31 Μαϊ. 2020

Aξιολόγηση της πρότασης της Κομισιόν για την ευρωπαϊκή οικονομία

H εκλογίκευση των διασώσεων

(Μέρος Α΄) 

Η πρόταση της Κομισιόν για την ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά το -αθροιζόμενο στην ήδη και από καιρό «κουρασμένη» ευρωζώνη- σοκ της πανδημίας, κινείται αναμφίβολα στην κατεύθυνση εκλογίκευσης των όρων λειτουργίας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Και υπ’ αυτή την οπτική συμβάλλει σημαντικά στην ανάσχεση του φαινομένου προϊούσας πολιτικής αποσύνθεσης του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος, όπως αυτό εξελίσσεται τα τελευταία 30 έτη και επιταχύνθηκε από τον χειρισμό της κρίσης 2008-2010 μέχρι το Brexit.

Δεν προτίθεμαι εδώ να επεκταθώ περισσότερο στο πώς ξεκίνησε και στη συνέχεια οικοδομήθηκε το κακό, με την αποδεδειγμένη πια σήμερα ως ατυχέστατη επιλογή επιβολής του ιδιότυπου ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού όλ’ αυτά τα χρόνια. Κρατώ μόνο τη διαπίστωση ότι η μοίρα της ενωμένης Ευρώπης, για να προάγεται το ευγενές οραματικό στοιχείο της εξελικτικής υπόθεσης πολιτικής και διαρθρωτικής ομογενοποίησης του πλούσιου σε ιστορία και πολιτισμό τούτου χώρου της υφηλίου, υπηρετείται ανυποχώρητα μόνον από πολιτικές που λειαίνουν πολιτισμικές διαφορές των πληθυσμών και ανακατανέμενουν την εκάστοτε εφικτή ευημερία προς όφελος όλων, και όχι μερικών εξ ημών. Η Ευρώπη είτε θα ενωθεί ως παγκόσμιο μοντέλο δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και συνεννόησης ισότιμων εταίρων, που προοδευτικά συγκλίνουν σε εισοδηματικά και αναπτυξιακά επίπεδα, είτε θα αποστεωθεί  σε εργαλείο προαγωγής των ισχυρότερων μελών του εγχειρήματος, και θα καταρρεύσει, όπως βλέπουμε να απειλείται να συμβεί την τελευταία περίοδο.

Φυσικά, δεν χρειάζεται, επίσης, να πούμε πολλά για την άλλη αυτονόητη πτυχή της πρότασης της Κομισιόν: Ότι, δηλαδή, είναι πρόταση και όχι απόφαση! Θα χρειαστεί πολύς δρόμος ακόμη για να καταλήξουμε σε αποφάσεις, με τους αναντίστοιχους για τις ανάγκες των καιρών ρυθμούς που διαβουλευόμαστε στην Ε.Ε., όταν οι άλλες χώρες επιταχύνουν όποτε χρειάζεται, χωρίς πολλά-πολλά.

Κι ακόμη, ας μη σταθούμε προσώρας στο ότι ακόμη κι αν με κάποιο μαγικό τρόπο οι χώρες-μέλη συμφωνούσαν από αύριο κιόλας και ενέκριναν την πρόταση της Κομισιόν (που ούτε ως προς τον χρόνο είναι αυτό εφικτό αλλ’ ούτε ως προς το περιεχόμενο της πρότασης, με αναμενόμενες πολλές αλλαγές επί τα χείρω), οι αιτήσεις για εκταμιεύσεις πιστώσεων προς τις χώρες-μέλη θα ξεκινήσουν τον προσεχή Οκτώβριο και μέχρις ότου εγκριθούν τα προς χρηματοδότηση σχέδια των χωρών-μελών θα έχουμε φτάσει στο …2021! Κι όλ’ αυτά, όταν κουραστικά επαναλαμβάνω ότι οι οικονομικές ενισχύσεις χρειάζονται εδώ και τώρα και ως κινητήρια ενεργοποίηση της επανεκκίνησης των οικονομιών μετά το lockdown, και, αντίθετα, αν έρθουν ως τμήμα μιας μεσοπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής που αφορά σε πέραν του σοκ της πανδημίας αναδιαρθρώσεις των οικονομικών ευρωπαϊκών λειτουργιών (που είναι φύσει μακροπρόθεσμη υπόθεση, η οποία δεν αναλαμβάνεται σε συνθήκες κρίσης αλλά μόνο σε ήρεμες και ευημερούσες συγκυρίες), η απόδοση των ενισχύσεων από την Κομισιόν προς τις χώρες-μέλη θα είναι πολύ πιο περιορισμένη.

Τα αφήνουμε, λοιπόν, προσώρας αυτά!

Ας δούμε ποια είναι τα θετικά στην πρόταση της Κομισιόν!

Διακρίνω δυο πεδία θετικών συνεπειών:

- Το πρώτο, το πολιτικό, αφορά στο ότι για πρώτη φορά από την εποχή των ΜΟΠ αναλαμβάνεται δραστηριότητα ιονισμένη προς την υπηρέτηση των συστατικών αρχών της ενοποίησης, όπως γενικά περιέγραψα στην προηγούμενη παράγραφο.

(Λίγα περισσότερα για το πολιτικό σκέλος! Η «επιστροφή» στο ευρωπαϊκό πολιτικό πλαίσιο της δεκαετίας του 1980, όταν με τη συντεταγμένη πολιτική μεταφοράς πόρων από τον ευρωπαϊκό βορρά προς τον νότο εγκαινιάστηκε ως πρακτική πολιτική του ενοποιητικού σχεδίου η παραδοχή ότι η συνοχή βασίζεται στην ανακατανομή του πλούτου μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν τα εγχείρημα, είναι εκ των πραγμάτων μια μεγάλη δικαίωση των πολιτικών ηγεσιών που εμπνεύστηκαν και υλοποίησαν τα ΜΟΠ. Ταυτόχρονα είναι και μια ισχυρή ήττα της πολιτικής από το Μάαστριχτ και τη Λισαβόνα και εντεύθεν, μια ήττα συμβολική και με πρακτικά πολιτικά αποτελέσματα, η οποία αφήνει το αποτύπωμα ξεκάθαρης αναγνώρισης ότι ο νεόκοπος ευρωπαϊκός νεοφιλευθερισμός 1990-2019 απέτυχε παταγωδώς να συμβάλλει στην ενδυνάμωση της συνοχής και την ενίσχυση της διαδικασίας ενοποίησης.

Κατά μία εκδοχή, η υιοθέτηση του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού και της επιλογής μονομερούς συσσώρευσης  οφέλους υπέρ των πλουσιότερων ευρωπαϊκών χωρών, που διαδέχτηκε το ΕΟΚικό πολιτικο-οικονομικό μοντέλο της δεκαετίας του 1980, υπήρξε ακριβώς αντίδραση της ευρωπαϊκής συντηρητικής παράταξης, η οποία από νωρίτερα δεν έβλεπε με καλό μάτι πολιτικές τύπου ΜΟΠ. Τα συστήματα εξουσιών των ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών, ευθείς απόγονοι της αποικιοκρατίας, ποτέ δεν συμφιλιώθηκαν με την θεμελιώδη αρχή του ευρωπαϊκού ενοποιητικού στόχου ομογενοποίησης με πληθυσμούς, που επί αιώνες ήταν αθύρματα των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Ακόμη και σήμερα ο Σεμπάστιαν Κουρτς, σε προχθεσινή συνέντευξή του στο Spiegel, απορρίπτει την αμοιβαιοποίηση του ευρωπαϊκού χρέους, με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί μια αυστριακή κομμώτρια να επιδοτεί τον ευρωπαϊκό νότο.

Πρόκειται για την με καινούρια λεκτική απόπειρα επαναφοράς της «διασωστικής» αντίληψης Σόιμπλε-Ντάισλεμπλουμ, που είναι πλέον τόσο κοινά αναγνωρισμένη ως αποτυχημένη, ώστε ακόμη και ο πρώτος εκ των δύο αυτών και φανατικός υπερασπιστής της, τότε υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, πλέον την εγκαταλείπει και υποδεικνύει αντίθετο βηματισμό από εκείνον επί των ημερών του. Πολιτικά κάτι τελευταίο: Είναι προφανές ότι η ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής συντηρητικής παράταξης προς ανατροπή του ευρωπαϊκού δρόμου μέσω πολιτικών τύπου ΜΟΠ, σκοπός που επετεύχθη όπως είπαμε με το Μάαστριχτ και τη Λισαβόνα, ενεργοποίησε πολιτικά (εικάζω αθέλητα) την ευρωπαϊκή ακροδεξιά, που στον άδηλο ενδοευρωπαϊκό ρατσισμό, ανακάλυψε πεδίο δόξης λαμπρό για την επαναφορά της, τις συνέπειες της οποίας βλέπουμε σήμερα, με τα νεοναζιστικά και νεοφασιστικά ρεύματα. Και είναι, επίσης,  πλέον ιστορικά διαπιστωμένο ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία από τη δεκαετία του 1990 και μετά, συνέβαλε εξ ανοχής και στη συνέχεια εξ επιλογής στην εκτροπή από τις συστατικές αρχές αλληλεγγύης της ευρωπαϊκή ενοποίησης, συγκυβερνώντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα με την ευρωπαϊκή δεξιά).

- Το δεύτερο, το οικονομικό, αφορά στον προσανατολισμό αποκαθήλωσης του φαινομένου μονομερούς συσσώρευσης πλούτου υπέρ των ισχυρότερων χωρών-μελών της Ε.Ε..   

Πιο συγκεκριμένα, τα θετικά για την οικονομία είναι:

- η διασαφήνιση (που δεν είχε ρητά γίνει κατά την παρουσίαση της πρότασης Μέρκελ-Μακρόν) ότι τα 750 δισ. που προτείνει η κυρία φον ντερ Λάιεν, είναι πιστώσεις πλέον εκείνων που προβλέπονται στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2021-2027,

- η πρόθεση διασώσεων με επιδότηση των αδυνάμων και όχι με μόνο με δανεισμό (ιδίως εκείνον τον δανεισμό, από τον οποίο προσπορίζονται κέρδος οι δανείστριες χώρες, ευτελίζοντας ηχηρά την έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης),

- η προσπάθεια να έρθουν νωρίτερα οι διασώσεις και να μην εξαχνωθούν μέσα στην αργόσυρτη διαδικασία του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού ως το 2027, όπως σχεδιαζόταν ως τώρα,

- η διεύρυνση του πακέτου διάσωσης από τα 500 δισ. της πρότασης Μέρκελ-Μακρόν κατά 250 δισ. επί πλέον,

- η διαφαινόμενη ως επιλεγόμενη μέθοδος εξασφάλισης των πιστώσεων ύψους 750 δισ. όχι μέσω διακρατικών εκταμιεύσεων, αλλά μέσω συλλογικού ευρωπαϊκού δανεισμού με εγγύηση τις κρατικές συμμετοχές στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, όπου οι πλούσιες χώρες-μέλη καταβάλλουν τα περισσότερα,

- η κατά πάσα πιθανότητα χορήγηση δανείων, όχι μέσω της λανθασμένης και ήδη αποτυχούσας μεθόδου του «δρόμου του ESM», που έχει εγκρίνει (και το ένεκα και τούτης της αστοχίας ανιχνευόμενο ως «ξεπερασμένο») eurogroup, και μάλιστα υπό άτυπη μνημονιακή εποπτεία κατηγορίας ECCL,

- η εντοπιζόμενη μέριμνα αποτροπής γενικευμένου δανεισμού από μεμονωμένες χώρες-μέλη, που αν προκύψει (κι ακόμη ο κίνδυνος δεν έχει εκλείψει) θα καταστήσει το ήδη εκρηκτικό πρόβλημα εξωτερικού χρέους των αδύναμων χωρών-μελών απολύτως μη διαχειρίσιμο.

Ποια είναι τα αρνητικά σημεία στην πρόταση της Κομισιόν:

- ότι τα 750 δισ. (εκ των οποίων επιδοτήσεις είναι μόνον τα 500) παραμένει μη επαρκές για τον σκοπό ποσό,

- ότι η σύνδεση του πακέτου στήριξης με τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό συμβάλλει στην επιβράδυνση των τελικών αποφάσεων, όταν ο χρόνος είναι ασφυκτικά πιεστικός,

- ότι οι τελικές αποφάσεις μοιάζει να καθυστερούν,

- ότι η αναμενόμενη τελική διαπραγμάτευση στη σύνοδο κορυφής (αν επιτευχθεί συμφωνία), υπό το βάρος της πίεσης που ασκούν οι «4 σκληροί» εκ των πλουσίων χωρών (Αυστρία, Ολλανδία, Σουηδία, Δανία -και οι 4 εισφορείς στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό), συνεπικουρούμενοι από τα «παιδιά του Σόιμπλε» στη Γερμανία, θα μπορούσαν να επιβάλλουν τελικούς όρους, που -αν υιοθετηθούν- θα ανέτρεπαν τον θετικό προσανατολισμό της πρότασης της Κομισιόν,

- ότι οι εκταμιεύσεις των επιδοτήσεων προς τις χώρες-μέλη το νωρίτερο που προβλέπεται να πραγματοποιηθούν είναι από το 2021 και μετά, που είναι πολύ πίσω,

- ότι η λεκτική των προϋποθέσεων για τις επιδοτήσεις προς τις χώρες-μέλη προσομοιάζει (αν και ως προς το περιεχόμενο των επιλεγόμενων τομέων υποστήριξης διαφοροποιείται πλήρως) με το αμπαλάζ του αποτυχόντος μνημονιακού πλαισίου «μεταρρυθμίσεων», που όπως έχει αποδειχτεί πόρρω απείχε από εξυγιάνσεις προβληματικών οικονομιών χωρών-μελών και αποσκοπούσε μόνο σε εξασφάλιση πλεονασμάτων για αποπληρωμή χρεών προς δανείστριες χώρες-μέλη –κι αυτό γεννά βάσιμη ανησυχία για την τυχόν επανάληψη των λάθος «διασωστικών» πρακτικών.

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο της πρότασης της Κομισιόν. Και -επαναλαμβάνω- κινείται στην ορθή κατεύθυνση για τον σκοπό τον οποίο διακηρύσσει ότι προσέρχεται να υπηρετήσει.  

_________________________________________________________

(Στο επόμενο Μέρος Β΄, «Η Ελλάδα και η πρόταση της Κομισιόν»)