21 Απρ. 2020

Η χούντα του κορωναϊού

Η επιβολή της εκτροπής

και η εκτροπή της επιβολής

Όταν πριν από 53 χρόνια ο στρατός υπό την καθοδήγηση μιας θλιβερής ομάδας πρακτορευμένων βαθμοφόρων μεσαίου επιπέδου κατέλυσε τη δημοκρατία, το ίδιο το πολίτευμα ήταν το ουσιώδες πολιτικό διακύβευμα της εποχής. Η ελληνική δημοκρατία, ατελής και ήδη υπό αμφισβήτηση -σχετικά με πόση και ποιά θα έπρεπε να είναι- υπό την απειλή των όπλων και μετά τα μεγάλα δημοκρατικά ξεσπάσματα του 1-1-4 κατά της δεξιάς και του παλατιού, θεωρήθηκε επικίνδυνη. Τόσο ώστε η αποκαθήλωση της να προβληθεί και να επιχειρηθεί ως αναγκαίο βήμα πολιτικής εξυγίανσης της Ελλάδας.

Η ανεπάρκεια των δημοκρατικών κομμάτων, του κέντρου και της αριστεράς, στην προσπάθεια να αντιμετωπίσουν την εκτροπή, παρ ό,τι αυτή είχε ανοιχτά προαναγγελθεί, εκφράζει την οριακής αποτελεσματικότητας πολιτική ταυτότητα της προοδευτικής παράταξης εκείνα τα χρόνια. Δηλαδή, μια πολιτική δύναμη, που αν και πλειοψηφική (όπως είχε αποδειχτεί στις εκλογές που είχαν προηγηθεί) αδυνατούσε να υπηρετήσει τον ίδιο τον σκοπό της: να εξασφαλίσει τη δημοκρατία και να την εγγυηθεί!

Οι συνέπειες της χούντας για την Ελλάδα είναι γνωστές! Από την ανακοπή της φυσιολογικής σ’ όλη τη δύση πολιτειακής εξέλιξης προς ωριμότερες δημοκρατίες, ως τη διεθνή απομόνωση όταν ολόκληρος ο πλανήτης άλλαζε, και την τραγωδία του Κυπριακού, η εκτροπή του 1967 είχε βαρύτατο κόστος. Περισσότερο απ’ όλα, όμως, εκείνο που επλήγη ήταν η ομαλότητα, ως το δεδομένο και αδιαπραγμάτευτο εκείνο πολιτικό πλαίσιο, εντός του οποίου η χώρα και οι πολίτες της πορεύονται στον ιστορικό χρόνο. Η διατάραξη αυτής της ομαλότητας από ένα πραξικόπημα, είναι σε κάθε περίπτωση απόδειξη της αδυναμίας να υπηρετηθεί ο δημοκρατικός αυτοσκοπός. Η ίδια η υπό εποπτεία και βήμα-βήμα αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, υπό το απολύτως ενδεικτικό δίλημμα «Καραμανλής ή τανκς», αποδεικνύει ότι η «απειλή των όπλων» δεν ήταν ένας εξοβελισμένος και εκτοπισμένος πολιτικός παράγων, που δεν επηρέασε τις εξελίξεις. Το ενδεχόμενο μιας νέας εκτροπής -αν κρινόταν απαραίτητο- ήταν παρόν στις τότε εξελίξεις και επηρέασε και τη μεταδικτατορική δημοκρατία μας. Κι όσο και αν η αποκατάσταση της δημοκρατίας ήταν ένα εγχείρημα καθόλου διασφαλισμένο (και υπ’ αυτήν την οπτική είναι σημαντικό επίτευγμα του Κ. Καραμανλή ότι πέτυχε να την σταθεροποιήσει), σήμερα θεωρούμε τη δημοκρατία δεδομένη και απρόσβλητη από τυχόν απόπειρες ανατροπής της.

Ωστόσο, αν παρατηρήσει κανένας πέρα από τα κλισέ θα διαπιστώσει ότι σήμερα είναι η πρώτη φορά μετά την επταετή εκτροπή, που ισχύει στην Ελλάδα απαγόρευση κυκλοφορίας και επιτρέπονται μόνον ελεγχόμενες μετακινήσεις.

Παρ’ ό,τι σήμερα λόγος της απαγόρευσης είναι η πανδημία και προβαλλόμενος σκοπός της είναι η προστασία της δημόσιας Υγείας, οι επιπτώσεις για τη δημοκρατία δεν είναι αμελητέες. Μάλιστα (και όχι πια στην Ελλάδα και κατ’ εξαίρεση, όπως συνέβη με το πραξικόπημα των συνταγματαρχών), σε παγκόσμια κλίμακα διαμορφώνεται και ενδυναμώνεται ένας έντονος προβληματισμός σχετικά με τις συνέπειες εποπτείας των απαγορεύσεων ελεύθερης μετακίνησης των πολιτών, υπό τα τεχνικά και τεχνολογικά μέσα που διαθέτουν τα σύγχρονα κράτη.

Ο προβληματισμός αυτός δεν αφορά απλά στην ανησυχία ότι είναι επικίνδυνη και αντιδημοκρατική η εποπτεία και οι περιορισμοί της ατομικής ελευθερίας του κάθε πολίτη, ανεξάρτητα από τον λόγο που επιστρατεύτηκε για να δικαιολογηθούν αυτοί οι καταναγκασμοί. Ο προβληματισμός εκτείνεται -και ορθώς- και σε πεδία που αναζητούν τυχόν καταχρηστικές επικλήσεις του λόγου ανωτέρας βίας (της πανδημίας εν προκειμένω), για να εφαρμόζονται μέσα άτυπης άρσης της δημοκρατίας. Κι ακόμη περισσότερο, ο ίδιος προβληματισμός -ορθώς και πάλι- αγωνιά για το ενδεχόμενο (που δεν μοιάζει πια και τόσο μυθιστορηματικής έμπνευσης) ότι οργανωμένα και σχεδιασμένα, σημερινές πολιτικές δυνάμεις -που υπό τις λογικές αναλογίες της διαφοράς εποχής, ανήκουν στην ίδια παράταξη που έφερε και ανέχτηκε τη δικτατορία- δεν θα έλεγαν όχι σε μια δημοκρατική εκτροπή στις μέρες μας. Με τί πρόσχημα, θα το έκαναν; Θα το έβρισκαν στον δρόμο αυτό! Τέλος, πάντα στο πλαίσιο του ίδιου προβληματισμού, εξετάζεται η πιθανότητα αυτού του τύπου οι περιορισμοί των δημοκρατικών δικαιωμάτων, να παγιωθούν διηνεκώς στο πολιτικό οπλοστάσιο των δυνάμεων της συντήρησης και να ανακαλούνται προς επανεφαρμογή των απαγορεύσεων, όποτε η άρχουσα πολιτική παράταξη (δηλαδή οι σημερινές ελίτ) αισθάνεται ότι απειλείται από τους αντιπάλους της.

Μ’ άλλα λόγια, τέτοιου τύπου απαγορεύσεις, ανάλογα με τις συγκυρίες και πάντα υπό την επίκληση μιας έκτακτης ανάγκης -πάντα θα βρίσκεται κάτι τέτοιο για να δικαιολογεί τέτοιες αποφάσεις- παράγουν τη βάσιμη υποψία ότι τεχνηέντως πλασάρεται η άποψη ότι εκτροπές αυτού του τύπου θα είναι πλέον μέρος του δημοκρατικού συστήματος (ενώ δεν είναι) και ολοένα και συχνότερα θα τις ζούμε από ‘δω και πέρα.

Οι υποψίες αυτές προσλαμβάνουν δραματικό τόνο, αν αναλογιστούμε τις ήδη επισυμβαίνουσες ολέθριες επιπτώσεις του προσχήματος μέτρων ένεκα της πανδημίας, σε βάρος της δημοκρατίας. Στην Ουγγαρία, φερ’ ειπείν, καταγράφεται σαφής δημοκρατική εκτροπή (συνεπώς και τα μέτρα που επιστρατεύτηκαν λόγω της ανωτέρας βίας-πανδημίας κρίνεται ότι υπηρετούν άλλους σκοπούς, πέραν της προστασίας της δημόσιας Υγείας). Και ίσως πιο απειλητικό κι από την ίδια την καθ’ αυτό δημοκρατική εκτροπή του Όρμπαν, είναι ότι τα ιδεολογικά όμορα κόμματα με το FIDESZ, τα κόμματα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, αρκούνται σε προειδοποιήσεις και ανταλλαγές μηνυμάτων εδώ και χρόνια, ενώ η εκτροπή εξελίσσεται μπροστά στα μάτια τους. Εδώ, στην ΕΕ και κατά τον 21ο αιώνα!

Από την άλλη μεριά, πώς να μη ληφθεί υπ’ όψη το διακυβερνητικό παρελθόν του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη (μικρό αλλά πολιτικά πολύ ενδεικτικό), όταν προβάλλεται σήμερα από την κυβέρνησή του προς τους πολίτες η «αναγκαιότητα των  απαγορεύσεων»; Πριν την πανδημία και χωρίς την επίκλησή της δεν είχαν λάβει χώρα τα περιστατικά Ινδαρέ και της εισβολής σε νυχτερινό κέντρο, όπου οι θαμώνες υποχρεώθηκαν σε γονυπετή απόδειξη της υποταγής τους στην αστυνομική αυθαιρεσία; Πριν την πανδημία δεν ήταν, όταν εκδηλώθηκαν τα φαινόμενα νεποτισμού, σε τόση έκταση, μάλιστα, που μόνο με την περίοδο Σημίτη υπάρχει σύγκριση; Αλλά, και σήμερα, με τη διακυβέρνηση των ΠΝΠ, πάντα με την επίκληση της πανδημίας, δεν είναι που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας αλλεπάλληλες αδιανόητες κυβερνητικές πρακτικές «αρπαχτής» στα δημόσια ταμεία, προς όφελος «ημετέρων». Και μάλιστα, σε περίοδο που έχει ανασταλεί η λειτουργία της Βουλής;

Ποιά είναι, τελικά, τα όρια της «έκτακτης ανάγκης»; Και -κυρίως- ποιός ελέγχει αν υπάρχει εδώ αυθαιρεσία και επ’ ευκαιρία εκτροπή; Μπορεί η ίδια η κυβέρνηση να εξασφαλίζει τον αναγκαίο δημοκρατικό έλεγχο, εποπτεύοντας τον εαυτό της; Και γιατί σ’ όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν ανιχνεύονται προβλήματα σαν αυτά που ανέφερα για την Ελλάδα του νεο-μητσοτακισμού;

Πρόκειται δηλαδή, για μια αντιστροφή των πολιτικών όρων του 1967. Τότε ζήσαμε την επιβολή μιας εκτροπής από τη δημοκρατία. Σήμερα ζούμε την εκτροπή μιας επιβολής σε βάρος της δημοκρατίας!

Κάτι τελευταίο! Όσο αδύναμες αποδείχτηκαν το 1967 οι παρατάξεις του κέντρου και της αριστεράς, δηλαδή οι προοδευτικές δυνάμεις της εποχής, να αποτρέψουν την εκτροπή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, τόσο αδύναμες παρουσιάζονται και οι σημερινές προοδευτικές δυνάμεις να αποτρέψουν την επιβολή του νεο-μητσοτακισμού.

Το ΚΙΝΑΛ, όσο τμήμα του απέμεινε να λογίζεται στη  προοδευτική παράταξη, πελαγοδρομεί στον αντι-συριζικό αυτοσκοπό, ενώ  η δημοκρατία πλήττεται βάναυσα. Η αντίδραση του ΚΙΝΑΛ στις αντιδημοκρατικές πρακτικές του Κυριάκου Μητσοτάκη, θυμίζει την αντίδραση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (όπου μέλος και η ΝΔ) απέναντι στον Όρμπαν.

Το ΚΚΕ αδυνατεί πλήρως να μετασχηματίσει την όποια μικρή πολιτική επιρροή διαθέτει, σε αθροιστική ισχύ της οπωσδήποτε νοούμενης στην Ελλάδα σημερινής προοδευτικής πολιτικής παράταξης.

Και -κυρίως- ο ΣΥΡΙΖΑ  δείχνει ανεπίτρεπτες ανοχές στις εφιαλτικές εκτροπές και τον ενδυναμωμένο νεποτισμό της πανδημίας. Λίγο ενδιαφέρει, αν έχει τα μέσα, επικοινωνιακά και άλλα, για να επιτελέσει αξιόμαχα τον ρόλο του δημοκρατικού πόλου, που θα υπερασπιστεί τη δημοκρατία από τις τυχόν επιβουλές σε βάρος της. Η αναποτελεσματικότητα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης (εν είδει παρά φύσει συμπολίτευσης, θά ‘λεγε κανένας) μετράει εδώ! Η αριστερά, οφείλει να βρίσκει λύσεις ακόμη κι εκεί που φαίνεται ότι δεν υπάρχουν…