24 Αυγ. 2020

Ο κρίσιμος χειμώνας του Αλέξη Τσίπρα

«Δεν μπορεί» ή «δεν τον αφήνουν»

να κάνει αντιπολίτευση;

Με το άνοιγμα των σχολείων (όπως ανοίγουν) και την αποδρομή του «παράξενου καλοκαιριού» του 2020 οι πολιτικές διαδικασίες θέλοντας και μη θα αποκατασταθούν σ’ έναν κάποιο βαθμό ομαλής λειτουργίας. Το περασμένο εξάμηνο θα έχει οριστικά περάσει στην ιστορία σαν μια περίοδος περιορισμένης λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, με την επίκληση των «αναγκαστικών» περιορισμών  της πανδημίας, που άλλωστε έχουν τύχει πανηγυρικής νομιμοποίησης από την αντιπολίτευση, με συνέπεια η τελευταία να μη δικαιούται να διαμαρτύρεται για τις όποιες δημοκρατικές εκτροπές της περασμένης άνοιξης.

Από την άρση του λοκντάουν και μετά, όμως, και κυρίως επειδή η επιστροφή στην κατά Κυριάκο Μητσοτάκη και των συν αυτώ κανονικότητα αποδεικνύεται προβληματική, τόσο σε υγειονομικό επίπεδο όσο και σε ό,τι αφορά την οικονομία και τα ελληνοτουρκικά, η δικαιολογία των αντιπολιτευτικών τόνων ήπιας αντιπαράθεσης έχει τελευτήσει. Όσο και αν θρασύτατα οι υποστηρικές της κυβέρνησης καταγγέλλουν «λαϊκισμό» (τον γνωστό του συρμού) για την απόδοση ευθυνών σε υψηλόβαθμους πολιτικούς αξωματούχους, στο σημείο όπου η πραγματική έκταση αναζωπύρωσης της πανδημίας απεκρύβη συνειδητά σε ορισμένες περιοχές για τουριστικούς λόγους (με αναμφίβολη συνέπεια να μολυνθούν συμπολίτες μας), η αστοχία και οι συνέπειές της δεν μπορούν να παραγραφούν. Ποιά αντιπολίτευση που σέβεται τον εαυτό της, θα συνέβαλε στην παραγραφή αυτής της πιθανότατα επιδεχόμενης ποινικό καταλογισμό πολιτικής ευθύνης;  Και για ποιόν λόγο θα το έκανε αυτό μια αντιπολίτευση; Τί αντιπολίτευση θα ήταν εκείνη που θα ανεχόταν παραχώρηση ελληνικής επικράτειας σε άλλη χώρα; Και ποια αντιπολίτευση θα έβαζε πλάτη σε μια καταστροφή της ελληνικής οικονομίας με κύρια θύματα τους ασθενέστερους, αν όχι μια «συστημική» τοιαύτη;

Εικάζω, λοιπόν, ότι ο Σεπτέμβριος (συνοδευόμενος από την ταυτόχρονη δραματική επίπτωση των συνεπειών της κυβερνητικής πολιτικής στα ελληνοτουρκικά) θα είναι ο μήνας αποκατάστασης της αντιπολιτευτικής ετοιμότητας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Θα είναι, όμως; Ή μήπως όχι; Και τί είναι αυτό που -ως τώρα, τουλάχιστον- συγκρατεί την αξιωματική αντιπολίτευση από την ενεργοποίηση της πολιτικής δραστηριότητάς της σε τόνους, περιεχόμενο και αιτήματα που να θέτουν ευθέως το ζήτημα απονομιμοποίησης της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη από την πληθώρα δράσεών της, οι οποίες πλήττουν ευθέως το δημόσιο συμφέρον και τυγχάνουν εδραίας αμφισβήτησης ως προς την νομιμότητά τους; Μήπως στην πραγματικότητα, όπως πολλοί ισχυρίζονται κι ολένα και περισσότεροι υποπτεύονται, ο ΣΥΡΙΖΑ σε συνέχεια της διακυβέρνησής του 2015-’19 έχει μεταπέσει από μαζική πολιτική παράταξη σκοπού δομικών αλλαγών σε συστημικό κόμμα, που αρκείται στον καθόλου αμελητέο από πλευράς προνομίων ρόλο του εναλλακτικού πολιτικού οργανισμού, που απλά αναμένει να επιστρέψει η σειρά του στον κύκλο νομής της εξουσίας; 

Νομίζω πως δεν υπερβάλλω αν ισχυριστώ ότι ελάχιστες ενδείξεις προσφέρει ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία ότι δεν εχει καταστεί πλέον ένα συστημικό κόμμα! Από τον στρογγυλεμένο δημόσιο λόγο των στελεχών του (στη συντριπτική πλειοψηφία τους προερχόμενων από τον ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου του 5%), έως την αντιπολίτευση των ανακοινώσεων διαμαρτυρίας και καταγγελίας των τομεαρχών του (με παραγόμενη την εικόνα καλοζωισμένων ινστρουχτόρων που δείχνουν να απολαβάνουν την περιορισμένων ευθυνών πολιτική ασυλία της αντιπολίτευσης), η εντύπωση δεν είναι εκείνη ενός κόμματος που αγωνίζεται να (επανα)διεκδικήσει την εξουσία από τις δυνάμεις νεο-μητσοτακικού νεποτισμού και του μπλοκ εξουσίας που τον στηρίζει με το αζημίωτο για τα συμφέροντα του ίδιου εσμού. Ακόμη χειρότερο: Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δείχνει ελάχιστα πειστικός ότι τελεί σε πλήρη ετοιμότητα να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της ολοένα και διευρυνόμενης ομάδας πολιτών, τα συμφέροντα της οποίας πλήττονται θανάσιμα από τις επιλογές της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη. Τέλος –και μοιραίο για κόμμα που φιλοδοξεί  να είναι κεντρικός παίκτης στο κομματικό σύστημα: Η ανεπαρκής αντιστοίχηση του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία με τις ταξικές δυνάμεις τις οποίες διατείνεται ότι (επιχειρεί να) εκπροσωπεί, προοιωνίζεται τάσεις παραταξιακής ρευστοποίησης, ιδίως όπου η γραφειοκρατική παντοκρατορία των κάθε λογής καταστατικών κατισχύει της πρόδηλης ανάγκης να γίνει το κόμμα πολιτικά πιο παραγωγικό και να κάνει αποτελεσματική αντιπολίτευση.

Το τελευταίο σημείο έχει ειδικό ενδιαφέρον, διότι τα συμβαίνοντα και όσα συζητάμε σήμερα εδώ συμπίπτουν με την προσυνεδριακή «κατάσταση» του κόμματος. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, εδώ, μια παρέκβαση: Τι άλλο είναι το καταστατικό σ’ ένα κόμμα, αν όχι η αποτύπωση ενός συγκριμένου συσχετισμού ενδοπαραταξιακών δυνάμεων, τη στιγμή που το καταστατικό αυτό εγκρίνεται και υιοθετείται με όρους εσωκομματικής νομιμοποίησης; Τί άλλο είναι το καταστατικό σ’ ένα κόμμα, αν όχι ένας κώδικας τιμής μεταξύ των διαφορετικών απόψεων που λογικά συνυπάρχουν σε μια μαζική πολιτική οργάνωση, σε ό,τι αφορά το πώς θα συνυπάρξουν αυτές οι διαφορετικές απόψεις, προαγόμενης παράλληλα της παραταξιακής αποτελεσματικότητας;

Ναι, υπάρχουν κόμματα της οιονεί αριστεράς που αντιλαμβάνονται το κατασταστικό τους ως αυτοσκοπό και όχι ως εργαλείο προαγωγής της πολιτικής που διατείνονται ότι υπηρετούν! Είναι το σύνδρομο  εργαλειοποίησης του κόμματος προς χάριν της κομματικής νομενκλατούρας και της γραφειοκρατίας που η ίδια έχει συγκροτήσει. Το παράδειγμα του ΚΚΕ και η μεταχείριση που επιφύλαξε το κόμμα αυτό στον Πλουμπίδη, τον Βελουχιώτη (και χιλιάδες άλλα στελέχη και μέλη του) είναι ένα πολύ ενδεικτικό παράδειγμα. Είναι τέτοιο κόμμα ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ; Ανταποκρίνεται άραγε το σημερινό καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ, στις πολιτικές ανάγκες του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία; Και νομιμοποιούνται, άραγε όσοι στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ έχουν συναινέσει στη μετεξέλιξη από το κόμμα του 5% σε παράταξη του 32%, να επικαλούνται το καταστατικό που έχει εγκριθεί σε άλλες συνθήκες και από άλλες κοινωνικές, ταξικές και πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούνταν από το κόμμα σε προγενέστερη φάση, επιστρατεύοντας την επιμονή απαρέγκλιτης τήρησης του καταστατικού σε προσυνεδριακή περίοδο, με σκοπό να υπερασπιστούν τις ιδεολογικοπολιτικές απόψεις τους και να ευνοηθούν στη θεμιτή προσυνεδριακή διαπάλη για τη διαμόρφωση των ενδοπαραταξιακών συσχετισμών δύναμης της επόμενης φάσης; 

Αυτά είναι τα ερωτήματα που συνδέονται ευθέως με την αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα και στις παρούσες συνθήκες! Και η προσυνεδριακή περίοδος στο κόμμα της αξωματικής αντιπολίτευσης, έχει τη δική της κρίσιμη συμβολή στο πώς και με ποια αποτελεσματικότητα ασκείται ο εκ της θεσμικής του θέσης πολιτικός ρόλος!

Φυσικά, συντρέχουν και άλλα σημαντικά στοιχεία: 

- Η (με την ισχυρή πρόφαση της πανδημίας) απουσία μαζικών αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, το μόνο μέσο που ο «παλιός» ΣΥΡΙΖΑ ως σήμερα εγνώριζε ως μέσο έκφρασης σε μαζικό επίπεδο των κομματικών απόψεών του, είναι ένα απ’ αυτά τα στοιχεία! Μόνον που ακριβώς ο εγκλωβισμός μιας μαζικής παράταξης του 32% στο πολιτικό μέσο οργάνωσης μιας διαδήλωσης (και μάλιστα μιας κομματικά υποκινούμενης και όχι μιας αυθεντικά αυθόρμητης έκφρασης δυσαρέσκειας διαδήλωσης), ως μόνο μέσο καταγραφής σε μαζικό επίπεδο των απόψεων ενός κόμματος, αρκεί για να θέτει το κόμμα αυτό εκτός εποχής. Οι διαδηλώσεις στον 21ο αιώνα, στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας δυτικού τύπου, είτε θα είναι αυθόρμητες εξεγέρσεις, είτε μικρές πολιτικές δραστηριότητες εκπροσώπησης μάλλον περιθωριακών απόψεων, όσο «δίκιο» και αν έχουν.

- Το ελλειματικό υποκατάσταστο των κοινωνικών δικτύων ως δήθεν επαρκής υποκατάσταση της μαζικής πολιτικής δράσης, είναι ένα άλλο στοιχείο. Τα κοινωνικά δίκτυα, όσο στην εποχή μας αντέχουν να εκφράσουν (για μιαν ακόμη φορά) την αυθεντικά αυθόρμητη διατύπωση άποψης και δεν μεταπίπτουν σε οχήματα προπαγάνδισης πολιτικών, επιχειρηματικών και μιντιακών σκοπών, έχει καλώς. Αλλιώς, δεν είναι παρά εναλλακτικά μέσα μιας δεξιάς πρόσληψης του δημόσιου διακυβεύματος και η σχέση της αριστεράς μαζί τους θα παραμένει ενοχική, παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει για τον προοδευτικό πολιτικό χώρο τελευταία στο πεδίο αυτό.

Όμως, εκτός απ’ αυτά, που καταλογίζονται ως ιδιόρρυθμα αυθεντικές δυσανεξίες του ΣΥΡΙΖΑ ως προς τη μαζικότητα της πολιτικής εκφοράς λόγου και πράξης του (κατάλοιπο του πολιτικού οργανισμού περιθωριακής επιρροής, που δεν υπαρχει πια), υπάρχουν και τα εμπόδια που θέτει το σύστημα και η κρατική εξουσία στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει ουσιαστική και αποτελεσματική αντιπολίτευση! Κι εδώ εισερχόμαστε στον πυρήνα των αιτίων κλονισμού της δημοκρατικής ομαλότητας, ως απόρροια της ελλειματικά δημοκρατικής διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη:

-Η σκαστή περίπτωση εκτροπής από τη δημοκρατική ομαλότητα της δυσανάλογης εύνοιας προς το κυβερνητικό κόμμα (καθώς και προς τους συμπαραστάτες του αλλά και τους συνοδοιπόρους του) σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των προνομίων της εξουσίας. Με τις διεφθαρμένες συναναλλαγές εφόδου στα δημόσια ταμεία (από τη «λίστα Πέτσα», ως τα σκοιλ ελικικου κ.λπ.). Φυσικά, η νομή της εξουσίας σε μια δημοκρατία δυτικού τύπου εξ ορισμού προσπορίζει αυξημένο δικαίωμα πρόσβασης των κυβερνώντων στα προνόμια των πολιτικών αρχών. Η υπέρβαση, όμως, ενός ορίου είναι μια αδιόρατη γραμμή, που χωρίζει τη δυτική δημοκρατία από την κατάχρηση των όρων λειτουργίας της, φαινόμενο που είναι «έξις, δευτέρα φύσις», ενός μπλοκ συμφερόντων διαχείρισης της εξουσίας. Και η λεπτή αυτή γραμμή έχει προ πολλού ξεπεραστεί από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη.

-Η με χρήση δημόσιων μέσων πολιτική κατασυκοφάντηση αντιπολιτευόμενων απόψεων από κρατικούς θεσμούς (π.χ. η εξεταστική για Παπαγγελόπουλο, που αποτελεί εμπαιγμό του κοινοβουλίου και της δικαιοσύνης), ως μέσο αποδόμησης της βασιμότητας ότι υπάρχει ανάμιξη πολιτικών αξιωματούχων στο σκάνδαλο της Novartis. Σημείο πολιτικής, που είναι καίριο στην πολιτική αφήγηση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. 

-Η προκλητική προώθηση απόψεων που ευνοούν το κυβερνών κόμμα από ιδιωτικά μίντια και κρατικούς μηχανισμούς ενημέρωσης, π.χ. αποσιώπηση αστοχιών και συνειδητά παραποιημένων στοιχείων δημόσιου ενδιαφέροντος, όπως τα κρούσματα σε τουριστικές περιοχες κ.λπ.). Η άρση της πολιτικά ισορροπημένης παροχής ενημέρωσης στους πολίτες, συνιστά σε κάθε περίπτωση καιριο πλήγμα στην ποιότητα της δημοκρατίας. Κι εδώ ,στην Ελλάδα του σήμερα, και με ευθύνη και της σημερινής κυβέρνησης, η ενημέρωση εξόφθαλμα «μπατάρει» φυλοκυβερνητικά, όπως άλλωστε «μπάταρε» αντικυβερνητικά και την περίοδο 2015-’19.

-Η βάσιμη υποψία ενεργοποίησης μεθόδων παρακρατικής κοπής, για να παραχθούν γεγονότα που προάγουν το κυβερνητικό συμφέρον. Ποιό περισσότερο χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ, από την προχθεσινή δημοσίευση από το ΑΠΕ της είδησης ότι έγινε διάρρηξη στην οικία της κυρίας Τουλουπάκη, με αμπαλάζ παρουσίασης της είδησης στη μορφή ότι …η αστυνομία διερευνά αν έγινε διάρρηξη την οικία Τουλουπάκη;  

-Η γενική διαχείριση της διαδικασίας λήψης των αποφάσεων δημόσιου ενδιαφέροντος, από πρωθυπουργό που προ πολλού έχει υπερεκεράσει το συνταγματικά προβλεπόμενο συλλογικό χαρακτήρα του υπουργικού συμβουλίου, στο πλευρό της απολύτως καταχρηστικής πρακτικής νομοθέτησης με τη μέθοδο των ΠΝΠ!

Αυτά είναι μερικά μόνον από τα σημεία που τεκμηριώνουν ότι η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη έχει διέλθει τα ανεκτά όρια της δημοκρατικής ομαλότητας στη διαχείριση των υποθέσεων  της χώρας.

Και, φυσικά, σε τέτοιες συνθήκες η λεκτική, οι τόνοι και τα αιτούμενα από μεριάς της αντιπολίτευσης οφείλουν να ανταποκρίνονται στη σοβαρότητα των περιστάσεων και όχι να μετατρέπονται σε γύμνασμα ταλάντευσης από την ένταξη στο σύστημα, στη μια άκρη του εκκρεμούς, ως τον σκοπό πολιτικής ανατροπής!                  

Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό το πλέγμα πολύ σοβαρών δυσκολιών οφείλει να ξεπεράσει με επιτυχία και μέχρι την ουσιαστική υπέρβαση του εν πολλοίς «σκοπέλου» ανετοιμότητάς του να χτυπήσει στα ίσα τη διακυβέρνηση την επόμενη κρίσιμη περίοδο του μεταπανδημικού σκηνικού.

Θα παραλάβει όχι απλά χάος, αλλά μια χώρα σε αποσύνθεση οικονομική, γεωπολιτικά αποσταθεροποιημένη και υγειονομικά προβληματική. Όμως, όπως από το 2015 και παρά τις τεράστιες αντιξοότητες και με αντιπάλους πάνοπλους εσωτερικούς υπονομευτές της προσπάθειας να βγει η Ελλάδα από το τέλμα της σήψης 1996-2010 πέτυχε την έξοδο από το μνημόνιο, τη ρύθμιση του εξωτερικού χρέους και τον διακανονισμό της συμφωνίας των Πρεσπών, αντιστρέφοντας το τραγικά αρνητικό πρόσημο των συστημικών κομμάτων που οδήγησαν στην καταστροφή, έτσι και σήμερα είναι η μόνη παραταξη που μπορεί να βγάλει τη χώρα από το σύνδρομο της διαφαινόμενης συρρίκνωσης.

Δεν έχει, λοιπόν, σημασία, αν ο Τσίπρας «δεν μπορεί» ή «δεν τον αφήνουν» να κάνει αντιπολίτευση. Είτε το ένα ισχύει, είτε το άλλο, είτε και τα δύο μαζί, το τί πρέπει να κάνει είναι σαφές. Κι απ’ αυτό θα κριθεί και το μέλλον του ως μαζική παράταξη, αριστερή και προοδευτική.

Και είναι σίγουρο, ότι ψηφίζοντας «παρόν» στη Βουλή στο ερώτημα κύρωσης της ελληνο-αιγυπτιακής αντιπροσωπείας, όπως ανακοινώθηκε επισήμως  ως η στάση του ΣΥΡΙΖΑ  στην ψηφοφορία στην εθνική αντιπροσωπεία, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είναι σαν αποφεύγει την υποχρέωσή του να έχει καθαρό, σαφή και τεκμηριωμένο πολιτικό λόγο για τις δημόσιες υποθέσεις, ιδίως εκείνες της βαρύτητας του κρινόμενου ζητήματος. Ας ελάμβανε όποια θέση ήθελε! Αρκεί να μη φαινόταν ότι η θέση του είναι προϊόν εσωκομματικών ισορροπιών! Κι ακόμη χειρότερο είναι ότι η επίσημη αιτολόγηση που δημοσιοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ για τη στάση του αυτή στη Βουλή, περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Γιατί; Διότι αν με τέτοιας σοβαρότητας επισημάνσεις σχετικά με τα έκδηλα αδύνατα σημεία της ελληνο-αιγυπτιακής συμφωνίας η απάντηση που δίνει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «παρόν», τότε είτε η απλή λογική απέθανε, είτε η επιβεβαίωση ότι η τήρηση εσωκομματικών ισορροπιών ήταν ο λόγος που πάρθηκε αυτή η απόφαση υπογραμμίζεται πανηγυρικά.

Μαζικό κόμμα που αποτυγχάνει να συνθέσει τις διαφορετικές απόψεις στο εσωτερικό του υπηρετώντας αντικειμενικά τον πολυσυλλεκτικό του χαρακτήρα και καταλήγει σε ισορροπίες ενδοπαραταξιακών σκοπών, είναι σαν εγκαινιάζει τη φάση αποσύνθεσής του. Κι αυτή δεν μπορεί να είναι η μοίρα της προοδευτικής πολιτικής παράταξης και της αριστεράς στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Θα φροντίσουμε 'μεις γι΄αυτό, όπως έλεγε ο Μαγιακόφκσι...