5 Ιουλ. 2020

Ο ΣΥΡΙΖΑ και η σχιζοφρένεια της κεντροαριστεράς

Χρειάζεται η αριστερά

τη σοσιαλδημοκρατία;

Το τέλος των περιορισμών της πανδημίας επανέφερε τον έναν από τους δύο βασικούς κομματικούς πυλώνες της δημοκρατίας, την αξιωματική αντιπολίτευση, σε κατάσταση σχεδόν πλήρους λειτουργίας. Το περασμένο Σάββατο, με τη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης (ΚΕΑ) του ΣΥΡΙΖΑ, της οποίας έχω την τιμή να είμαι μέλος, ουσιαστικά έγινε το μεγάλο βήμα επιστροφής στην προσυνεδριακή φάση, πιάνοντας το νήμα από εκεί που το είχαμε αφήσει πριν ξεσπάσει η πανδημία.

Επαναλαμβάνω κάτι που θεωρώ κρίσιμο: Αυτή η συνεδρίαση της ΚΕΑ δεν ήταν μια συνάντηση πολιτικής ζύμωσης, αλλά μια σύνοδος επικύρωσης αποφάσεων. Γι’ αυτό και δεν «σηκώνει» και πολύς λόγος αξιολόγησης του τί διαμείφτηκε εκεί. Αποφασίσαμε την επανεκκίνηση της πορείας προς το συνέδριο, την επίσημη μετονομασία του κόμματος από ΣΥΡΙΖΑ σε ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία (υπό τη ρήτρα τελικής έγκρισης της αλλαγής του ονόματος από το συνέδριο) και εγκρίναμε το πολιτικό πλαίσιο των 6+1 σημείων ως το πεδίο του προσυνεδριακού διαλόγου.

Γιατί 6+1 σημεία; Διότι, υπάρχουν τα 6 σημεία που έθεσε ο πρόεδρος Αλέξης Τσίπρας στην πρωτομιλία-εισήγησή του, καθώς και το 7ο σημείο (εξωτερική πολιτική και τα λεγόμενα «εθνικά» θέματα), που υπήρξε το μοναδικό πεδίο αναφοράς της δευτερολογίας-κλεισίματός του.       

Ομολογώ πως αιφνιδιάστηκα δυσάρεστα από την απουσία αναφοράς Τσίπρα στην εξωτερική πολιτική κατά την αρχική εισήγησή του! Παρ’ ό,τι προς στιγμήν σκέφτηκα να μιλήσω στη συνεδρίαση της ΚΕΑ με σκοπό να υπογραμμίσω αυτό το κατά τη γνώμη μου πολύ σοβαρό κενό, τελικά επέλεξα να αποφύγω μια τοποθέτηση, τόσο επειδή είχα την πεποίθηση ότι το θέμα δεν θα έμενε τελικά χωρίς αναφορά (όπως και έγινε και με εμφατικό μάλιστα τρόπο), όσο και διότι -όπως είπα- η ευκαιρία της πολιτικής ζύμωσης για τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, ουσιαστικά ξεκινάει από ‘δω και πέρα και θα εξελιχθεί πλήρως στον προσυνεδριακό διάλογο.

Επίσης, πρέπει να λεχθεί ότι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πολιτικό περιβάλλον εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η επανεκκίνηση της προσυνεδριακής διαδικασίας για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με τη γενική εικόνα της χώρας να είναι πολύ επιβαρυμένη σε σύγκριση με την περίοδο αμέσως πριν την πανδημία και όχι αποκλειστικά ένεκα αυτής και των συνεπειών της, αλλά κυρίως διότι αθροίζονται πλέον με ταχείς ρυθμούς οι επιπτώσεις της διακυβέρνησης Μητσοτάκη σε βάρος όλων μας. Από την οικονομία, (όπου ήδη πριν την πανδημία η χώρα είχε επιστρέψει σε ύφεση), έως την εξωτερική πολιτική (όπου ραγδαία επιδεινώνεται το σκηνικό σε βάρος της Ελλάδας στην ανατολική Μεσόγειο ) και τους δημοκρατικούς θεσμούς (με μια κυβέρνηση των ΠΝΠ και  των 20 εκατ. ως αδιαφανές «μπαξίσι» στα μέσα ενημέρωσης, που υποτιμούν κατάφωρα τη δημοκρατική νοημοσύνη των πολιτών), το γκρίζο κυριαρχεί πια απολύτως στον δημόσιο βίο μας.

Υπάρχει, όμως, ακόμη το νήμα που πιάνεται ήδη πριν την πανδημία με την προσχηματική διαδικασία της προανακριτικής, με επιδίωξη το ξέπλυμα του μεγαλύτερου ελληνικού σκανδάλου, του πολιτικού σκανδάλου της Novartis! Ένα στοιχείο του σημερινού μετα-πανδημικού πολιτικού σκηνικού, που έρχεται ως συμπλήρωμα της προανακριτικής-πλυντηρίου του σκανδάλου της Novartis, με τις παρακρατικής κοπής πρακτικές των μαγνητοφωνήσεων διαλόγων πρώην υπουργών και με ολοφάνερο στόχο την επιδίωξη ποινικοποίησης της πολιτικής μας ζωής και τις διώξεις κατά πολιτικών αντιπάλων του Κυριάκου Μητσοτάκη, του Αλέξη Τσίπρα συμπεριλαμβανομένου! Κι ολ’ αυτά μαζί, συνθέτουν την εικόνα μιας χώρας ήδη βαρύτατα πληγωμένης από την πανδημία, την πολιτική αναξιότητα και τον αχαλίνωτο νεποτισμό του νεο-μητσοτακικού μπλοκ εξουσίας, που οδεύει ταχέως προς την πλήρη παρακμή των σκοιλ ελικικου, της ζαρντινιέρας του πυρακτωμένου τενεκέ, των αλλεπάλληλων εκτροπών του καισαρίσκου Χρυσοχοΐδη και των παρακρατικής έμπνευσης πολιτικών διώξεων που έρχονται από το χρονοντούλαπο της δεκαετίας του 1980.

Από ‘κει λοιπόν πιάνεται ξανά το νήμα για τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία! Και η πολιτική και θεσμική δυστοπία που παγιώνεται πλέον ως ταυτοτικό χαρακτηριστικό της σημερινής κυβέρνησης, είναι που διαφοροποιεί δραματικά και τις πολιτικές υποχρεώσεις του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο.   

Για παράδειγμα, μια «αντιπολίτευση των απαντητικών ανακοινώσεων» στην καταιγίδα αυθαιρεσιών με βαρύτατο κόστος για τη χώρα και τους πολίτες της, δεν μπορεί να λογίζεται ως επαρκής αντίδραση στη μεγάλη περιπέτεια για όλους μας, προς την οποία κατρακυλάει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Είναι απολύτως αναντίστοιχη των αναγκών μιας σοβαρής αντιπολίτευσης τέτοια στάση από τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Η αναντιστοιχία ανάμεσα στην αντιπολίτευση που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και στις ανάγκες πολιτικής αντιπροσώπευσης του υπό διαμόρφωση πλειοψηφικού πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστικού ρεύματος που αναδύεται από το σημερινό πολιτικό σκηνικό του νεο-μητσοτακισμού, είναι κατά τη γνώμη μου εμφανής. Ψήγματα αποδεικτικά της ύπαρξής της ανιχνεύονται στην επιφύλαξη που διατηρεί (και ανεξάρτητα από τον εν πολλοίς τεχνητό χαρακτήρα του μιντιακά κατευθυνόμενου αντι-συριζισμού) σημαντικό μέρος των προοδευτικών και αριστερών πολιτικών κοινών. Έχει, όμως, σημασία να κατανοηθεί ότι η πολιτική βάση αυτής της επιφύλαξης εδράζεται στην εισπραττόμενη αναποτελεσματικότητα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Εκεί γεννιέται και η αμφιβολία για τις πολιτικές προθέσεις του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και την ειλικρίνεια των διακηρύξεών του ότι παραμένει (παρά την κυβέρνησή του 2015-2019) δύναμη ανατροπής και δεν είναι ένα ακόμη άθυρμα του συστήματος που διατείνεται ότι προσπαθεί να ανατρέψει, ξεγελώντας ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα.

Για να γίνει σαφέστερο ό,τι υποστηρίζω υπενθυμίζω την αντιπολιτευτική τακτική του «ώριμου φρούτου», την οποία μετά την «ανδρεϊκή» περίοδο του ΠΑΣΟΚ, εφάρμοσαν εναλλάξ Νέα Δημοκρατία και σημιτικό μπλοκ εξουσίας, μέχρι το 2009 και την εκλογική επικράτηση του Γιώργου Παπανδρέου. Όμως, η τακτική του «ώριμου φρούτου» είναι μια τακτική που μπορεί να ασκείται από κόμματα ενός δικομματικού κύκλου εναλλαγής στην εξουσία συστημικών δυνάμεων και φυσικά δεν μπορεί να είναι στάση ενός κόμματος ανατροπής. Λυπούμαι να πω ότι η αντιπολίτευση που ασκεί (και μετά την πανδημία) ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία θυμίζει βασανιστικά την τακτική του «ώριμου φρούτου». Πως, λοιπόν, να μη γεννιέται σε μερίδα πιεζόμενων από την καταστροφική διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη κοινωνικών ομάδων, η αμφιβολία σχετικά με το εάν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι φορέας εκπροσώπησης μιας από τα κάτω και κινηματικού τύπου διάθεσης ανατροπών που επιζητούν τα ριζοσπαστικοποιούμενα κοινά της εποχής μας, ή όχι;

Ακόμη χειρότερο (αν και πιο δυσδιάκριτο για ένα μη εξασκημένο πολιτικά μάτι) είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία (και ο πρόεδρος Αλέξης Τσίπρας είναι μέρος αυτής της αστοχίας) εμφανίζει συνειδητά την ανεπαρκή αντιπολίτευση που ασκεί ως προϊόν μιας επιλεγμένης «στροφής» του προς την «εκλογίκευση» της σοσιαλδημοκρατικής συντήρησης. Μα, η χώρα σήμερα, προφανώς δεν χρειάζεται έναν εναλλακτικό και εν ανάγκη συμπληρωματικό κυβερνητικό εταίρο στις δεξιού πολιτικού προσήμου πολιτικές που κυριαρχούν στην ΕΕ. Η Ελλάδα δεν έχει καθόλου ανάγκη ένα ντόπιο SPD. Αντίθετα, ως χώρα της ευρωπαϊκής μεσογειακής περιφέρειας και συνδετικός κρίκος της ΕΕ με τη Μέση Ανατολή και το αραβικό στοιχείο (και ταυτόχρονα ενεργειακό, διαμετακομιστικό και πολιτισμικό αντίβαρο στο ανατολίτικο μοντέλο του τουρκικού ερντογανισμού) έχει ανάγκη μια αλλαγή πορείας της χώρας και ευρύτερα της ίδιας της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης, που η σοσιαλδημοκρατία όχι μόνο αδυνατεί να υπηρετήσει πολιτικά αλλά κατά βάση την απεύχεται.

Τέλος, υπάρχει και ένα ακόμη προβληματικό σημείο με τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και αφορά την προσυνεδριακή διαδικασία αυτή καθ’ αυτή.  

Ο δρόμος προς το συνέδριο, μια διαδικασία  εξ ορισμού ιστορικού ενδιαφέροντος σ’ ολόκληρη την Ευρώπη (δεδομένου ότι εδώ μιλάμε για κόμμα της αριστεράς, που διεκδικεί ισοτιμία και αφαίρεση του μονολόγου από τη δεξιά στη διαμόρφωση του διαλόγου για το μέλλον της χώρας και της ηπείρου στον 21ο αιώνα), πρέπει να «αντέχει» στις ακόλουθες  πολιτικές προδιαγραφές:

- Ο νέος κομματικός σχηματισμός (και στη βάση του κόμματος της παραδοσιακής αριστεράς που προϋπήρχε και έχει διαγράψει τον πολιτικό κύκλο του και οφείλει να κινηθεί σε νέες κατευθύνσεις) θα πρέπει να αναδυθεί στη δημόσια ζωή μας, όχι ως άθροισμα μηχανισμών αλλά ως κινηματική ώσμωση ριζοσπαστικοποιούμενων κοινών, και

- η ηγεσία του να είναι καταλύτης εξελίξεων, και όχι εξισορροπητής αντιθέσεων μεταξύ ασύμβατων ανάμεσά τους πολιτικών απόψεων (που -αν συμβεί- συνεπάγεται αφόρητη πολιτική γραφειοκρατία).

Καλύπτονται αυτές οι πολιτικές προδιαγραφές; Κατά τη γνώμη μου σε καμιά περίπτωση! Κι αυτό είναι ανάγκη να διορθωθεί μέχρι το συνέδριο.