19 Αυγ. 2020

Εθνικιστές ή μειοδότες;

Ο ΣΥΡΙΖΑ

και ο ενδοπαραταξιακός διάλογος

για τα ελληνοτουρκικά

Στην ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ του 1974, δηλαδή ένα πολιτικό κείμενο πριν από 46 χρόνια, το ιδρυόμενο τότε Κίνημα αυτοπροσδιορίστηκε ως απόγονος 3  ρευμάτων που διαπέρασαν με συγκλονιστικές επιδράσεις τη δημόσια ζωή της Ελλάδας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα: τη γενιά της εθνικής αντίστασης, τη γενιά του 1-1-4 και τη γενιά της αντιδικτατορικής πάλης.

Όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ήταν μια πραγματική πολιτική παράμετρος της πολυσυλλεκτικότητας που συγκροτήθηκε γύρω από την παράταξη που δέσποσε στις πολιτικές εξελίξεις ως το τέλος του ίδιου αιώνα, και δεν ήταν μια από τις συνηθισμένες κομματικές μεγαλοστομίες που αποσκοπούν να προσελκύσουν κοινά με επιφανειακό τρόπο. Φυσικά, στο πλευρό της προσπάθειας να εκπροσωπηθούν οι Έλληνες πολίτες με όρους αναφοράς γενεών και σε συνάρτηση με την πρόσφατη ιστορία της χώρας, χρειάστηκαν ακόμη και κυρίως επεξεργασμένες και εξιδικευμένες θέσεις για τα διαρκώς εξελισσόμενα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, ώστε να διαμορφωθεί εκείνη η μεγάλη και συμπαγής προοδευτική παράταξη και να αποκτήσει τα ιδεολογικά και ταξικά συνεκτικά στοιχεία που την επεβαλαν ως καταλύτη των εξελίξεων.

Στην περίπτωση της ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ (και πάντα με σεβασμό στις αναλογίες και τις διαφορετικότητες των εποχών, αλλά κυρίως με μέριμνα λήψης υπόψη  των σημερινών  ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων και της τωρινής διάρθρωσης του ταξικού σχηματισμού στην Ελλάδα) ανιχνεύονται ξανά τρία ρεύματα: η γενιά του αντιδικτατορικού αγώνα, η λεγόμενη «γενιά της αλλαγής» και η γενιά της αντιμνημονιακής πάλης. 

Η φαινομενική «σχηματικότητα» της παραπάνω διαπίστωσης σχετικά με τις καταβολές του ΣΥΡΙΖΑ, έχω την εντύπωση πως έχει μεγάλη σημασία! Και τούτο, διότι αν υπάρχουν τέτοιες αναλογίες (και κατά τη γνώμη μου όχι μόνον υπάρχουν αλλά είναι προφανείς) αυτές δεν αφορούν στις «μικρές» σημερινές επιδερμικές συνέπειες των ίδιων παραλληλισμών. Ένα παράδειγμα: Φυσικά και ο Τσίπρας δεν είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου του σήμερα! Ανάλογες θέσεις και παρόμοιες αναλυτικές προσεγγίσεις στην αποκωδικοποίηση των πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων της κάθε εποχής βεβαίως υπάρχουν, αλλά οι ομοιότητες φτάνουν ως εκεί και αν αποπειραθεί κανένας γενίκευσή τους ακόμη και σε προσωποιημένα στοιχεία των δύο ηγετών (εκφορά λόγου, «γλώσσα του σώματος» συνθηματολογία κ.λπ.), τότε η απόσταση από την πολιτική γραφικότητα μικραίνει επικίνδυνα. Εξάλλου, ποτέ δεν υπήρξε ένα μοντέλο πολιτικής ηγεσίας κατάλληλο για όλες τις εποχές. Κάθε φορά η συγκυρία τροποποιεί -και μερικές φορές δραματικά- τα δεδομένα και μια πολιτική παράταξη που διεκδικεί για τον εαυτό της τον έπαινο ότι η σταση και οι θέσεις της αντανακλούν απαντήσεις σε προβλήματα του εκάστοτε «σήμερα» οφείλει αναπροσαρμογές στις νέες συνθήκες.

Υπό το βάρος των παραπάνω σκέψεων, θέλω να ασχοληθώ στην παρούσα ανάλυση με τον θερμό ενδοπαραταξιακό διάλογο σχετικά με τα ελληνοτουρκικά στον υπό ανασυγκρότηση ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Και τούτο, διότι οι σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία από τα πράγματα καθίστανται πυρήνας των πολιτικών εξελίξεων στη σημερινή Ελλάδα, σε συνδυασμό βεβαίως με την ραγδαία συμπύκνωση των διαλυτικών φαινομένων στην οικονομία μας και τη δραματική επιμονή της πανδημίας να απειλεί την καθημερινότητά μας μετά την τουλάχιστον απροετοίμαστη (όπως αποδεικνύεται σήμερα)  άρση του «λοκντάουν».     

Οι 3 πολιτικές γενιές-καταβολές του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ (θυμίζω οι γενιές του αντιδικτατορικού αγώνα, της «αλλαγής» και της αντιμνημονιακής πάλης) και οι θέσεις που έκαστη παίρνει στα ελληνοτουρκικά στις συνθήκες του σήμερα, είναι τόσο αντιφατικές ανάμεσά τους, ώστε να ορίζουν καίρια τη δυσκολία του εγχειρήματος ανασυγκρότησης και μετασχηματισμού από ένα μικρό κόμμα της παραδοσιακής αριστεράς σε μια πλατιά και μαζική παράταξης της σύγχρονης αριστεράς.

«Κορυφή του παγόβουνου», αλλά απολύτως ενδεικτική του βάθους των διαφορετικών απόψεων εντός του «ευρύτερου» ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα ελληνοτουρκικά είναι η ακόμη σε εξέλιξη αντιπαράθεση των «53» και του Νίκου Κοτζιά, στην οποία αναμιγνύονται πια και άλλες κομματικές δυνάμεις και πρόσωπα,  με τελευταία παράδειγμα την άποψη του συντρόφου μου στη «Γέφυρα», Νίκου Μπίστη. Αντιπαραθέσεις που κλονίζουν την «εικόνα συνοχής» του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία εν μέσω της προσυνεδριακής επανιδρυτικής περιόδου. Και κίνητρό μου για τη σημερινή ανάλυση είναι όχι να πω κι εγώ τα δικά μου (άλλωστε στο blog (www.molyvi.com) έχω εκθέσει διεξοδικά εδώ και καιρό τις προσωπικές απόψεις μου). Αντίθετα, κινητρό μου εδώ είναι να συμβάλλω όσο γίνεται στη διάλυση της σύγχυσης που προκαλούν οι αντιπαραθέσεις αυτές και να δώσω μια εναλλακτική οπτική και μια απάντηση στις αγωνίες και τα ερωτήματα που πολλοί σύντροφοι και φίλοι θέτουν καλοπίστως σε μένα, παρακολουθώντας τον έντονο διάλογο στο εσωτερικό της παράταξης για τα ελληνοτουρκικά. 

Πρέπει εξ αφετηρίας να υπογραμμιστεί ότι το βάθος και η εχθρική συχνά εκφορά του αντιπαραθετικού λόγου εντός του ΣΥΡΙΖΑ για τα ελληνοτουρκικά δεν προοιωνίζονται αναγκαστικά διάσπαση ή -το λιγότερο- άτυπο ενδοπαραταξιακό κατακερματισμό. Μπορεί εδώ να δραματοποιούνται οι τόνοι, αλλά αυτό δεν συγκαταλέγεται στις λογικές προβλέψεις σχετικά με το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, και όποιοι τις ασπάζονται ως διακαείς πόθους δογματικά αντισυριζικών απόψεων θα πρέπει να τις εκλαμβάνουμε και όχι ως ρεαλιστικές προγνώσεις των μεσοπρόθεσμων πολιτικών εξελίξεων.  

Χρήσιμο εδώ είναι να προσφύγουμε στο παράδειγμα του κινήματος 1-1-4, όπου ετερόκλιτες δυνάμεις, από αντικομμουνιστικές απόψεις της μεταπολεμικής περιόδου του Γεωργίου Παπανδρέου μέχρι ξεκάθαρα αριστερές δυνάμεις (όπως η ΕΔΑ) αλλά ακόμη μαρξιστικές-λενιστικές ομάδες συνεργάστηκαν αποτελεσματικά για την ανατροπή της κυβέρνησης των ανακτόρων. Αν κάποιος προέβλεπε μετά τον εμφύλιο ότι 20 χρόνια αργότερα το κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου (αρχιτέκτονα της Βάρκιζας, για την οποία ο ίδιος υπερηφανευόταν ότι έβαλε την αριστερά «στο σακί», και με ισχυρές αντικομμουνιστικές αντιλήψεις αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο)  καθ’ οιονδήποτε τρόπο θα συνεργαζόταν με την αριστερά στο πλαίσιο του «ανένδοτου αγώνα» 1963-’65 αποκρούοντας την εκτροπή της αποστασίας και της κυβέρνησης Νόβα-Μητσοτάκη, θα τον έλεγαν τρελό. Κι όμως! Η ιστορία, όχι μόνο απέδειξε ότι οι εμμονές πολιτικών παθών (δίκαιων ή όχι, μικρή σημασία έχει) οφείλουν να κάμπτονται συν τω χρόνω για να υπηρετείται η πολιτική αποτελεσματικότητα αλλά και -κυρίως- για να αναπροσαρμόζονται στις ανάγκες της συγκυρίας και να ανταποκρίνονται σ’ αυτήν οι θέσεις της παράταξης και πάντα στη βάση των ισχυουσών ιδεολογικοπολιτικών αρχών της. Μόνον έτσι ένα κόμμα ή μία παράταξη μπορεί να είναι ζωντανός πολιτικός οργανισμός με ρόλο στις εξελίξεις.

Άλλωστε, ακριβώς η μεγάλη μεσοπρόθεσμη συμβολή του «ανένδοτου αγώνα» στη συγκρότηση της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης, όπως την εννοοούμε ακόμη και σήμερα στην Ελλάδα, δεν ήρθε ως απόρροια του ότι επικράτησε η ιδεολογικοπολιτική άποψη των κεντρώων ή των αριστερών του 1965, αλλά το ότι οι διαφορετικές αυτές απόψεις ομογενοποιήθηκαν με τον χρόνο σε μια ενιαία αντίληψη πολιτικής, που με καταλύτη το ΠΑΣΟΚ 1974-1996 άλλαξε την Ελλάδα με την ευρυχωρία εκπροσώπησης συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων μέσα από ένα μαζικό κίνημα.

Η ενδοπαραταξιακή αντιπαράθεση, λοιπόν, σήμερα  στον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία για τα ελληνοτουρκικά, τηρουμένων των αναλογιών, είναι σαν να καυγαδίζουν οι κομμουνιστές και οι εδαΐτες με τους κεντρώους του 1965 και του «ανένδοτου αγώνα», για την «ιδεολογία» του τότε αντιανακτορικού κινήματος και του 1-1-4! Θα έμοιαζε ακόμη σαν να τσακώνονταν οι οργανώσεις αντιδικτατορικής αντίστασης, για θεωρητικές μεταξύ τους διαφωνίες, ενώ το πασιφανές ζητούμενο και η ανάγκη της εποχής ήταν να εκδιωχτούν οι δικτάτορες από την εξουσία. Κι αυτές είναι πολυτέλειες που ο ΣΥΡΙΖΑ- Προοδευτική Συμμαχία δεν έχει! Όταν στις μέρες μας προηγείται πάντων η ανάγκη να ανακοπεί η επέλαση η δεξιάς-ακροδεξιάς υπό το μπλοκ συμφερόντων περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη (εγχείρημα που πλέον έχει πανευρωπαϊκή αλλά ακόμη και πιο ευρύτερη σημασία για το μέλλον της χώρας και των πολιτών της), δεν μπορεί να προηγείται ένας ενδοπαραταξιακός διάλογος (κακόπιστος μάλιστα) για το …Δίκαιο της Θάλασσας!

Είναι έγκλημα κατά της θεμελιώδους πολιτικής λογικής και προδοσία κατά των προσδοκιών των πολιτών, που από τον ΣΥΡΙΖΑ- Προοδευτική Συμμαχία αναμένει να διώξει τον νεο-μητσοτακισμό από την εξουσία και να εγγυηθεί προοδευτική διακυβέρνηση κοινωνικών προταγμάτων και όχι προαγωγής συμφερόντων με ονοματεπώνυμο, με σοβαρό κόστος για το εισόδημα νοικοκυριών  και την ποιότητα ζωής των πολιτών.

Είπα πιο πάνω ότι είναι «κακόπιστος» ο ενδοπαραταξιακός διάλογος! Εξηγούμαι!

-Δεν μπορεί (και δεν δικαιούται) ο σύντροφος Μπίστης να χαρακτηρίζει «μη αριστερό» τον αρχιτέκτονα της συμφωνίας των Πρεσπών.

-Δεν μπορεί (και δεν δικαιούται) ο Κοτζιάς να δίνει συμβουλές εξωτερικής εξωτερικής πολιτικής εγκλωβισμένος στο σύνδρομο δικαίωσης της υπουργίας του.

Υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα, αλλά ας μείνω σ’ αυτά τα δύο!

Συνοψίζω: Καλό είναι να ακούγονται όλες οι απόψεις. Μάλιστα η ευρύτητα σε θεάσεις των πραγμάτων συμβάλλει ως έναν κάποιο βαθμό στην αναγκαία πολυσυλλεκτικότητα της μαζικής πολιτικής υπόστασης που πλέον έχει ενσωματωθεί στο DNA του ΣΥΡΙΖΑ- Προοδευτική Συμμαχία.

Οι διαφορετικές απόψεις, όμως, οφείλουν να σέβονται τις άλλες απόψεις, ακόμη κι αν διαφωνούν απολύτως μεταξύ τους, αποφεύγοντας ανοίκειους χαρακτηρισμούς με "μικρό" σκοπό το όφελος σε εσωκομματικούς πόντους.

Η σημερινή γενιά, που μόνον επειδή κυβέρνησε ο ΣΥΡΙΖΑ δικαιούμεθα σήμερα να αποκαλούμε μετα-μνημονιακή γενιά, είτε θα παραμερίσει τις αυτοεπιβεβαιώσεις ομάδων και στελεχών (που συνιστούν τον ορισμό του πολιτικού δογματισμού) και θα ενώσει τους πολίτες σε μια πλειοψηφική εναλλακτική διακυβέρνηση προοδευτικού και αριστερού προσήμου, είτε θα παγιδευτεί στην αδιέξοδη περπατησιά της ομαδοποίησης των «δεύτερων διλημμάτων». Η απόφαση είναι δική μας και ο καθένας από μας με την ατομική στάση του παίρνει θέση σχετικά με το τί επιλέγει!