26 Μαϊ. 2020

Η σύγκρουση δύο πολιτικών για την οικονομία

Από το «καπιταλισμό έχουμε»,

ως το ευρωομόλογο

Με την ανακοίνωση της πρότασης-προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ για τη διαχείριση της οικονομίας στη μετά-καραντίνα εποχή, και λίγες μέρες νωρίτερα τη διαγγελματικού τύπου εμφάνιση Κυριάκου Μητσοτάκη στα κανάλια για τον ίδιο σκοπό, οι πολίτες έχουν στην Ελλάδα τη σπάνια ευκαιρία για πολίτες σημερινής χώρας να συγκρίνουν πολιτικές και προγράμματα, εν μέσω μάλιστα της διακυβέρνησης του δεύτερου. Δεν γνωρίζω άλλη χώρα-μέλος της ΕΕ, στην οποία οι πολίτες να έχουν πρόσβαση σε τόσο απτή εικόνα των δύο πολιτικών που συγκρούονται εκτός προεκλογικού χρόνου. Το φαινόμενο θα ήταν μοναδικό σ’ ολόκληρη τη δύση, εάν στις ΗΠΑ -που βρίσκονται, όμως, σε εκλογικό έτος- οι δημοκρατικοί δεν είχαν παρουσιάσει πλήρη εναλλακτική πρόταση οικονομικής πολιτικής για την ανάταξη της αμερικανικής οικονομίας, με την πανδημία εκεί να θερίζει ζωές.

Η παραπάνω διαπίστωση, νομίζω, έχει μεγάλο πολιτικό βάρος διότι επιβεβαιώνει με τον πλέον απερίφραστο τρόπο αυτό που όλοι καταλαβαίνουμε, αλλά οι φιλοκυβερνητικοί εξ ημών ανάμεσά μας κάνουν πως δεν βλέπουν: Η οικονομική πολιτικής της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη γεννά σοβαρές ανησυχίες για τη συνέχεια! Όχι γιατί ανάλογες ανησυχίες δεν υπάρχουν σ’ όλες τις άλλες χώρες, αυτό θα ήταν λογικό. Αλλά, διότι η κυβερνητική οικονομική πολιτική, με την πανδημική επιβάρυνση, αντί να υπόσχεται και να προσβλέπει σε διαχείριση της κρίσης με όρους υπέρβασης των ως σήμερα κλασσικών τρόπων λειτουργίας του σημερινού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, εμμένει παθολογικά στο πάγιο διλημματικό ζήτημα της κατανομής του πλούτου, ως δήθεν του μέσου και του ενδεδειγμένου τρόπου να σχεδιαστεί και να λειτουργήσει η μετα-καραντίνα ελληνική οικονομία.

Το είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο υπουργός Εσωτερικών, Τάκης Θεοδωρικάκος! «Καπιταλισμό έχουμε», όπως είπε ο υπουργός, αποφεύγοντας να δεσμευτεί για την προστασία του κρισιμότερου παραγωγικού αγαθού, ακόμη και σε συνθήκες ακραίου νεοφιλελευθερισμού: την απασχόληση!

Φυσικά σήμερα και με τις συνέπειες της πανδημίας επί της οικονομίας, δεν έχουμε να κάνουμε με κατανομή πλούτου, αλλά με κατανομή της μείωσης εισοδήματος -ύφεση θα έχουμε, και μάλιστα μεγάλη, άρα το διανεμητέο ΑΕΠ στην Ελλάδα θα είναι αισθητά μειωμένο σε σύγκριση με το ΑΕΠ του 2019, πρώτου έτους της Ελλάδας εκτός της δεκαετούς μνημονιακής επιτήρησης. Όμως, είτε κατανέμεται πλούτος, είτε κατανέμεται η επίπτωση από τη μείωση εισοδήματος, το πολιτικό ζήτημα στην οικονομική πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη παραμένει το ποιος θα «γράψει» τη ζημία: τα χαμηλότερα ή τα μεγαλύτερα εισοδήματα;

Πρόκειται για μοναδική περίπτωση κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη, η οποία -προσπαθώντας να αντιμετωπίσει την κρίση- αντί να προσφεύγει σε επιλογές (ακόμη και τεχνητής) διεύρυνσης του κατανεμητέου διαθέσιμου εισοδήματος, επιμένει να αναζητά «από πού θα κόψει», ενώ σ’ όλες τις άλλες χώρες-μέλη επιζητούνται λύσεις στο πρόβλημα «από πού και πώς θα βρούμε περισσότερα». Κι αυτό το σημείο και μόνο, αρκεί για να τεκμηριωθεί πόσο απρόσφορη για την παρούσα κρίση είναι η μητσοτακική οικονομική πολιτική των περικοπών (γιατί περί αυτού πρόκειται), ενώ η οικονομία χρειάζεται το απολύτως αντίθετο: σταθερότητα εισοδήματος για τη διατήρηση της κατανάλωσης σε όσο το δυνατόν ψηλότερο επίπεδο, ώστε να δοθεί ο χρόνος και για την παραγωγική επανεκκίνηση των οικονομιών.

Για να γίνω απολύτως κατανοητός: ενώ στην ευρωζώνη αναζητούνται πρόσθετοι πόροι (η άρση των δημοσιονομικών περιορισμών του Συμφώνου Σταθερότητας και η συζήτηση για το ευρωομόλογο, μεταξύ πολλών άλλων, σ’ αυτήν την ατζέντα εντάσσονται), στην Ελλάδα ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει μείνει πίσω στην κλασσική νεοφιλελεύθερη συνταγή της άσκησης εισοδηματικής πίεσης στους πολίτες! Αυτό ακριβώς διαμηνύει το «καπιταλισμό έχουμε»,  και όχι βέβαια καμιά διαβεβαίωση περί της κυβερνητικής προσπάθειας να διασωθούν τα προ της πανδημίας επίπεδα εισοδήματος των πολιτών. Κι αυτό είναι το επίσημα ανακοινωμένο πλαίσιο πολιτικής της κυβέρνησης, για να αναταχθεί η ελληνική οικονομία στη μετα-καραντίνα περίοδο. 

Είναι απολύτως μοναδική περίπτωση κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής σ’ ολόκληρη την Ευρώπη! Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, Βρετανία, ανακοινώνουν το ένα μετά τα άλλο τα προγράμματα στήριξης, αποφεύγοντας -καθόλου τυχαία- κάθε αναφορά σε μειώσεις εισοδήματος των πολιτών τους. Βεβαίως, και εδώ έχουμε στις κυβερνητικές εξαγγελίες πολιτικό αμπαλάζ πακέτου 24 δισ..

Μόνο που κι εδώ η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη πανευρωπαϊκά πρωτοτυπεί: Είναι 24 δισ. μαζί με τις μοχλεύσεις -καθ’ ομολογία της κυβέρνησης, δηλαδή το καθαρό ποσό είναι 14 δισ. -πάλι καθ’ ομολογία της κυβέρνησης! Σε αντίθεση με όλα τα άλλα προγράμματα-πακέτα στήριξης των ευρωπαϊκών χωρών, που στέργουν να εκθέτουν τα πραγματικά διαθέσιμα ποσά για να υπάρχει εικόνα των όρων της προσπάθειας να επανεκκινήσουν τις οικονομίες τους.   

Εδώ, όμως, επισφραγίζεται και σε άλλα πεδία ο καπιταλιστικός επαρχιωτισμός της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη! Συγκεκριμένα, ενώ όλες οι χώρες-μέλη της ευρωζώνης διεκτραγωδούν την εκτιμώμενη έφεση των οικονομιών τους, με σκοπό κατά την κατανομή των πόρων που θα διατεθούν από την ΕΕ τα προσεχή έτη στις χώρες-μέλη να πετύχουν μεγαλύτερο μερίδιο, η Ελλάδα «τσακώνεται» με την κομισιόν, για να αποδείξει ότι η ύφεση σε μας θα είναι, λέει …μικρότερη!!!

Μ’ όλα τούτα, η συνολική εικόνα της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, εκτός από ανησυχίες γεννά και εύλογα πολιτικά ερωτήματα, για τα κίνητρά της. Εν τάξει, ένα από τα κίνητρα αυτά είναι η δεξιά ιδεοληψία, που συνολικά διέπει τις αντιλήψεις του πολιτικού, επιχειρηματικού και μιντιακού μπλοκ εξουσίας που συγκροτεί την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη. Προφανώς, όμως, αυτό το στοιχείο δεν επαρκεί για να εξηγήσει τον βαθμό της κυβερνητικής αστοχίας. Στο κάτω-κάτω με πολιτικά ανεπαρκή, ηγεσία και κυβέρνηση, έχουμε να κάνουμε, όχι με κλινικά μικρονοϊκές περιπτώσεις.

Ικανοποιητική εξήγηση γι’ αυτήν την εξόφθαλμα άστοχη οικονομική πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη εγώ βρίσκω πως είναι άλλη: ότι πρόκειται όχι για πρόγραμμα με στόχο -όπως διακηρύσσεται- την ανάταξη τη ελληνικής οικονομίας στη μετα-καραντίνα εποχή, αλλά απλά για προεκλογικές εξαγγελίες! Μόνον εάν η προσπάθεια κομματικής απεύθυνσης σε πολιτικά κοινά και τις εν γένει ταξικές αναφορές του κόμματος της ΝΔ είναι το αφετηριακό reason why της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής εξηγείται τόση αφροσύνη.    

Για να γυρίσουμε στην αρχή, σπεύδω να υπογραμμίσω ότι παρ’ όλο που το πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον τίτλο «Μένουμε όρθιοι» περιλαμβάνει πολύ καλύτερες μέριμνες για την ενίσχυση του κρισιμότερου παραγωγικού αγαθού στην προσπάθεια ανάκαμψης, δηλαδή την απασχόληση, σε μεγάλο επίσης βαθμό προσομοιάζει με προεκλογικό πρόγραμμα. Και, φυσικά, ορθώς πράττει ο ΣΥΡΙΖΑ που προσδίδει τέτοιο τόνο στο «Μένουμε όρθιοι», διότι αυτονόητα τελεί εν πλήρη γνώσει της μανίας του Κυριάκου Μητσοτάκη για τις τυχοδιωκτικές πρόωρες εκλογές που θα ήθελε να προκηρύξει για να κάψει την απλή αναλογική.   

Εκεί, όμως, που υπερτερεί συντριπτικά το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ως σχέδιο για την προσπάθεια  ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας κατά την μετα-καραντίνα περίοδο, είναι ότι κατανοεί πλήρως τα οικονομικά διακυβεύματα που κρίνονται συνολικά στην ευρωζώνη και οι θέσεις του ανταποκρίνονται σε μια αίσθηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας της Ελλάδας, με επαρκές πλαίσιο διεκδικήσεων υπέρ της χώρας μας, στο μεγάλο παζάρι που θα λάβει χώρα στην ευρωζώνη από ‘δω και πέρα! Στοιχείο που απουσιάζει απολύτως από το «πρόγραμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη», κάνοντας την Ελλάδα να μοιάζει με καθυστερημένο ευρωπαίο «συγγενή».