25 Απρ. 2020

ΕΕ: Πολιτική αποτίμηση της αδυναμίας να ληφθούν αποφάσεις για την οικονομική κρίση

Η Ευρώπη ως συμμαχία των απροθύμων

Η οικονομική πτυχή του αδιεξόδου στο οποίο οδηγείται η ΕΕ από την αδυναμία της να χρηματοδοτήσει με δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο τις συνέπειες από την πανδημία στην οικονομία, έχει αναλυθεί και συνεχίζει να αναλύεται κατά κόρον.

(*) Τη δική μου μικρή συμβολή στη συζήτηση αυτή μπορεί τα βρείτε στην παραπομπή

Όμως, αυτό που παραμένει εκτός της ατζέντας τον προβληματισμών με αφορμή  την οικονομική κρίση λόγω του κορωναϊού, είναι η πολιτική πτυχή του ζητήματος. Μια πτυχή που θεωρώ σοβαρότερη από τον διάλογο για τα οικονομικά την εποχή της πανδημίας, αφού η συνοχή της ΕΕ από την ίδια την υγειονομική περιπέτεια που διάγουμε αποδείχτηκε ότι κρίνεται σε πολύ ευρύτερη βάση προϋποθέσεων, από τα οικονομικά μέτρα. (Για παράδειγμα, η αδυναμία της ΕΕ να υιοθετήσει κοινά μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας και πολύ περισσότερο ενιαίο τρόπο και ρυθμό επιστροφής σε μια κάποια ομαλότητα, υπό την πιθανολόγηση ενός δεύτερου πανδημικού κύματος, οριοθετεί αποκαλυπτικά τον άγονο και ατελέσφορο χαρακτήρα που έχει προσλάβει η συνύπαρξη κρατών στο πλαίσιο της ΕΕ).

Απ’ αυτή τη ματιά, ο κορωναϊός επιβεβαίωσε ότι ο στόχος πολιτικής ενοποίησης όχι μόνο δεν προάγεται, αλλ’, αντιθέτως, μοιάζει να φυλλορροεί, καθώς κάθε χώρα-μέλος παραμερίζει την κοινοτική διάσταση στη σχέση της με την ΕΕ, ακόμη κι εκεί που η θετική της επίδραση είναι προφανής (π.χ. στο ζητούμενο ενιαίας μεθόδου επιστροφής στη μετά την πανδημία περίοδο), και δρα προς ίδιον όφελος. 

Έτσι, ο οριακός χαρακτήρας και τα πολιτικά όρια του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος, απογυμνώνονται ολοένα και περισσότερο, οδηγώντας σε σοβαρές  οπισθοχωρήσεις. Άλλωστε, υπάρχει περισσότερο ενδεικτικό παράδειγμα της εξελισσόμενης πολιτικής αποδιάρθρωσης της ΕΕ από την αδυναμία να υιοθετηθεί ενιαία στάση στο ζήτημα του προσφυγικού, με τις γνωστές συνέπειες; Τόσο για την ΕΕ ως σύνολο, όσο και  μεμονωμένες χώρες-μέλη, ανάμεσά τους και η Ελλάδα;

Τα δεδομένα συνηγορούν πλέον ισχυρά στην αποδοχή ως μη επιδεχόμενης αμφισβήτηση της άποψης ότι ο φανατικός οικονομικός ντετερμινισμός που επελέγη ως το κύριο όχημα προαγωγής της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας έχει περίπου διαγράψει τον κύκλο του και χωρίς γενναίο πολιτικό εμπλουτισμό των σκοπών της, η ΕΕ θα συνεχίσει να φθίνει με επιταχυνόμενο ρυθμό.

Η εικόνα, μάλιστα, είναι ακόμη χειρότερη, εφ’ όσον ο εν λόγω οικονομικός ντετερμινισμός, ιδίως από την εκδήλωση της κρίσης του 2008 και εντεύθεν, συμπληρώθηκε και συνοδεύτηκε και από τον αφόρητο διοικητικό ντετερμινισμό των Βρυξελλών, γραφειοκρατικοποιώντας απολύτως το πολιτικό DNA της ΕΕ. Η μετατροπή της Κομισιόν, από πολιτικό εργαλείο προαγωγής της ενοποίησης, σε ενδιάμεση υπηρεσία μεταξύ κρατών-μελών, με τους υπαλλήλους της όλων των βαθμίδων εκ του ρόλου τους προσανατολισμένους στην επιζήτηση συμβιβασμών, δηλαδή σε μια γραφειοκρατική ομάδα καταγραφής των αντιθέσεων μεταξύ χωρών και προετοιμασίας συμβιβασμών, αλλοιώνει στη ρίζα τους τις υπαρξιακές αρχές του ενοποιητικού σκοπού και οδηγεί σε πολιτικές λοξοδρομήσεις, που όλο και πληθαίνουν αλλά και βαθαίνουν.    

Μάλιστα, δεν είναι άνευ αποδεικτικού βάρους για την εσφαλμένη -και, αν δεν ανακοπεί τάχιστα, πιθανότατα μοιραία- αυτή πορεία ότι ακριβώς αυτή η εικόνα της ΕΕ των συμβιβασμών, μέσω του ιδιότυπου πολιτικού ακκισμού της Κομισιόν και των άλλων κοινοτικών οργάνων και υπηρεσιών, προβάλλεται με κομπασμό ως δήθεν θετικό ταυτοτικό στοιχείο της σημερινής ΕΕ. Όμως, η υπηρεσιακή τεχνική επιζήτησης των διαρκών συμβιβασμών, ως καθαγιαζόμενη πρακτική του ενοποιητικού σκοπού, δεν μπορεί να είναι πολιτικό εργαλείο για την ΕΕ που θα υπηρετεί τους ιδρυτικούς σκοπούς της!

Γιατί αυτό;

Για δύο λόγους:

α. Διότι οι συμβιβασμοί υπηρετούν και επιβεβαιώνουν τον ισχύοντα συσχετισμό δυνάμεων εντός της ΕΕ, αντί να τον ανατρέπουν (όπως εξ ιδρύσεως υπόσχεται η Ένωση), για ένα εξελικτικό κλείσιμο της ψαλίδας μεταξύ ισχυρών και αδύναμων χωρών-μελών. (Μεγαλύτερη απόδειξη ότι τα σημερινά όργανα διοίκησης της ΕΕ καταλήγουν να επιβεβαιώνουν τον ισχύοντα συσχετισμό δυνάμεων εντός της Ένωσης, αντί να τον ανατρέπουν, όπως οφείλουν, είναι ότι η Κομισιόν απέφυγε εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον να επιβάλλει στις ισχυρές χώρες-μέλη ακόμη και τη θεσμοθετημένη  υποχρέωση αποφυγής των υπέρογκων συσσωρεύσεων πλεονασμάτων, ώστε να απομένουν πόροι για να διατεθούν στις αδύναμες χώρες και έτσι η ψαλίδα να έκλεινε. Την ίδια περίοδο, μάλιστα, στον αντίποδα της ανοχής στις αυθαιρεσίες των ισχυρών χωρών-μελών,  καταγραφόταν η εικόνα της άτεγκτης παρακολούθησης των υποχρεώσεων αδυνάμων χωρών-μελών, ενώ προδήλως αυτό διεύρυνε το χάσμα και αντιστρατευόταν τον υπαρξιακό λόγο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δηλαδή τον στόχο εξάλειψης των διαφορών μεταξύ συστατικών κρατών, ως όρου για μια ένωση ισότιμων δυνάμεων).             

β. Διότι, η διαρκής επιζήτηση συμβιβασμών, όπως τίθεται και υπηρετείται από τη γραφειοκρατία της ΕΕ, ως ο άγονος διοικητικός ντετερμινισμός που προανέφερα, όλο και πιο πολύ και όλο και πιο φανερά, καταλήγει να αυτο-προσδιορίζει ως ταυτοτική επιδίωξη της Ένωσης το «να αποφύγει τη διάλυσή της», ενώ αυτό που οφείλει να κάνει είναι να προάγει την ενοποίηση. Έτσι, με τέτοιο διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ των χωρών- μελών απονεμημένο στην Κομισιόν, είναι πλέον συχνό το φαινόμενο να καταλήγει η ΕΕ σε «συμβιβασμούς» που τελικά δεν προάγουν  την ενοποίηση!

Πολύ ενδεικτική του σημείου αυτού είναι η ιστορία των αποφάσεων του eurogroup την τελευταία δεκαετία, αλλά τα τελευταία χρόνια και ο ρόλος του ESM.

(Επί πλέον, ακόμη και οι όροι υπό τους οποίους σήμερα διεξάγεται ο διακρατικός διάλογος στην ΕΕ για τους πόρους επανεκκίνησης της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά το σοκ της πανδημίας, υποφέρει από την ίδια εσωτερική αντίφαση: ότι επιζητούνται λύσεις που στο τέλος της ημέρας ομολογημένα θα οδηγήσουν σε διεύρυνση του χάσματος, και όχι σε άμβλυνσή του, όπως κατά τα άλλα διακηρύσσει ο ευρωπαϊκός ενοποιητικός σκοπός. Ακόμη χειρότερα, οι απόψεις που επιμένουν να θέτουν την  ανάγκη επιστροφής της ΕΕ στην τροχιά επιζήτησης ισοτιμίας μεταξύ ισότιμων εταίρων, ως αδήριτης συνεκτικής ανάγκης του μέλλοντος της Ένωσης, κατασυκοφαντούνται ως δήθεν αντι-ευρωπαϊκές).     

Επίσης, ακόμη και στις σπάνιες περιπτώσεις ομόφωνων αποφάσεων της ΕΕ, αποκαλύπτεται ότι το «ναι» ορισμένων χωρών-μελών δεν προέρχεται από τη συνομολόγηση  χωρών-μελών σε μια ενιαία πολιτική γραμμή επί του ζητήματος στο οποίο αφορά η ομόφωνη απόφαση, αλλά είναι αποτέλεσμα ανταλλαγμάτων που παραχωρούνται στις διαφωνούσες χώρες σε κάποιο άλλο άσχετο με τον συμβιβασμό  θέμα. (Τελευταίο τέτοιο παράδειγμα είναι από τη διαπραγμάτευση για το Brexit, η συμφωνία της Ισπανίας στην ευρωπαϊκή πρόταση προς το Λονδίνο, παρά την εκκρεμότητα του Γιβραλτάρ, με αντάλλαγμα την αποθάρρυνση από τις Βρυξέλλες για αυτονομία της Καταλονίας, ενώ την ίδια ώρα οι Βρυξέλλες υπέθαλπαν την αυτονομία της Σκοτίας για να ασκούνται πιέσεις στους Βρετανούς πολιτικούς).  

Σε τέτοιο σκηνικό, η «κλωτσιά προς τα εμπρός» με τον προϋπολογισμό της ΕΕ, ως δήθεν ενδεδειγμένου τρόπου άντλησης των πρόσθετων πόρων που απαιτούνται για την επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά την πανδημία, (ενώ ο προϋπολογισμός είναι πάγια λειτουργική διαδικασία της ΕΕ και φυσικά καθόλου δεν αφορά σε χειρισμούς έκτακτης ανάγκης, ούτε σε άμεση και χωρίς όρους μεταφορά πόρων από τις πλούσιες χώρες-μέλη προς τις φτωχότερες, που θα έλυνε σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα), αντί της κατανόησης των έκτακτων συνθηκών  που παράγουν οι κρίσεις για να ληφθούν ανάλογα με τις περιστάσεις μέτρα, οδηγεί σε επαλήθευση του πολιτικού αδιεξόδου όπου έχει αχθεί σήμερα η ΕΕ.

Η σημερινή πραγματικότητα τείνει να καταστήσει το ενιαίο νόμισμα, από βασικό -αν όχι το μόνο- εργαλείο προαγωγής της ενοποίησης, σε κατάρα επαπειλούμενης ρευστοποίησης της Ένωσης. Και, φυσικά, η ανάγκη επανεμπλουτισμού της ευρωπαϊκής πολιτικής συνεκτικής ταυτότητας, περνάει μέσα από την αναθεώρηση των ξεπερασμένων και διχαστικών εκ του αποτελέσματος ευρωπαϊκών συνθηκών, σε μια επανιδρυτική και αναγεννητική νέα πολιτική συμφωνία για την ΕΕ, που σήμερα πια είναι περισσότερο ζητούμενη παρά ποτέ στην ιστορία της.  

Όμως, έως ότου γίνει αυτό, και αν γίνει, υπό τέτοιες πολιτικές συνθήκες για τις χώρες-μέλη που βιώνουν την εσωτερική αντίφαση του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού, όπως τον περιέγραψα, δεν απομένουν, παρά δύο δρόμοι:

-          ο δρόμος της αποχώρησης, αν μια χώρα-μέλος είναι ισχυρή και εκτιμά ότι θα μπορέσει να πορευτεί μόνη στην παγκοσμιοποίηση, όπως είναι η περίπτωση της Βρετανίας και του Brexit, και

-          ο δρόμος της προτεκτορατοποίησης, όπως είναι η δεκαετής περίπτωση της Ελλάδας.

Ωστόσο, για όλ’ αυτά, ως συζήτηση περί πολιτικής, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δεν «φταίει η Γερμανία», όπως διατείνεται ο συρμός, αλλά η ευρύτερη ευρωπαϊκή πολιτική συντηρητική παράταξη και οι συνοδοιπόροι της! Και αυτή η διαπίστωση, πρέπει να συμπληρωθεί  από τη διάγνωση ότι αντικειμενική στήριξη στη διαμόρφωση του σκηνικού πολιτικού αδιεξόδου στην ΕΕ προσέφερε η ακροδεξιά και ο ευρωσκεπτικισμός ως εφαρμοσμένη πολιτική. Δεν θεωρώ τυχαίο, ούτε σύμπτωση, ότι σχεδόν στο σύνολό τους οι ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις στις χώρες-μέλη, είτε συμπαρατάσσονται σήμερα με τα κόμματα της παραδοσιακής συντηρητικής παράταξης της Ευρώπης, είτε συνεργάζονται.     

Εδώ, αποτυπώνεται και η ανάγκη εσωτερικής πολιτικής στροφής στην ΕΕ, με την «ώρα της αριστεράς» να επιτελέσει τον πολιτικό ιστορικό ρόλο της, να έχει ωριμάσει πλήρως. Και τούτο, διότι κοινωνικό κράτος, εξισορρόπηση οικονομικού χάσματος με μεταφορά πόρων προς τις αδύναμες χώρες, ρόλος διεθνούς παράγοντα εκλογίκευσης της παγκοσμιοποίησης και παραγωγικής διόρθωσης του κεφαλαιοκρατικού και καταναλωτικού μοντέλου, καθώς και ενσωμάτωσης των πολιτισμικών στοιχείων στο τεχνολογικό άρμα της ψηφιακής διακυβέρνησης μόνο από την αριστερά μπορούν να παραχθούν. Και ποτέ από την συντηρητική πολιτική παράταξη!  

Μιλώντας λίγο περισσότερο για την Ελλάδα (που για συμβολικούς και πρακτικούς λόγους αποδείχτηκε τα τελευταία χρόνια ότι ο ρόλος της βαραίνει περισσότερο απ’ όσο της αναγνωρίζεται στη διεργασία ευρωπαϊκής ενοποίησης –και πιθανότατα αυτό θα συνεχίσει να επιβεβαιώνεται, όπως δείχνουν οι εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο), πρέπει να γίνει μια αναφορά στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α..  

Η κατανόηση όλων των στοιχείων που περιέγραψα ως εδώ για την ΕΕ και την πολιτική πτυχή της υπόθεσης, προϋποθέτει να κατανοήσουμε ότι αυτή η προβληματική αφορά σε αλλαγές βάθους χρόνου και όχι σε τρέχουσα πολιτική. Έτσι, χρειάζεται να κατανοηθεί και ο «πειραματικός» πολιτικός ρόλος της διακυβέρνησης Τσίπρα 2015-2019.

Με τον ίδιο τρόπο χρειάζεται και μια επικαιρική αποστασιοποίηση από τον «εκλογικό μαραθώνιο» της επόμενης δεκαετίας σ’ όλη την Ευρώπη, από τον οποίο εν πολλοίς θα κριθεί το στοίχημα της προοδευτικής πολιτικής στροφής που χρειάζεται η ΕΕ, για να αποφύγει την ανοξαιμία της σημερινής πολιτικής ασφυξίας της. Το σχέδιο προώθησης μιας νέας πολιτικής συμφωνίας για την ΕΕ, δεν είναι υπόθεση ενός ομαλού διακυβερνητικού κύκλου, αλλά σοβαρή διατάραξη της σήμερον ισχύουσας ευρωπαϊκής κανονικότητας, όπως στην Ελλάδα σήμερα την εκπροσωπεί ο νεο-μητσοτακισμός.

_________________________________________

(*) Σχετικά με τα οικονομικά της επανεκκίνησης μετά την πανδημία, δείτε εδώ: 

  1.   http://www.molyvi.com/424087502/6896649/posting/%CE%B5%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%AE%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82,

και εδώ,

  1. http://www.molyvi.com/420747112/6894889/posting/%CE%B7-%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%B5