20 Ιουν. 2020

Οι εξελίξεις στην ελληνική ΑΟΖ

Τι θα κρίνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις

στον 21ο αιώνα

(Μέρος B΄: Γιατί η ελληνο-ιταλική συμφωνία

ενδιαφέρει την Τουρκία)

Μετά την ελληνο-ιταλική συμφωνία για την ΑΟΖ στο Ιόνιο, άρον-άρον η Ελλάδα ταξίδεψε στο Κάιρο, με διακηρυττόμενη επιδίωξη την επίτευξη ανάλογης συμφωνίας και με την Αίγυπτο. 

Στο προηγούμενο Α΄ Μέρος αυτής της ανάλυσης, στην κατακλείδα είχα τονίσει ότι η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη διαχειρίζεται όλη αυτήν την υπόθεση (και συγκεκριμένα την ελληνο-ιταλική συμφωνία) με επικοινωνιακά ανακλαστικά εσωτερικών πολιτικών σκοπών, υπό το βάρος του άγχους της να εμφανίσει ότι «κάτι γίνεται» στην εξωτερική πολιτική, όπου ο πρωθυπουργός κατά γενική ομολογία δεν τα πάει καλά. Η παρατήρηση αυτή εξηγεί γιατί η Ελλάδα υπήρξε επισπεύδουσα χώρα για την ελληνο-ιταλική συμφωνία τούτη τη στιγμή, με αντάλλαγμα και κόστος υπέρ της Ιταλίας και κατά της Ελλάδας και λόγω της βιασύνης των Αθηνών την παραχώρηση ελληνικών αλιευτικών δικαιωμάτων στους Ιταλούς.

Μια οργανωμένη και σχεδιασμένη εξωτερική πολιτική της χώρας μας δεν θα προέτασσε την ελληνο-ιταλική συμφωνία και θα έριχνε όλο το βάρος στην αντίστοιχη ελληνο-αιγυπτιακή! 

Δυο λόγια για το σημείο αυτό:

1. Τυχόν υπογραφή ελληνο-αιγυπτιακής συμφωνίας για την ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο, έχει την τεράστια σημασία ότι θα καθιστούσε την τουρκο-λιβυκή ανάλογη συμφωνία -που υπογράφτηκε πριν λίγο καιρό- άτοπη (τουλάχιστον ως διμερής συμφωνία κυρίαρχων χωρών, της Ελλάδας και της Αιγύπτου, οι νόμιμες και αναγνωρισμένες διεθνώς κυβερνήσεις των οποίων κατέληξαν σε συνεννόηση επί του συγκεκριμένου θέματος). Φυσικά, θαλάσσια οριοθέτηση ελληνο-αιγυπτιακής ζώνης κατόπιν διμερούς συμφωνίας διεθνώς παραδεκτής οποιασδήποτε μορφής στην ανατολική Μεσόγειο, εξουδετερώνει σε επίπεδο παραγωγής διεθνώς έννομων αποτελεσμάτων την ανάλογη τουρκο-λιβυκή πρόσφατη συμφωνία, καθώς ελληνο-αιγυπτιακά θαλάσσια σύνορα, εφ’ όσον υπάρχουν -και υπάρχουν- κάνουν αδύνατη την ύπαρξη ταυτόχρονα και τουρκο-λιβυκών θαλάσσιων συνόρων. Είτε το ένα θα υπάρχει, είτε το άλλο! Και τα δύο μαζί δεν μπορούν να υπάρξουν. 

2. Με δεδομένο ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει σταθερά αναγνωρισμένη από τη διεθνή κοινότητα λιβυκή κυβέρνηση και η σημερινή του φιλό-τουρκου αλ Σάρατζ θεωρείται ως μεταβατική, ήδη η τουρκο-λιβυκή συμφωνία υπέφερε εξ αρχής σοβαρά στο επίπεδο παραγωγής διεθνώς έννομων αποτελεσμάτων. Μια ανάλογη ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία, όμως, θα την καθιστούσε ιδιαίτερα προβληματική. Το καλύτερο που θα είχε να προσδοκά η Άγκυρα αν συναπτόταν ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία για την ΑΟΖ, θα ήταν παρούσης και της δικής της ανάλογης τουρκο-λιβυκής συμφωνίας να αναγνωριζόταν η υπόθεση ως «διεθνής διαφορά» και να ενεργοποιούνταν οι πάγιες σχετικές διαδικασίες επίλυσης διεθνών διαφορών.

Ποιές είναι αυτές; Υπάρχουν δύο: 1. Η αναπομπή του θέματος σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, και 2. Η ad hoc παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα, που είτε με κάποια διεθνή πολυμερή συνδιάσκεψη είτε με τη διαμεσολάβηση κάποιου τρίτου μέρους, χώρας ή οργανισμού, θα επεδίωκε συνεννόηση των εμπλεκομένων μερών  και κατάληξη σε κάποια αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία των ενδιαφερομένων χωρών. Η πρώτη περίπτωση αποκλείεται: Διότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου και θα χρειαζόταν συνυποσχετικό υπογεγραμμένο κι από την ίδια για να αναπεμφθεί η υπόθεση εκεί. Και είναι γνωστό ότι η Τουρκία δεν επιθυμεί ανάμιξη του Διεθνούς Δικαστηρίου, διότι είναι βέβαιο ότι η ετυμηγορία του θα είναι ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα κι αν υπάρχει κάτι που θα άλλαζε θα ήταν αν υπάρχει ζήτημα περιορισμένης επήρειας των νησιών στις θαλάσσιες ζώνες κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Όμως, ακόμη κι αν κρινόταν από διεθνές δικαιοδοτικό όργανο ότι το Καστελόριζο, που εν προκειμένω ενδιαφέρει, έχει περιορισμένη επήρεια, επειδή τα χωρικά ύδατα και η υφαλοκρηπίδα του δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, δεν θα είχε η Τουρκία να ωφεληθεί κάτι σημαντικό. Και τούτο, διότι η Τουρκία παγίως επιδιώκει κάτι που από το διεθνές δίκαιο ποτέ δεν θα γινόταν αποδεκτό: Τα ελληνικά νησιά να «επιπλέουν» σε τουρκική θαλάσσια ζώνη!

Έτσι ερχόμαστε στην άλλη εκδοχή: Διεθνής διαμεσολάβηση! Κι εδώ υπάρχει ειδικό ενδιαφέρον για την ελληνο-ιταλική συμφωνία για την ΑΟΖ!   

3. Η αντίδραση της Ιταλίας μετά την υπογραφή της συμφωνίας με την Ελλάδα για την ΑΟΖ, ήταν να ταξιδέψει ο Ιταλός ΥΠΕΞ ντι Μάιο στην Τουρκία για επαφές με τον ομόλογό του Τσαβούσογλου. (Για τον λόγο αυτόν από την αρχή αυτής της ανάλυσης, όρα στη πρώτη παράγραφο του προηγούμενου Μέρους Α΄, τόνισα ότι η ελληνο-ιταλική συμφωνία για την ΑΟΖ, δεν μπορεί να αξιολογηθεί εάν δεν ολοκληρωθεί η εικόνα των επόμενων κινήσεων των εμπλεκομένων μερών, μετά την υπογραφή της). 

Η ιταλική επίσκεψη στην Τουρκία για ένα εξασκημένο μάτι στα διεθνο-πολιτικά τερτίπια της διπλωματίας, είχε δύο σκοπούς: Πρώτον, να καθησυχάσει την Άγκυρα ότι η Ρώμη δεν διακατέχεται από κάποια διάθεση υποστήριξης της Ελλάδας στις διαφορές της με την Τουρκία στην ανατολική μεσόγειο. Δεύτερον, με δεδομένο ότι η Ιταλία δεν συνδέεται με το θέμα των ΑΟΖ Ελλάδας-Αιγύπτου-Τουρκίας, την προσπάθεια της Ρώμης να πλασαριστεί ως ο κατάλληλος διαμεσολαβητής για μια τυχόν τριμερή διαβούλευση Ελλάδας-Αιγύπτου-Τουρκίας σχετικά με την ΑΟΖ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μετά τη συνάντηση ντι Μάιο-Τσαβούσογλου ο Τούρκος ΥΠΕΞ ανακοίνωσε ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να συνεργαστεί με την Ελλάδα για το θέμα των ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για δυσμενέστατη εξέλιξη για τα ελληνικά (και τα κυπριακά) συμφέροντα! Και την μεθόδευσε η Ιταλία, με την οποία προχθές η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη πανηγύριζε ότι συνομολόγησε «ιστορική συμφωνία». Η Τουρκία επιθυμεί διακαώς διεθνή διαμεσολαβητική ανάμιξη στο θέμα απλούστατα διότι έτσι γίνεται διάδικο μέρος μιας υπόθεση, στην οποία με βάση το διεθνές δίκαιο δεν έχει δικαίωμα ανάμιξης. Ό,τι και να πάρει η Τουρκία από μια τυχόν τέτοια διαμεσολάβηση κέρδος της θα είναι. Και ο μόνος που θα είχε να δώσει -και όχι να πάρει κάτι- απ’ αυτό είναι η Ελλάδα!   

4. Τί επιζητεί η Ιταλία στην υπόθεση αυτή; Επιζητεί αυξημένο (και αν γίνεται αποκλειστικό, ως εκπρόσωπος των ευρωπαϊκών συμφερόντων) ρόλο, τόσο στο λιβυκό ζήτημα, όσο και στη διαχείριση των αποθεμάτων  υδρογονανθράκων στην ανατολική Μεσόγειο.

Συγκεκριμένα, η Ρώμη φαντασιώνεται ότι θα μπορούσε να της ανατεθεί (στην ιταλική Eni συγκεκριμένα) όλη η διαχείριση των αποθεμάτων υδρογονανθράκων στην ανατολική Μεσόγειο, αντί να είναι ο «φτωχός συγγενής» των Exxon Mobil (αμερικανικών συμφερόντων) και Total (γαλλικών συμφερόντων), όπως συμβαίνει σήμερα. Ο τυχόν συνδυασμός τέτοιας επιτυχίας της (που θα έφερνε και ανακούφιση στην ευρωπαϊκή πλευρά, που αισθάνεται άχαρα να επαναλαμβάνει κάθε τόσο ότι υποστηρίζει την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ την ενδιαφέρει κατά κόρον η τουρκική αγορά), με ταυτόχρονη παρέμβαση της Ρώμης στα πετρέλαια της Λιβύης, θα καθιστούσε την Ιταλία μεγάλο διεθνή «παίκτη», κάτι που η γειτονική μας χώρα επιδιώκει εδώ και δεκαετίες, αλλά η παρέμβαση του ευρωπαϊκού παράγοντα κάθε φορά «της κόβει τα φτερά».

Παράλληλα, η Ιταλία διεκδικεί πρωτεύοντα ρόλο στο λιβυκό, για λόγους ιστορικούς (η Λιβύη πάντα θεωρήθηκε ζώνη ιταλικής επιρροής -και όχι μόνο από τον Μπενίτο Μουσολίνι), ενώ το προσφυγικό εξαναγκάζει την ΕΕ να της αναγνωρίζει αυξημένο λόγο στην πολύπαθη αραβική χώρα.

Εδώ ερχόμαστε σ’ ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, που εμμέσως αλλά απολύτως καθοριστικά αφορά στην όλη υπόθεση που εξετάζουμε: Την ανυπαρξία «αραβικής πολιτικής» από μεριάς της ΕΕ! Διότι, φυσικά, «αραβική πολιτική» της ΕΕ δεν είναι νοητή με πασαλείμματα τύπου «αραβικής άνοιξης», που περισσότερο περιέπλεξαν τα πράγματα, παρά συνέβαλαν στον εκδημοκρατισμό  των αραβικών καθεστώτων. Ούτε, βεβαίως, οι απολύτως ατελέσφορες ευρωπαϊκές παρεμβάσεις, σαν την επιχείρηση Irini, αλλάζουν κάτι. Η Τουρκία απ’ αυτά δεν ενοχλείται. Αυτό το ολοφάνερο κενό ευρωπαϊκής πολιτικής (που οφείλεται είτε σε μια «αριστοκρατική» αντίληψη της διεθνούς διπλωματίας από μεριάς των Βρυξελλών, είτε σε ανεπάρκεια της ΕΕ να κατανοήσει, να διεκδικήσει και να ασκήσει παραγωγικά τον ρόλο της στην περιοχή της βόρειας Αφρικής), επιχειρεί να  υποκαταστήσει η «πονηρή» ιταλική διπλωματία. 

5. Για την ολοκλήρωση της εικόνας πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο σημείο αυτό ο μεγάλος αντίπαλος της Ιταλίας (και εξ αντανακλάσεως πιστότερος ευρωπαίος σύμμαχος της Ελλάδας στην υπόθεση που συζητάμε), είναι η Γαλλία! Τόσο διότι το Παρίσι δεν θέλει να χάσει τα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης που μέσω της Total του έχουν ανατεθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία στην ανατολική Μεσόγειο, όσο και διότι η Γαλλία θεωρεί τη βόρεια Αφρική δική της ζώνη επιρροής και δεν είναι διατεθειμένη να αφήσει τη Λιβύη σε ιταλικά χέρια.

6. Όμως, να το ξεκαθαρίσουμε! Καλώς υπεγράφη η ελληνο-ιταλική συμφωνία στην παρούσα φάση. Και τούτο, διότι εκτός από τους υδρογονάνθρακες για την Ελλάδα διακυβεύονται καίρια ζητήματα που άπτονται των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της στην ανατολική και την κεντρική Μεσόγειο. Με την κατά βάση απόσυρση της διαμεσολάβησης του ΟΗΕ στο εσωτερικό λιβυκό ζήτημα, έχει δημιουργηθεί η τάση να καταστεί το λιβυκό ζήτημα ρωσο-τουρκική υπόθεση. Όμως, δεν είναι έτσι! Η Ελλάδα -και όχι μόνο- έχουν συμφέροντα άμεσα συνδεόμενα από τις εσωτερικές εξελίξεις στη Λιβύη, αφού από την έκβαση του πολέμου Χαφτάρ-αλ Σάρατζ, θα κριθεί και η τύχη της πρόσφατης τουρκο-λιβυκής συμφωνίας  για την ΑΟΖ. Η ελληνο-ιταλική συμφωνία το όφελος που φέρνει για την Ελλάδα είναι ότι η εσωτερική λιβυκή διένεξη δεν είναι μια ρωσο-τουρκική υπόθεση (μια ματιά στον γεωφυσικό χάρτη θα έπειθε για το παράλογο του πράγματος), αλλά μια υπόθεση που αφορά στα συμφέροντα πολλών χωρών της περιοχής, δηλαδή είναι τοις πράγμασι μιας υπόθεση διεθνούς ενδιαφέροντος! Με την Ελλάδα παρούσα!

7. Χρωστώ μια τελευταία αναφορά: Και οι ΗΠΑ; Που είναι οι ΗΠΑ;

Οι ΗΠΑ, υπό τη συνθήκη της ιδιόρρυθμης διπλωματίας Τραμπ, φαίνονται προσώρας να αρκούνται στις συμφωνίες έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων που τους έχουν παραχωρηθεί μέσω Exxon Mobil από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η αμερικανική διπλωματία, που επιθυμεί απόστασεις από την επικίνδυνη ρευστότητα στη Λιβύη (όπου οι ΗΠΑ δεν διατηρούν και τις καλύτερες μνήμες από τις παλιότερες παρεμβατικές πρωτοβουλίες τους), φαίνεται σαν να τελεί εν αναμονή των  προεδρικών εκλογών του προσεχούς Νοεμβρίου, πριν διαμορφώσει  συγκεκριμένη  θέση για το λιβυκό ζήτημα.

Τελειώνω αυτή τη μακρά, περίπλοκη και λεπτή ανάλυση σε δύο μέρη, με μια προειδοποίηση: Ούτε να διανοηθεί η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη να συμφωνήσει σε ιταλική διαμεσολάβηση για το ζήτημα των ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο! Όπως εξηγήθηκε αναλυτικότατα πιο πάνω, δεν υπάρχει για την Ελλάδα ζήτημα διμερούς ή διεθνούς  διαφοράς σχετικά με την ύπαρξη τουρκο-λιβυκής θαλάσσιας ζώνης. Τέτοια ζώνη απλά δεν υφίσταται και αν γίνεται συζήτηση γι’ αυτήν αυτό είναι αποτέλεσμα πειρατικού τύπου ενεργειών της Τουρκίας κατά σαφή παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών! Τελεία και παύλα!