12 Ιουν. 2020

Περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ η επανίδρυση της ΕΕ

Quo vadis Europa?

(Μέρος B΄- Πως θα έρθουν οι αναγκαίες αλλαγές)

Η σημερινή ευρωπαϊκή περιδίνηση είναι φανερό ότι έχει ανοίξει την ατζέντα για την «επανίδρυση» της ΕΕ (όρα προηγούμενο Μέρος Α΄ της παρούσας ανάλυσης). Ωστόσο, είναι εντυπωσιακό ότι είναι μια συζήτηση, η οποία πόρρω απέχει από τις παθιασμένες διαβουλεύσεις και τις σκληρές αντιπαραθέσεις, που υπήρξαν πάντα το σκηνικό του ευρύτερου διαλόγου σχετικά με την ευρωπαϊκή ενοποίηση, όλα τα χρόνια που έχουν  περάσει από την εποχή της ΕΟΚ -κι ακόμη νωρίτερα.

Το μικρό ενδιαφέρον του ζητήματος δείχνει ότι σε πολύ μικρό βαθμό αντιλαμβάνονται πλέον οι πολίτες των χωρών-μελών το όλο θέμα ως ζήτημα πρώτης σημασίας για εκείνους, ενώ η αίσθηση της επιδίωξης του «κοινού πεπρωμένου» στο πλαίσιο του ενοποιητικού εγχειρήματος (που υπήρξε θεμελιώδες στοιχείο του «ευγενούς σκοπού» και των αρχών του) έχει πλήρως υποχωρήσει. Πρόκειται για μια σημαντική οπισθοχώρηση της σχετικής θεματολογίας στο «χρηματιστήριο πολιτικών αξιών» της γηραιάς ηπείρου. Ταυτόχρονα, αναδύεται η απόλυτη ανάγκη αξιακής αναβίωσης του ενοποιητικού προτάγματος, που κινδυνεύει να μεταπέσει σε κλασσικό γραφειοκρατικό διακύβευμα, ενώ το περιεχόμενό του αφορά απολύτως σε κρίσιμες παραμέτρους δημοκρατικής ωρίμανσης καθώς και οικονομικής και πολιτισμικής σύγκλισης των ευρωπαϊκών πληθυσμών.

Δεν είναι τυχαίο -αντίθετα είναι ενδεικτικό- ότι η ιδεολογικο-πολιτική άποψη που κυριαρχεί με το δεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα στη σημερινή ΕΕ διακατέχεται ακόμη από την εμμονή εκκαθάρισης εναπομενουσών δήθεν εκκρεμοτήτων από το πλαίσιο της πολιτικής διαμάχης του μεταπολεμικού σκηνικού. Δηλαδή μια πολιτική «θεματική» ηλικίας πια 70 ετών. Είναι μια πολιτική ατζέντα που όχι μόνο είναι τελείως ξεπερασμένη, αλλά πάσχει σοβαρά, στο επίπεδο της ανύπαρκτης συσχέτισής της με τα σημερινά προβλήματα των ευρωπαίων πολιτών. Και είναι πρόδηλη η απουσία σοβαρής πολιτικά συντηρητικής πρότασης για την συνέχεια της ΕΕ.

Ταυτόχρονα, μια αποδυναμωμένη και ιδεολογικά σαθρή σημερινή ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, μοιάζει σκιά του εαυτού της μπροστά στον βαρύνοντα ιστορικό παρεμβατισμό των προγόνων της, που, είτε με την οστπολιτίκ είτε με τα συγκλονιστικά πειράματα του δημοκρατικού σοσιαλισμού των Ανδρέα Παπανδρέου-Μιτεράν-Πάλμε της δεκαετίας του 1980, συνέβαλαν μοναδικά στην ωρίμανση και προαγωγή του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού.

Σε τέτοιο πλαίσιο δεν είναι σύμπτωση ότι η αναζήτηση εναλλακτικής πολιτικής πρότασης για την υπόθεση της ενωμένης Ευρώπης δεν μπορεί από τους πολίτες της ηπείρου μας να αναζητείται στο παραδοσιακό πολιτικό δίπολο ανάμεσα σε μια ιδεοληπτική νεο-αντι-κομμουνιστική δεξιά και σε μια σοσιαλδημοκρατική νεο-συντηρητική πολιτική «σούπα». Έτσι, η αναζήτηση πειστικών εναλλακτικών προσεγγίσεων στην υπόθεση της ευρωπαϊκής ενοποίησης επιζητείται μεταξύ πολιτικά και ταξικά «άχρωμων» θέσεων και προσεγγίσεων επικαιρικού φόρτου (όπως η ενδυνάμωση των οικολόγων-πρασίνων λόγω της Κλιματικής Αλλαγής), δυστυχώς μεταξύ επικίνδυνων νεο-εθνικιστικών μορφωμάτων, καθώς και μεταξύ της πολιτικής αριστεράς.

Ποιο απ’ αυτά τα τρία «ρεύματα» πέπρωται να διαδραματίσει τον ιστορικό ρόλο του θα διαφανεί στη συνέχεια! Και φυσικά σ’ αυτό το δίλημμα καλούνται να λάβουν θέση και να ενταχθούν οι ευρωπαίοι πολίτες, με υπαρκτό αρέσει-δεν αρέσει τον κίνδυνο να ενδυναμωθούν περαιτέρω οι νεο-φασιστικές και νεο-ναζιστικές δυνάμεις, που απειλούν το ευρύτερο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, όπως αποδεικνύει η περίπτωση του Brexit. Και τούτο, ως επακόλουθο της αδυναμίας και της απροθυμίας της ευρωπαϊκής συντήρησης να προσδώσει νέα δυναμική στον ευρωπαϊκό ενοποιητικό αυτοσκοπό αλλά και της σαφέστατης ανεπάρκειας της σημερινής ιδεολογικά πλήρως απονευρωμένης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας να πράξει κάτι το πολιτικά ουσιώδες, πέραν του να εξασφαλίζει στις ηγεσίες των κομμάτων του χώρου και τις αντιστοιχούσες κομματικές νομενκλατούρες μια περιθωριακή κοινοβουλευτική παρουσία, ή (στην καλύτερη περίπτωση) κανα-δυο θέσεις υπουργών συγκυβέρνησης με την ευρωπαϊκή δεξιά.

Φυσικά, κατά την οπτική μου, η επιλογή είναι η αριστερά! Και είναι μονόδρομος! 

Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον ότι στη μεσογειακή ΕΕ πλεονεκτεί η ευρωπαϊκή πολιτική εναλλακτική πρόταση αριστερού προσήμου, όπως αποδεικνύεται από τις εξελίξεις στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα. Αντίθετα, στον ευρωπαϊκό βορρά ευδοκιμούν ακραίες συντηρητικές δυνάμεις, που φτάνουν ως στις παρυφές ρατσιστικών απόψεων, ακόμη και συγκεκαλυμμένων νεοφασισμών. Κι όπου ο συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων το καθιστά αναγκαίο, επιστρατεύεται ο συντηρητισμός της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας για να παραχθούν αντιευρωπαϊκές πολιτικές (στην οικονομία, το προσφυγικό, τους δημοκρατικούς θεσμούς κ.λπ.) από δεξιές κυβερνήσεις.

Το παραπάνω φαινόμενο διαφοράς προσεγγίσεων στο αίτημα «επανίδρυσης» της ΕΕ μεταξύ μεσογειακής και βόρειας Ευρώπης, ερμηνεύεται με δύο διαθέσιμες σήμερα οπτικές των πραγμάτων:

- Σύμφωνα με την πρώτη, αγαπημένη ερμηνεία των συντηρητικών εδώ και μια δεκαετία από την επιτάχυνση της διαδικασίας αποσύνθεσης της ΕΕ και εντεύθεν, στη μεσογειακή Ευρώπη ανθεί ο λαϊκισμός. Από την κατηγορία περί «τρυφηλότητας των φτωχών» και τον αποδιδόμενο συβαριτισμό από τους Ντάισελμπλουμ και τους συν αυτώ στους μεσογειακούς Ευρωπαίους, ως και την κραυγαλέα άγονη ελληνική εκδοχή του «μενουμευρωπαϊσμού» (at any cost –ακόμη κι όταν προφανώς πλήττονται τα συμφέροντα μιας χώρας-μέλους), κοινή επωδός είναι ακριβώς ο όρος «λαϊκισμός». Και έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ότι όσοι τον επιστρατεύουν διατεινόμενοι ότι ερμηνεύει επαρκώς τις εξελίξεις στη μεσογειακή ΕΕ, συγκαταλέγονται στην ίδια ευρωπαϊκή παράταξη με τον Ορμπάν, τον Κουρτς, τον Κυριάκο Μητσοτάκη και άλλους, που χαρακτηρίζονται για τις ακροδεξιές, αντιπροσφυγικές και τελικά εθνικολαϊκίστικες θέσεις τους.

Κυρίως, όμως, -και εδώ υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα- είναι μια ερμηνεία που ασπάζονται οι περισσότεροι γραφειοκράτες των Βρυξελλών, τύπου Σχοινά. Τελικά, μια σκληρή γραφειοκρατία, που ολοένα και περισσότερο συγκροτείται από πρόσωπα που θα μπορούσαν να είναι στελέχη εταιρειών -γιατί πολιτικά στελέχη σίγουρα δεν είναι! Και οι συνέπειες να διαχειρίζονται το αμιγώς «πολιτικό αντικέιμενο» της ευρωπαϊκής ενοποίησης ομάδες απολίτικων στελεχών, είναι ακριβώς η απογοητευτική σημερινή εικόνα της ΕΕ στα μάτια των ευρωπαίων πολιτών.

- Σύμφωνα με τη δεύτερη ερμηνεία, η επικράτηση της αριστερής πολιτικής εναλλακτικής για το κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον, αναφύεται στη ριζοσπαστικοποίηση χαμηλών και μικρομεσαίων  στρωμάτων, που σε σύγκριση με τη βόρεια Ευρώπη υφίστανται πολλαπλώς τις συνέπειες της προϊούσας εκτροπής από τους στόχους σύγκλισης του ενοποιητικού προτάγματος. Δηλαδή, μια άνιση κατανομή του παραγόμενου πλούτου, με δύο στοιχεία επιβεβαιωτικά της ανισότητας ταυτοχρόνως: Την καθαρή εύνοια προς τους εισοδηματικά ισχυρότερους πολίτες, από τη μία, και την ανισομερέστατη κατανομή πόρων μεταξύ των χωρών-μελών εις όφελος των πλουσιότερων χωρών-μελών του ευρωπαϊκού βορρά, από την άλλη.

Αυτή είναι η δεύτερη ερμηνεία των γεγονότων στην ΕΕ, που εδράζεται στην ταξική ανίχνευση παραγόντων που ενεργοποιούν κοινωνικές δυναμικές, μεγάλου πολιτικού ενδιαφέροντος.

Στην πράξη, από τις πολιτικές εξελίξεις στον ευρωπαϊκό βορρά και την κατίσχυση των προοδευτικών και τις εξελίξεις στον ευρωπαϊκό νότο, όπου η αριστερά δίνει τον τόνο, προκύπτουν και τα δύο μοντέλα πολιτικής που δοκιμάζονται για τη διάσωση της πειστικότητας του οράματος ευρωπαϊκής ενοποίησης.

-Στο μοντέλο του ευρωπαϊκού βορρά, ουσιαστικά εξελίσσεται μια μάχη οπισθοφυλακών, για να αποφύγουν όσο γίνεται οι πλουσιότεροι την καταβολή του οφειλόμενου εκ μέρους τους μερίσματος συμβολής στη σύγκλιση, διαδικασία που έχει ανασταλεί εδώ και περίπου μια 20ετία στην ΕΕ.          

-Στο μοντέλο του ευρωπαϊκού νότου δοκιμάζονται καινοφανείς τακτικές έμμεσης ανακατανομής του πλούτου υπέρ των ασθενέστερων, που από τις εξελίξεις αποδεικνύεται ότι έχουν συμβάλλει ενεργά στη στήριξη της ευρωπαϊκής συνοχής, παρά την προφανή, άκαμπτη, άγονη και συχνά πολιτικά αήθη προσπάθεια της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού βορρά και όχι εκείνα των «ξυπόλητων» του νότου.

Όμως, ταυτόχρονα στα δύο αυτά αντιπαρατιθέμενα μοντέλα για τον αγώνα αποκατάστασης των ευρωπαϊκών ενοποιητικών σκοπών, εικονογραφείται με σαφήνεια ποιό από τα δύο συμβάλλει στη συνοχή και ποιό συμβάλλει στην προϊούσα αποσύνθεση.                 

Αυτός είναι ο βασικότερος λόγος, που κατά τη γνώμη μου η πολιτική αριστερά και οι πολιτικές αναδιανομής του πλούτου υπέρ των ασθενέστερων καθώς και άμεσης μεταφοράς πόρων από τον πλεονασματικό ευρωπαϊκό βορρά στον ελλειμματικό ευρωπαϊκό νότο, είναι μονόδρομος, ως η γνησιότερη φιλοευρωπαϊκή πολιτική στάση για το μέλλον της ΕΕ στον 21ο αιώνα.