καταλάβει την εξουσία όπως και έγινε τον περασμένο Ιούλιο.

2. Η ευθεία και χωρίς περιστροφές υπόδειξη πολιτικών πρόσωπων μη μελών των προανακριτικής (τουλάχιστον ενός νυν υπουργού και αντιπροέδρου του κυβερνώντος κόμματος και ενός πρώην πρόεδρου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και ήδη ΚΙΝ.ΑΛ.) προς τα μέλη της να διευρυνθεί το πεδίο διερεύνησης της προανακριτικής. Ο πρώτος εκ των δύο πιο πάνω πολιτικών  προσώπων, μάλιστα, όχι μόνον το υποδεικνύει αλλά έχει διακρίνει τέτοια βασιμότητα στα περί «πραξικοπήματος», ώστε ήδη κάνει λόγο για ισόβια δεσμά ως ποινή για το αποδιδόμενο «πολιτικό έγκλημα» στον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα. Θα μπορούσε αυτό το σημείο να αποδοθεί καλή τη πίστει στις ψυχοσυνθέσεις έντονου πάθους, που χαρακτηρίζουν την πολιτική ταυτότητα των δύο ανωτέρω πολιτικών προσώπων –συχνά και προς ζημία τους. Όμως, τέτοια συγχωρητική προσέγγιση σε μια ολοφάνερη θεσμική απρέπεια, η οποία πέραν των άλλων εισάγει την Ελλάδα στον αστερισμό κρατών που οι κυβερνήσεις τους ασκούν πολιτικές διώξεις κατά πρώην εκλεγμένων πρωθυπουργών (για πολιτικά εγκλήματα και όχι υποθέσεις ενδεχόμενης διαφθοράς), προσκρούει στα ειδικά χαρακτηριστικά των δύο ανωτέρω πολιτικών προσώπων: Ο πρώτος εμπλέκεται στο σκάνδαλο Novartis και είναι ένα εκ των δύο πολιτικών προσώπων από τα δέκα που συνολικά ενεπλάκησαν, του οποίου η περίπτωση δεν εχει τεθεί στο αρχείο από τις εισαγγελικές αρχές. Ο δεύτερος είναι ένα πολιτικό πρόσωπο που επίσης ενεπλάκη στο σκάνδαλο Novartis και η περίπτωσή του έχει τεθεί  στο αρχείο από τις εισαγγελικές αρχές, αλλά επί πλέον είχε άμεση ανάμιξη στην ανατροπή του εκλεγμένου πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου με αφορμή τότε την πρόθεση διενέργειας δημοφίσματος. Δηλαδή, ο δεύτερος συγκαταλέγεται στο πολιτικό προσωπικό που μαζί με τον Αντώνη Σαμαρά ήταν από τα πρώτα που συνέβαλαν στην πρακτική ποινικοποίησης πολιτικών αποφάσεων (ανεξαρτήτως του ότι ποτέ δεν κινήθηκε ποινική διαδικασία κατά του Γ. Παπανδρέου, αφού άλλωστε εκείνος ανετράπη εν μία νυκτί). Και ο ίδιος με ανάλογο τρόπο αντέδρασε και στο δημοψήφισμα που τελικά έκανε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αντιπαρατειθέμενος πρωτίστως όχι σε επίπεδο διαφοράς πολιτικών απόψεων για το θέμα, αλλά εμμένοντας αξιοσημείωτα στην προσέγγιση περί του «παράνομου χαρακτήρα» του δημοψηφίσματος του 2015. Μ’ άλλα λόγια, για απόπειρα «πραξικοπήματος» επέκρινε και τότε τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Κι αφήνω ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ήταν ο θεωρητικός πρωτεργάτης της αντίληψης περί του αντιθεσμικού τρόπου διακυβέρνησης Τσίπρα, δηλαδή είναι εκ των κεντρικών διαμορφωτών του πολιτικού πλαισίου που επιχείρησε να θέσει τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εκτός του ανεκτού δημοκρατικού περιβάλλοντος που επιβάλλει το πολίτευμά μας, παρ ό,τι το κόμμα της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε κερδίσει δύο αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις!                       

3. Και άλλοι κορυφαίοι θεσμικοί παράγοντες, αναρμοδίως και χωρίς να το έχει ζητήσει η προανακριτική, σπεύδουν να ανοίξουν θέμα διεύρυνσης του πεδίου διερεύνησης της προανακριτικής! Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν δύο περιπτώσεις, που και μόνον η δημόσια αναφορά τους σε υποδείξεις και έμπρακτες προγαγωγές του σεναρίου διεύρυνσης  του διερευνητικού πεδίου αρμοδιότητας της προανακριτικής, συνιστούν βαρύτατες θεσμικές αήθειες. Ο πρώτος είναι ο σημερινός υπουργός Δικαιοσύνης, Κώστας Τσιάρας! Ο δεύτερος -και εδώ μιλάμε για κλασσική περίπτωση καταχρησης εξουσίας από τον τρίτο σε θεσμικό βάρος πολιτειακό παράγοντα- είναι ο πρόεδρος της Βουλής, Κωνσταντίνος Τασούλας, που απηύθυνε ερώτημα στη νομική υπηρεσία της Βουλής περί της διεύρυνσης του πεδίου διερεύνησης της προανακριτικής, χωρίς να το έχει ζητήσει η προανακριτική, ευτελίζοντας πλήρως την εθνική αντιπροσωπεία!

Αυτά ειναι τα αληθή πολιτικά δεδομένα σχετικά με την προανακριτική. Και φυσικά δεν είναι τα αφηγήματα Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛ, τα οποία η «μιντιακή δικτατορία» πλασάρει στους πολίτες. Τα υπόλοιπα είναι φληναφήματα που εξυπηρετούν ανάγκες κομματικών στρατευμάτων. Αφηγήματα, από τη μία της Ν.Δ. για να συγκρατήσει τον Σαμαρά στο όχημα ανοχής του Κυριάκου Μητσοτάκη (με την προσδοκία ότι ο Τσίπρας θα αχθεί στο ειδικό δικαστήριο) αλλά και για να υποστηρίξει στοχειωδώς το παράλληλο αφήγημα ότι «για όλα φταίει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.». Από την άλλη αφηγήματα του ΚΙΝ.ΑΛ. για να προσπαθήσει να εμφανίσει ως δήθεν σκευωρία (και όχι ως απόρροια πληθώρας στοιχείων και πέραν καταθέσεων προστατευόμενων μαρτύρων), την ήδη εξελισσόμενη περίπτωση εμπλοκής του πρώην παραταξιακού υπουργού Υγείας, Ανδρέα Λοβέρδου, στην κατεύθυνση άσκησης ποινικών διώξεων σε βάρος του. 

Και στο τέλος όλων, με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να αναγκάζεται (να πρέπει) να αποδείξει ότι «δεν είναι ελέφαντας» και …δεν οργάνωνε πραξικόπημα. Άλλωστε, ακόμη κι αν το οργάνωνε (παρά την πρόδηλη και μόνο με σκοπιμότητες πολιτικών διώξεων αναφορά σε τέτοιες γελοιότητες), αφού πραξικόπημα ουδέποτε έγινε, σε τι ακριβώς συνίσταται το πολιτικό έγκλημα του Τσίπρα; Έλα ντε! Μήπως εισερχόμαστε σε περίοδο προκαταβολικής ποινικοποίησης και των πολιτικών προθέσεων; Αν ναι, πρόκειται για πεντακάθαρη εξ αντίθετης πολιτικής φοράς αντιδημοκρατική εκτροπή του Κυριάκου Μητσοτάκη, συνεπικουρούμενου από τη Φώφη Γεννηματά!

Πόσο επιλεκτική πρόσβαση στη λογική κατανόηση της αλήθειας πρέπει να εχει κανένας για να διακρίνει «πραξικοπήματα» από τον Τσίπρα, όταν περιπτώσεις κυβερνητικών εκτροπών και αλλεπάλληλων περιστατικών κατάχρησης εξουσίας από κυβερνητικά στελέχη και κρατικά όργανα της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη έχουν γίνει καθημερινότητά μας; Μήπως όσοι τα βλέπουν έτσι τα πράγματα, απλά τα πραγματικά θεσμικά πραξικοπήματα και τις δημοκρατικές εκτροπές του νεο-μητσοτακισμού δικαιολογούν και ανέχονται;