2 Απρ. 2020

Η Ευρώπη τρίζει για τα καλά Γ

Η ΕΕ εκτός τόπου και χρόνου

(Μέρος Γ΄: Νέο ξεκίνημα για την ευρωζώνη

- Η περίπτωση της Ελλάδας)

Από τα όσα ανέφερα στα δύο προηγούμενα μέρη νομίζω πως έχει γίνει κατανοητό, ότι είναι πολύ δύσκολο -αν όχι ανέφικτο- να υπάρξει κοινός τόπος στις αποφάσεις της ΕΕ σχετικά με την αντιμετώπιση των βαρύτατων συνεπειών που προκαλεί στην ευρωζώνη η επέλαση της πανδημίας. Είναι προφανές ότι οι χώρες του πλούσιου Βορρά δεν είναι διατεθειμένες να εγκαταλείψουν εύκολα (και οπωσδήποτε δεν θα το κάνουν αυτή τη στιγμή εν μέσω αναστολής των οικονομικών λειτουργιών λόγω κορωναϊού) την πολιτική που εξασφαλίζει επί δεκαετίες τα πλεονάσματα στις οικονομίες τους. Αντιθέτως, οι υπόλοιπες χώρες έχουν πλήρη συναίσθηση ότι με παράταση της ίδιας πολιτικής και με διαχείριση των συνεπειών της πανδημίας στη οικονομία, με μέτρα που δεν θα αλλάζουν το πρόταγμα της δημοσιονομικής εξυγίανσης και όσο η κρίση βαθαίνει, η καταστροφή τους έχει ήδη δρομολογηθεί. Υπάρχει περιθώριο συμβιβασμού;

Λαμβάνοντας υπόψη τους συσχετισμούς δυνάμεων (πολιτικούς και οικονομικούς) στην ΕΕ αυτή την ώρα, διαπιστώνω ότι οι χώρες-μέλη είναι καταδικασμένες να συμβιβαστούν γεφυρώνοντας το αδύνατο! Οι αδύναμες χώρες του κλαμπ, επειδή ακριβώς δεν διαθέτουν το διεθνές πολιτικό κύρος και την οικονομική ισχύ (μάλιστα οι οικονομίες τους είναι απολύτως εξαρτώμενες από το ευρώ ως διεθνές νόμισμα), θα συρθούν σε μια αυτοκαταστροφική υποχώρηση. Θα αναγκαστούν να δεχτούν χρηματοδότηση υπό τους όρους μιας σκληρής εποπτείας μνημονιακού τύπου (αλλά «μεταμφιεσμένης» υπό μεταμνημονιακό μανδύα), με εμμονή στην επιλογή τήρησης πειθαρχίας στη δημοσιονομική εικόνα τους εν μέσω κρίσης. Κι αυτό όχι μόνο είναι συνταγή  εμβάθυνσης της οικονομικής κρίσης για τις μεμονωμένες χώρες της ευρωζώνης που θα αποδεχόντουσαν εποπτεία τέτοιας κοπής, αλλά ταυτόχρονα τέτοια εξέλιξη θα ήταν καθαρή υπονόμευση της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας.

Υπάρχει άλλος τρόπος; Ναι! Στη βάση της πολιτικής παραδοχής, όμως, ότι ο γύρος της 30ετίας 1990-2020 έχει κλείσει, τόσο για τις θεσμικές όσο και για τις οικονομικές προϋποθέσεις, υπό τις οποίες πριν δεκαετίες συμφωνήθηκε η προαγωγή της ευρωπαϊκής ενοποίησης, και ότι εισερχόμαστε σε μια άλλη περίοδο, με καινούριες προτεραιότητες για τους πληθυσμούς του πλανήτη –συμπεριλαμβανομένων και των ευρωπαϊκών.

Σε πολιτικό πλαίσιο σαν αυτό, γίνεται κατανοητή η ανάγκη αλλαγής της ως σήμερα προτεραιότητας συσσώρευσης αποθεμάτων (επειδή κάποια στιγμή στο μέλλον θα χρειαζόμασταν αυτά τα πλεονάσματα), σε μια γενικευμένη επενδυτική στροφή των κοινωνιών. (Σε ποιούς κλάδους θα επικεντρωθεί αυτή η γενικευμένη επενδυτική στροφή δεν είναι της παρούσης να συζητήσουμε, όμως είναι μια κρίσιμη συζήτηση που πρέπει να γίνει το συντομότερο).

Μ’ άλλα λόγια, και για να γίνει τελείως σαφές: Δεν έχει σήμερα νόημα να συνεχιστεί από κάποιες χώρες η προσπάθεια περαιτέρω συσσώρευσης πλεονασμάτων, απλά γιατί σήμερα ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ να χρησιμοποιηθούν τα αποθέματά που συσσώρευσαν. Αν δεν το κάνουν, η ίδια η πολιτική των πλεονασμάτων θα διαιωνίσει την επενδυτική και στην πραγματικότητα παραγωγική καχεξία και η υφεσιακή τάση θα παγιωθεί στην παγκόσμια οικονομία, με ενδεχόμενο για πρώτη φορά ο ίδιος ο καπιταλισμός και ο συστημικός θρίαμβός του εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα, να κλονιστεί σοβαρά. Ο ίδιος ο μύθος της αυτο-ανανεούμενης αενάως αναπτυξιακής κίνησης που διακινούν μονίμως οι υποστηρικτές του καπιταλισμού (στην πραγματικότητα μόνον επειδή με πολιτικά μέσα απετράπη τον προηγούμενο αιώνα κάθε προσπάθεια να δοκιμαστεί το σοσιαλιστικό μοντέλο), θα αμφισβητηθεί. Θα ήταν ίσως η πρώτη στην ιστορία ανάδυση ως πειστικού του επιχειρήματος ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι μια «πολιτική προτίμηση» αλλά μια αναπόφευκτη «ιστορική νομοτέλεια»! Ίδωμεν!

Όμως, για να μπει η υπό ενοποίηση Ευρώπη στα σοβαρά στο παιχνίδι διεκδίκησης του ηγετικού ρόλου (που κατείχε μέσω της αποικιοκρατίας μέχρι και τον περασμένο αιώνα και τελικά απώλεσε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), θα πρέπει «να πάρει κεφάλι» σε επενδυτικές παρεμβάσεις στο εσωτερικό της αλλά και σ’ ολόκληρο τον πλανήτη (θαρρώ πως έχει έρθει η στιγμή της Αφρικής, προς την οποία η Ευρώπη διατηρεί γεωπολιτικό πλεονέκτημα).

Και τα άφευκτα «εργαλεία» γι’ αυτές τις επενδυτικές παρεμβάσεις είναι 3:

α. η πρόσβαση σε απεριόριστη ρευστότητα και διαθέσιμα κεφάλαια,

β. η δυνατότητα εξασφάλισης αυτών των κεφαλαίων, χωρίς την ανάγκη προσφυγής σε εξωτερικό δανεισμό (που κατατρώει τον πλούτο των δυτικών κοινωνιών), και

γ. η υποστήριξη από τραπεζικό σύστημα απαλλαγμένο από δουλείες χρέους και ικανό να στηρίξει χρηματοπιστωτικά αυτήν την αναγκαία «επίθεση επενδύσεων».

Αν παρατηρήσει κανένας προσεκτικά τις προτάσεις του ευρωπαϊκού Βορρά θα διαγνώσει ότι αντιστρατεύονται πρακτικά και τα 3 «εργαλεία» που προανέφερα! Αλλά κι αν δει κανένας την πρόταση για το ευρωομόλογο ως «πανάκεια» επίσης θα διαπιστώσει ότι από μόνη της και αν δεν είναι μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος επιλογών οικονομικής πολιτικής για την ευρωζώνη, είναι απολύτως ανεπαρκής.

Τα 3 «εργαλεία» που ανέφερα πιο πάνω, εξασφαλίζονται μόνο:

-Το πρώτο, με κόψιμο άφθονου πληθωριστικού χρήματος (κι ας μην προβλέπεται τυπικά τέτοια δυνατότητα -και η αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας δεν προβλεπόταν, αλλά προχώρησε με ρήτρα προσωρινότητας),

-Το δεύτερο, με συνολικές αλληλοδιαγραφές χρέους μεταξύ των χωρών-μελών (ευχής έργο για τον διεθνή καπιταλισμό θα ήταν τέτοιο μέτρο να επεκτεινόταν στο σύνολο των καπιταλιστικών χωρών -αλλά η Ευρώπη δεν θα έπρεπε να παρασυρόταν σε μακρές διαπραγματεύσεις με άλλες δυνάμεις, και θα έπρεπε να εγκαινιάσει με πρωτοβουλία της αυτήν την ιστορική κίνηση στο εσωτερικό της), και      

-Το τρίτο, με εθνικοποιήσεις (των ήδη υπερχρεωμένων ευρωπαϊκών τραπεζών) και με επάλληλες απομειώσεις του ιδιωτικού χρέους σε συνέχεια αυτής της επιλογής. 

Ναι, οι χώρες που ως σήμερα ευνοήθηκαν συσσωρεύοντας πλεονάσματα σε πρώτη φάση θα δουν τις πραγματικές αξίες των αποθεμάτων τους να υποχωρούν (σε ονομαστική αξία η πρακτική  των αλληλοδιαγραφών χρέους δεν συνεπάγεται καμιά αυξημένη απώλεια για όποιον προσχωρεί στο μέτρο)! Ναι, θα «ξεβολευτούν» οι πολιτικές, οικονομικές και τραπεζικές ελίτ, που ως σήμερα έπαιρναν τις αποφάσεις ευνοώντας τον εαυτό τους και θα πρέπει να αναπροσαρμόσουν τις προτεραιότητές τους. Αλλά με τέτοια μέτρα, η Ευρώπη θα ξεπέρναγε ακόμη κι από σήμερα την κρίση που προκαλεί στην οικονομία η πανδημία και θα έμπαινε πρώτη και από καλύτερες θέσεις στην μετά τον ιό εποχή της οικονομίας!

Και η Ελλάδα;

Μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο των αντιφάσεων, που άρκεσε ένας τόσος δα και αόρατος μικρο-οργανισμός για να αποκαλύψει τη γύμνια των μέχρι πριν λίγο πανίσχυρων συστημάτων, η Ελλάδα είναι μια ξεχωριστή περίπτωση! Για δύο λόγους: α. γιατί το εξωτερικό χρέος της είναι εξαιρετικά υψηλό και θα ήταν αφροσύνη ξανά με προσφυγή σε εξωτερικό δανεισμό να εξευρεθούν οι πόροι αντιμετώπισης των συνεπειών της πανδημίας στην οικονομία της, και β. διότι προνομιακά πλήττεται από την παρούσα κρίση, λόγω ζημίας στον τουρισμό και παγώματος επενδύσεων!

Παρά ταύτα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ενεργεί με τρόπο που προφανώς επιβαρύνει τις συνέπειες του ιού στην οικονομία μας, αποφεύγοντας να κάνει πράγματα που μπορεί να κάνει: Ας δούμε μερικά απ’ αυτά:

- Φαίνεται να αρκείται στην επιλογή του ευρωομολόγου, ενώ την ίδια ώρα δεν απορρίπτει άμεσα και ρητά κάθε διάθεσή της να αποδεχτεί τη λύση που εισηγείται το Βερολίνο, για προσφυγή σε δανεισμό από τον ESM, υπό τη νεο-μνημονιακή εποπτεία του ECCL, όπως προτείνουν οι ισχυρές χώρες της ευρωζώνης,

- Παρά την προσωρινή άρση της υποχρέωσης για τις χώρες-μέλη να έχουν ελλείμματα άνω του 3% (που στην περίπτωση της Ελλάδας και για λόγους διασφάλισης της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, ισοδυναμεί με δεσμεύσεις για υψηλά πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ για το 2020), δεν έχει ακόμη ανακοινώσει μονομερώς (όπως έχουν κάνει, η Ιταλία, η Ισπανία και η Γαλλία) ότι απεγκλωβίζεται για την τήρηση του στόχου για πλεόνασμα τουλάχιστον για το 2020 (η εγκατάλειψη του στόχου για πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ στο 2020 έπρεπε και μπορούσε ήδη να έχει αναγγελθεί με μονομερή ελληνική απόφαση),

- Τα κόστος των μέτρων στήριξης της οικονομίας μας ως τώρα είναι της τάξης του 5% του ΑΕΠ μας, τη στιγμή που τα ανάλογα μέτρα στις περισσότερες άλλες χώρες-μέλη της ευρωζώνης κυμαίνονται από 10-20% του ΑΕΠ τους,

- Η αναπλήρωση του εισοδήματος των υποχρεωτικά τεθέντων σε εργασιακή αργία από τους εργοδότες τους, είναι σε ποσοστό 50%, ενώ στις άλλες χώρες της ευρωζώνης το ίδιο ποσοστό κυμαίνεται από 60-80%. Κι αυτό σε μια περίοδο που η στήριξη της κατανάλωσης είναι βασικό σημείο διευκόλυνσης των οικονομιών να αντέξουν την κρίση,

- Η άρση των κατασχέσεων πρώτης κατοικίας, παραμένει στα αζήτητα του κυβερνητικού ενδιαφέροντος και οι διευκολύνσεις αποπληρωμών οφειλών από τις τράπεζες  αφορούν μόνο σε ενήμερα δάνεια,

-  Τα δύο τελευταία σημεία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι αποκαλύπτουν (μαζί με μερικά άλλα μέτρα, π.χ. αναστολή καταβολής οφειλών προς το δημόσιο για τους καναλάρχες) κάτι κρίσιμο: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαχειρίζεται την επιβάρυνση από την κρίση, με τρόπο που αναδιανέμει τις συνέπειες της ζημίας στην έλληνικη οικονομία προς όφελος των ισχυρότερων! Μ’ άλλα λόγια, σε μια γενικευμένη και με οριζόντιες συνέπειες κρίση, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντί να ασχοληθεί με τη θέσπιση μέτρων ουσιαστικής στήριξης της οικονομίας οριζοντίως, παραμένει δέσμια  της ιδεολογικής της προτίμησης υπέρ των ισχυρών και της ταξικής αντανάκλασής της στα έκτακτα μέτρα.

Αυτά είναι μερικά μόνο από τα όσα κάνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη!

Ας δούμε , όμως, και μερικές από τις ανεπάρκειες της αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ, στο μέτρο που ως μια από τις ισχυρότερες αντιπολιτεύσεις στην ΕΕ επηρεάζει το κλίμα υπό το οποίο έχει ανοίξει στην ΕΕ -θέλοντας και μη- η συζήτηση για την αλλαγή της βάσης στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική στην ευρωζώνη. 

Η αντίδραση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (υπό την δυσκολία της εξαιρετικά περιορισμένης προβολής των θέσεών της στο σκληρό φιλοκυβερνητικό σύστημα των εγχώριων μέσων ενημέρωσης και υπό την πρόσθετη -και μέχρις εξαφάνισης- μετάδοση ειδησεογραφίας σχετικά με την αντιπολίτευση), χαρακτηρίζεται κατά τη γνώμη μου από ένα σοβαρό σφάλμα (ιδεολογικό και άμεσα πολιτικό): Την άσκηση κριτικής προς την κυβερνητική πολιτική και τα έκτακτα μέτρα για την οικονομία που λαμβάνονται, από σκοπιά και αφετηρία, η οποία δεν αμφισβητεί τη βάση της οικονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη την τελευταία 30ετία.

Για να εκτεθεί περισσότερο επικεντρωμένα η ένστασή μου: Η υπέρβαση της σημερινής κρίσης, δεν θα έρθει από μια απλή επιστροφή στο μοντέλο του κεϋνσιανισμού, δηλαδή την πρακτική έκδοσης πληθωριστικού χρήματος για να ενισχυθεί η ζήτηση και μέσω αυτής να αντιμετωπιστούν οι υφεσιακές πιέσεις. Ναι, αυτό, είναι ένα μέσο εκ των ων ουκ άνευ στις σημερινές συνθήκες της υπνώττουσας ευρωπαϊκής οικονομίας λόγω της πανδημίας. Αλλά, εάν μετά την έκδοση πληθωριστικού χρήματος -αν, φυσικά, ποτέ κοπεί στην ευρωζώνη, πράγμα πολύ δύσκολο ούτως ή άλλως- επανέλθουμε στην προτεραία της σημερινής κρίσης (δηλαδή στην ίδια βάση της οικονομικής πολιτικής, με προτάγματα την δημοσιονομική πειθαρχία και την εξασφάλιση των απαιτούμενων κεφαλαίων για επενδύσεις από δανεισμό που θα διαιωνίζει το πρωτοφανές συσσωρευμένο παγκοσμίως -και στην ευρωζώνη- χρέος), τότε η καταστροφή θα είναι γενικευμένη.

Για παράδειγμα και για να γίνει κατανοητό εν προκειμένω σε πρακτική βάση το έλλειμμα πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, αρκεί να λεχθεί ότι η αντιπολίτευση που ασκεί εξαντλείται στην καταγγελία περί του ταξικού προσήμου της οικονομικής κυβερνητικής πολιτικής! Φυσικά και είναι ταξική η πολιτική Μητσοτάκη! Και έχει γίνει ακόμη πιο υποστηρικτική προς τους ισχυρότερους -τους οποίους πολιτικά εκπροσωπεί η Ν.Δ.- η κυβερνητική οικονομική πολιτική με τα έκτακτα μέτρα που εφαρμόζει, παρ’ ό,τι εν μέσω τόσο οξείας κρίσης, μόνο με τις ταξικές προτιμήσεις του δεν θα έπρεπε να ασχολείται κάποιο κόμμα, ιδίως το κυβερνόν! Όμως, αυτή είναι μόνον η μισή συζήτηση!

Στις σημερινές συνθήκες, είναι μάχη οπισθοφυλακών για μια χώρα να εκδοθεί ευρωομόλογο και μόνον (αν εκδοθεί κι αυτό) και αμέσως μετά να επιστρέψουμε στην ίδια οικονομική πολιτική της παγιωμένης κρίσης ενός καπιταλισμού που πνέει τα λοίσθια.

Είναι ιδιαίτερα ενοχλητικό κόμμα με αριστερή προέλευση (όπως ο ΣΥΡΙΖΑ), που δραστηριοποιείται μάλιστα μέσα στις ευνοϊκές για την πολιτική του συνθήκες ριζοπαστικοποίησης ευρέων κοινωνικών στρωμάτων, να αντιμετωπίζει τη σημερινή κρίση και τον χειρισμό της με μείζον πολιτικό αιτούμενό του την αναπαραγωγή ενός συστήματος που γεννά και διαιωνίζει τις βαθύτατες κρίσεις που βιώνουμε εδώ και περισσότερο από μια δεκαετία, χωρίς να μπορεί να τις υπερβεί. Αντί o ΣΥΡΙΖΑ να έχει ήδη αδράξει την ευκαιρία να θέσει ευθέως τον στόχο ανατροπής του ίδιου προβληματικού συστήματος, το οποίο άλλωστε και στρατηγικά αμφισβητεί.  

Χαίρω που έστω την τελευταία στιγμή ο Αλέξης Τσίπρας έχει κάνει μερικά βήματα παραπάνω προς τη σωστή κατεύθυνση.

Συνοψίζω τη μακρά και σε 3 μέρη παρούσα ανάλυσή μου:

Στη σημερινή κρίση της πανδημίας δεν μπορεί η προσπάθεια να περισωθεί ό,τι περισώζεται από το ούτως ή άλλως σαθρό οικοδόμημα του αδιανόητου ύψους παγκόσμιου χρέους στην ευρωζώνη να καταντήσει ένας νέος γύρος του αγώνα δρόμου να γίνουν μερικές οικονομίες του ευρώ ισχυρότερες από τις υπόλοιπες. Είναι η τελευταία ευκαιρία το ενιαίου νομίσματος. Αν χαθεί κι αυτή, η ευρωζώνη δύο ταχυτήτων θα είναι αναπόφευκτη. Και στη 2η ταχύτητα δεν θα είναι πια οι μεσογειακοί  των κατά Ντάισελμπουμ τρυφηλών προτιμήσεων που παράγουν τις κρίσεις (κατά το μύθευμα του 2010-2019), αλλά θα είναι οι περισσότερες χώρες της ευρωζώνης.

Στόχος σήμερα δεν είναι μια αλληλεγγύη διαιώνισης των πλεονεκτημάτων που προσφέρει  η ευρωζώνη στα ισχυρά μέλη της για να γίνουν ακόμη ισχυρότερα! Ούτε είναι κάποια «δώρα» (όπως αναίσχυντα χαρακτήρισε ο Ολλανδός πρωθυπουργός Ρούτε τη χρηματοδοτική στήριξη προς τις πληττόμενες λόγω κορωναϊού οικονομίες της ευρωζώνης).

Στόχος σήμερα είναι η άμεση, γενναία και χωρίς δανειακές προϋποθέσεις μεταφορά πόρων από τον ευρωπαϊκό Βορρά προς τις υπόλοιπες ζώνες του ενιαίου νομίσματος και ευρύτερα προς την άλλη Ευρώπη. Η ανακατανομή πλούτου στο εσωτερικό της ΕΕ και της ευρωζώνης υπέρ των ασθενέστερων είναι ο στόχος, που συνιστά και την εγγύηση ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας. Αλλιώς, θα έχει γίνει ένα ακόμη βήμα -ίσως το μοιραίο- προς την αποσύνθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.